MENU
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΥΠΕΛΛΟ 2026: Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΣΤΗ ΣΕΝΤΡΑ
Advertisement

Το τελευταίο σφύριγμα έμοιαζε με την κλακέτα πριν αρχίσουν να γράφουν οι κάμερες. Μόνο που αυτή η σκηνή έπρεπε να γυριστεί μόνο μία φορά -δεν υπήρχε το παραμικρό περιθώριο λάθους.

Ο πρωταγωνιστής έδειχνε να την έχει προβάρει, έμοιαζε να την έχει παίξει πολλές φορές στο μυαλό του. 

Έμοιαζε με μονόπρακτο, όλοι οι άλλοι γύρω του ήταν κομπάρσοι που έδιναν ένταση στον βουβό θρήνο του βασικού ήρωα.

Περπάτησε αμήχανα, προσπαθώντας να κερδίσει τον χώρο του, να αδειάσει την πίστα.

Κανείς δεν τον πλησίασε. Ούτε συμπαίκτης, ούτε αντίπαλος, 

Κανείς δεν ήθελε να χαλάσει την ιερότητα της στιγμής. Μία σιωπηρή παραδοχή της μικρότητας τους, μπροστά στο μεγαλείο του.

Τα πλάνα ήταν πια καθαρά. Ήταν πια αυτός και η κάμερα, που τόσο (τον) αγαπάει. Μπορούσε πια να ξεδιπλώσει την γκάμα των συναισθημάτων του.

Οι συσπάσεις στο πρόσωπο του έγιναν πιο έντονες. Τα μάτια έγιναν υγρά. 

Οι συμπαίκτες του έμοιαζαν να μην έχουν όρεξη να πενθήσουν την έξοδο τους από το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Η χαρά των αντιπάλων για την πρόκριση κόπασε γρήγορα.

Εκείνος έμεινε ακίνητος, περιμένοντας πια την υπόκλιση, το ύστατο χαίρε, την αναγνώριση όσων μοιράστηκαν το γήπεδο μαζί του.

Έμεινε ακίνητος και είδε κάποιους -όχι όλους- να έρχονται προς το μέρος του για να πάρουν κι αυτοί ένα πλάνο μαζί του. 

Πέρασε ο Ρόδρι, ο Γιαμάλ, ο σκόρερ Μερίνο, κυρίως αντίπαλοι -ελάχιστοι συμπαίκτες.

Και μετά, όλα έγιναν αργά. Πολύ αργά. Σαν σκηνή από ταινία του Αγγελόπουλου. 

Σαν ένα βασανιστικό φινάλε, που παλεύει να εκμαιεύσει από τον θεατή το συναίσθημα, το δράμα, την συμπάθεια, την υστεροφημία.

Ο Κριστιάνο άρχισε να βαδίζει αργά, πιο αργά από ποτέ προς τα αποδυτήρια. Η κάμερα τον ακολούθησε ως εκεί, μέχρι που χάθηκε από το πλάνο. 

Αυτό ήταν! 

The end!

Σκηνοθετικά ήταν άψογο. Σαν ένα υπέροχο αφιερωματικό ντοκιμαντέρ του Netflix. 

Μόνο που όλο αυτό ήταν πραγματική ζωή. Κι ο Κριστιάνο κατάφερε το απόλυτο. 

Να μετατρέψει κοτζάμ Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα προσωπικό αποχαιρετιστήριο farewell, σε μία ταινία μικρού μήκους, στην οποία πραγματικοί ποδοσφαιριστές υποδύονταν τους… ποδοσφαιριστές.

Τόσο ψεύτικο, που έμοιαζε αληθινό.

Τόσο αληθινό, που έμοιαζε με ψεύτικο.

Στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του σε Μουντιάλ, σε αγώνα 98 λεπτών, ο Κριστιάνο ακούμπησε την μπάλα 19 φορές! 

Ήταν non factor. Ήταν περισσότερο εμπόδιο, παρά λύση. 

Μα, για τον ίδιο δεν είχε καμία σημασία. Σημασία είχε πως είχε καταφέρει να γράψει ο ίδιος το σενάριο και να κάνει όλους τους άλλους να το υπηρετήσουν πιστά, αδιαφορώντας για την ουσία, το ποδόσφαιρο.

Ένα έκτο προσωπικό Μουντιάλ -ασύλληπτο από βιολογικής άποψης.

Ένας τυπικός “yesman” στον ρόλο του προπονητή, μία καπαρωμένη θέση στην ενδεκάδα, ένα σύνολο να τον υπηρετεί, ένα ποδοσφαιρικό έθνος να νιώθει την ανάγκη να δικαιολογεί την ματαιοδοξία του.

Το πορτογαλικό ποδόσφαιρο θα ήταν ακόμα φτωχός συγγενής αν δεν υπήρχε ο Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Ζοσέ Μουρίνιο και ο Ζόρζε Μέντες, που μετέτρεψαν την μπάλα σε εμπορικό / εξαγώγιμο προϊόν, που απογειώνει το πορτογαλικό ΑΕΠ.

Οι τρεις τους δίδαξαν μαεστρικά πως αυτό που μετράει δεν είναι τόσο το τι, αλλά το πως. Όχι τι κάνεις, αλλά το πως το παρουσιάζεις, πως το πλασάρεις. Πως κάνεις όλο τον πλανήτη να ασχολείται με αυτό.  Το περιτύλιγμα, όχι τόσο το περιεχόμενο. Αυτό το τελευταίο, έπεται.

Οι τύποι ανακάλυψαν το viral, πριν οτιδήποτε στο ποδόσφαιρο γίνει viral.

Το πορτογαλικό ποδόσφαιρο σιώπησε συναινετικά, με έναν ενοχικό σεβασμό μπροστά σε αυτή την τελευταία ποδοσφαιρική επιθυμία / καπρίτσιο του ευεργέτη του.

Ο Κριστιάνο κατάφερε να δημιουργήσει την αίσθηση ενός εθνικού χρέους προς το πρόσωπο του.

Μιας υποχρέωσης μιας ολόκληρης χώρας, που όφειλε να  σεβαστεί τον τρόπο που θέλει να ολοκληρώσει τη διαδρομή του με τη φανέλα της Εθνικής κι ας εγκυμονούσε ο κίνδυνος να θυσιαστεί μια ολόκληρη διοργάνωση, ένα μεγάλο συλλογικό όνειρο για μία ευλογημένη γενιά.

Το εγώ, υπερνίκησε το εμείς. Το ποδόσφαιρο, όμως, είναι ομαδική υπόθεση.

Ο Κριστιάνο θα ήθελε να φύγει νικητής. Τροπαιούχος, θριαμβευτής. Αυτό το σενάριο είχε προβάρει, πρώτα.

Στο μυαλό του δεν φεύγει ως ηττημένος. 

Φεύγει ως πρωταγωνιστής, που απλώς είχε γύρω του αταίριαστους κομπάρσους…

Σαν Βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα…