MENU

Τα σημαντικότερα πράγματα σε αυτή την ζωή δεν είναι… πράγματα. Δεν είναι υλικά αγαθά, δεν είναι μετρήσιμα με αριθμούς, πολύ συχνά δεν ερμηνεύονται, ούτε αναλύονται.

Ο ίδιος ομολόγησε πως ένιωθε ότι είχε τα πάντα, μέχρι που ο δρόμος του -καρμικά θαρρεί κανείς- συναντήθηκε με το μονοπάτι του ΠΑΟΚ. Και τότε διαπίστωσε πως... μάλλον δεν είχε τίποτα!

Ο Ιβάν Σαββίδης είχε ζήσει ήδη δέκα ζωές, είχε υλικό περίσσευμα για τουλάχιστον άλλες τόσες. Μπορούσε να αγοράσει ό,τι ήθελε, να εκπληρώσει όποια επιθυμία του ερχόταν στο μυαλό μέσα σε ένα λεπτό. 

Και κάπου εκεί ήρθε κάτι… άυλο, όπως ο ΠΑΟΚ να του δώσει την πνευματική ολοκλήρωση, την ισορροπία, την εσωτερική κάθαρση, να νοηματοδοτήσει με διαφορετικό τρόπο την ζωή του, την ύπαρξη του, τον ρόλο του.

Τα σημαντικότερα πράγματα στην ζωή, δεν είναι πράγματα. Με την περπατησιά του στην ιστορία του Δικεφάλου, ο Ιβάν Σαββίδης πρόσφερε πράγματα που δεν είναι μετρήσιμα. Είναι άυλα, μα ανεκτίμητης αξίας.

Η ηγετική του μορφή έφερε πίσω την αίσθηση της αυτοπεποίθησης, σε ένα τεράστιο πληθυσμιακό κομμάτι που ένιωθε ισόβια καταδικασμένο να ζει με αποφάγια χαράς, με μικρές σταγόνες ευτυχίας.

Σε ένα τεράστιο πληθυσμιακό κομμάτι με αθλητικές πληγές τόσο βαθιές, που έμοιαζαν αδύνατο να επουλωθούν.

Σε ένα τεράστιο πληθυσμιακό κομμάτι που έμοιαζε απογοητευμένο, κουρασμένο, αποκαμωμένο, σχεδόν συμβιβασμένο με την μοίρα του, με την αδικία, την ανισότητα, τον φαταουλισμό της καθεστηκυίας τάξης. 

Η ηγετική του μορφή ήρθε για να εγγυηθεί πως ο ΠΑΟΚ μαζί του δεν πρόκειται ποτέ ξανά να είναι ρακένδυτος, κουρελής, δέσμιος, πιόνι, κομπάρσος, αλλά πρωταγωνιστής και οδηγός των εξελίξεων.

Ένα ενοχλητικό «αγκάθι» στα σχέδια όσων λαίμαργα καταβρόχθιζαν μόνοι τους ολόκληρη την πίτα, αφήνοντας μόνο κάτι ψίχουλα για τους άλλους

Μαζί του, ο ΠΑΟΚ ζει τα δικά του «χρυσά» χρόνια, αποτυπώνεται αυτό στο ένα πρωτάθλημα, τα τέσσερα κύπελλα, το αήττητο νταμπλ, την πορεία ως τα προημιτελικά του Conference League, το υπερσύγχρονο προπονητικό κέντρο, τα σχέδια για την νέα Τούμπα, τα τεράστια ονόματα που φόρεσαν επί των ημερών του την ασπρόμαυρη φανέλα και κάθισαν στον πάγκο του, τον σεβασμό που εκπέμπει το όνομα του στα πέρατα της γης.

Μα πέρα από την εξέλιξη του brand, του ονόματος, του εμβλήματος του ΠΑΟΚ, ο Ιβάν έφερε ξανά κάτι ακόμα πιο σημαντικό: το χαμόγελο, την αισιοδοξία, την πίστη, την ελπίδα. 

Έδωσε την ευκαιρία σε έναν διψασμένο κόσμο να δοκιμάσει από το νέκταρ της επιτυχίας / ευτυχίας, που πίστευε ότι ήταν φτιαγμένο μόνο για ξένους, εκλεκτούς, ουρανίσκους, όχι τους δικούς τους.

Η παρουσία του, η μορφή του, η αύρα του, το κύρος του, ο όγκος του, το μέγεθος του, ήρθε για να καλύψει ένα ιστορικό κενό, να διορθώσει μια ιστορική ανορθογραφία, να οιστρηλατήσει ξανά μία ολόκληρη λαϊκή μάζα, να οριοθετήσει ξανά την θέση του συλλόγου στην ζωή ολόκληρης της χώρας, όχι μιας πόλης ή απλώς της Βορείου Ελλάδας.

Και το έκανε έναν τρόπο ταιριαστό, σύμφυτο, αντάξιο της ιστορίας και των ιδανικών του συλλόγου. 

Προσγειώθηκε σε μία χώρα που εκείνη την εποχή, εξέπεμπε αθλητική δυσωδία, σε ένα χώρο γεμάτο σκάνδαλα, ανομία, εξαρτήσεις, μοναρχισμό. Μιλώντας για ισονομία, για δικαιοσύνη, για τακτικούς δικαστές, για δημοκρατικές εκλογές σε όλα τα θεσμικά όργανα, για ξένους διαιτητής, για VAR έμοιαζε με έναν σύγχρονο Δον Κιχώτη, ο οποίος κυνηγούσε ανεμόμυλους. 

Κι όμως, τα κατάφερε, κι αυτομάτως έγινε αυτός το «πρόβλημα» για το ίδιο το σύστημα.

Έβαλε το δικό του λιθαράκι -μικρό ή μεγάλο ας το κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος- ώστε όλοι να έχουν δικαίωμα στο όνειρο. 

Κατηγορήθηκε, κυνηγήθηκε, στοχοποιήθηκε από ένα ολόκληρο σύστημα, πολεμήθηκε, εξοστρακίσθηκε όπως κανείς άλλος στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου για την αντίδραση του να εισβάλλει στο γήπεδο, νιώθοντας ότι κάποιος εισέβαλλε στο σπίτι του να τον ληστέψει, μα πάντα ήταν εκεί για να αναλάβει τις ευθύνες του.

Πριν το δικαστήριο αποφανθεί για την πειθαρχική του απόφαση, ο ίδιος είχε αποφασίσει να τιμωρήσει τον εαυτό του με τον πιο σκληρό τρόπο. Αυτοεξορίστηκε για τρία χρόνια, ως τίμια παραδοχή  του λάθους του.

Σε μία εποχή που όλοι ψάχνουν παραθυράκια το νόμου για να γλιτώσουν, εκείνος άνοιξε μόνος την πόρτα και αποφάσισε την σκληρότερη τιμωρία για τον εαυτό του!

Συνάμα όμως, δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Ποτέ του δεν παραδόθηκε, δεν έκανε το χατίρι σε όσους ήθελαν να τον δουν να εγκαταλείπει.

Ήταν και είναι κιμπάρης. Πλήρωσε για κάθε δική του αμαρτία, αλλά και αμαρτίες προηγουμένων που βάραιναν ισόβια τον σύλλογο.

Πλήρωσε μετρητοίς το πιο ακριβό τσάι της ζωής -σχεδόν 10,9 εκατομμύρια ευρώ- του για να λύσει τα δεσμά του ΠΑΟΚ, μέσα σε μία ημέρα.

Πλήρωσε την «ενοχλητική» ενασχόληση του με τον Δικέφαλο, με κυνηγητό, με προσωπικό κόστος, με λίβελους και λάσπη. 

Ο Ιβάν Σαββίδης δεν είναι Άγιος, ούτε διεκδικεί την Αγιοσύνη. Κάνει λάθη όπως όλοι μας, κι αυτός παρασύρεται, ολισθαίνει, παρεκτρέπεται, υποφέρει, μετανιώνει. 

Σε πείσμα όλων όσοι προσπάθησαν να τον αποδομήσουν, ΡΙΖΩΣΕ. 

Είναι εδώ! 

Και θα είναι για πάντα, ό,τι κι αν συμβεί από εδώ και στο διηνεκές του χρόνου.

 

*Είναι ο τίτλος από το πασίγνωστο ποντιακό τραγούδι με τίτλο "Πατρίδα μου σε γυρεύω", το οποίο... απογείωσε με την ερμηνεία του ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Πατρίδα μ’ αραεύω σε... *
EVENTS