MENU

Το χειμώνα του 1948, ο Λάζαρος και ο Μαρίκα Ασημοπούλου είπαν «να γίνουν τα δυο τους ένα, έστω για λίγο, για τοσοδούλι» και να ζευγαρώσουν «σαν βεγγαλικά». Εννέα περίπου μήνες αργότερα και δέκα ημέρες προτού ολοκληρωθεί κι επίσημα ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, μία μέρα σαν τη σημερινή, στις 20 Αυγούστου 1949, όταν «οι σημαίες υπεστάλησαν», «οι ιδέες κλείστηκαν στο ντουλάπι της Εθνικής ενότητας» και «καμία καβάντζα δεν υπήρχε πλέον», ο Νικόλας Άσιμος «πήρε το δρόμο να φύγει, μα ήρθε» στη ζωή, αφήνοντας «του απέραντου την ψύχρα». Σε έναν «θωρακισμένο καιρό» πλέον, όντας άσημος ακόμα. Στην πορεία το «Ασημόπουλος» έγινε «Άσιμος» (αυτός που δεν πλησιάζεται). Αργότερα, ο Νικόλας μετατράπηκε σε διάσημος μέχρι που ξαναέγινε «άσιμος». Και ως άσιμος, «έφυγε» μόλις στα 38 του χρόνια...

Οι άνθρωποι αρέσκονται στο να φορούν «ταμπέλες» στους γύρω τους. Για τους «γνωστικούς», ο Νικόλας Άσιμος ήταν ένας ημίτρελος, άθεος, αριστερός επαναστάτης του περιθωρίου. Ίσως και να είχαν δίκιο. Κανένας μα κανένας όμως δεν μπορεί να μην παραδεχθεί πως τη μουσική παιδεία και το έμφυτο ταλέντο του Άσιμου δύσκολα τη συναντάει κανείς ακόμα και σε μεγάλους δημιουργούς. Πόσο άθεος όμως μπορεί να είναι κανείς για να γράψει τον «Μπαγάσα», μία ανοιχτή συνομιλία του ανθρώπου με τον Δημιουργό, ως παράπονο, ως παρακάλι, ως «απονενοημένο διάβημα», εκλιπαρώντας για λίγη προσοχή, για μια χαραμάδα ελπίδας, για μια ανάσα; Και πόσο τρελός μπορεί να είναι κανείς για να μελοποιήσει έναν τόσο νηφάλιο μονόλογο (γιατί έως σήμερα, διάλογο δεν κατάφερε κανείς να κάνει μαζί Του) με τον Θεό; Το συγκεκριμένο κομμάτι (που ερμήνευσε επίσης μοναδικά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου) είναι ό,τι κοντινότερο σε αυτό που ονομάζουμε «ανθρώπινη υπόσταση». Μέσα από τους στίχους του Νικόλα εκτυλίσσονται όλα τα στάδια της σχέσης μας με αυτό που αποκαλούμε «ανώτερη δύναμη»: αμφισβήτηση, ζήλια, θυμός, απόγνωση, απελπισία, ειρωνεία, αποδοχή κι εν τέλει υποταγή στο θείο και στις βουλές του, ως τη μόνη διέξοδο. Ο «Μπαγάσας», ακούει αλλά δεν επεμβαίνει...

Η αυτοκτονία είναι πράξη τόλμης και δειλίας μαζί. Γιατί αυτοκτόνησε ο Άσιμος; Επειδή παραήταν άνθρωπος και μάλιστα υπερευαίσθητος. Ίσως οι αιτίες να ήταν δύο. Τύψεις για όσα προκάλεσε στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η μία αιτία. Στο τελευταίο του γράμμα, αφού πρώτα στέλνει «χαιρετίσματα στη ζωή», ζητάει συγγνώμη από ανθρώπους και ζώα, στα οποία προξένησε κακό, όταν πλέον είχε «ξεφύγει» νοητικά. Πίστευε πως ήταν ένα είδος εξαγνισμού, δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Νικόλας. Κι αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα μέσα από τους στίχους που έγραφε.

Και η άλλη αιτία; Ιδού:

200 στη στροφή και με ρωτάνε «μαμά»

όχι, δεν είναι μαμά

να με βρουν οι μπάτσοι ψάχνουν ξανά

θα΄μαι στον Παναμά

πουτάνα δεν παίρνω ποτέ σοβαρά

έτσι μου' πε η μαμά.

Θέλουν να με δέσουν οι τσέοι

επειδή βγάζουμε φράγκα, είμαστε ωραίοι

ποτέ νερό από τη βρύση

σολομό και μόνο Fiji

δεν πληρώνουμε τους φόρους

όλα είναι μαύρα

κι άμα θέλω έχω τον τρόπο να τη βγάλω τζάμπα

το μωρό μου θέλει να πάρει καινούργια τσάντα

Louis V και Gucci, δεν παίζουμε με Prada…

''Mama'', (Sin Boy & ΥΠΟ). 40 εκατομμύρια προβολές στο Youtube…

Αγαπάω κι αδιαφορώ

και κρατάω τον κατάλληλο χορό

το λοιπόν θα αγαπάω κι εμένα

όπως εσένα.

Μην παρανοείς τα λόγια που' χω πει

είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή

κοίτα με στα μάτια με υπομονή

διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή

νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς

είν’ πανάκριβο σ’ το λέω ν’ αγαπάς.

Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ

ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ

μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά

κάνεις πάλι κύκλους σ’ άλλη αγκαλιά.

Αγαπάω κι αδιαφορώ

και μαζί σου το έχω μάθει και αυτό

παραδόξως ν’ αγαπάω κι εμένα όπως εσένα...

«Αγαπάω κι αδιαφορώ» (Νικόλας Άσιμος). Λιγότερο από 1 εκατομμύριο προβολές στο Youtube...

Εσείς τι πιστεύετε; Θα άντεχε ο ίδιος να αντικρίσει μία μουσική τόσο παρηκμασμένη; Και το κυριότερο: θα αποδεχόταν η κυνική σημερινή εποχή μία τόσο ρομαντική προσωπικότητα όσο ο Νικόλας; Ίσως να το είχε προβλέψει κιόλας και γι΄αυτό να επέλεξε τον φριχτό, μοναχικό δρόμο του απαγχονισμού. Όχι, ούτε η ζωή αλλά ούτε κι ο θάνατος του Άσιμου πρέπει να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση, για κανέναν από εμάς. Σίγουρα δε θα το επιθυμούσε ούτε ο ίδιος. Τη μουσική του όμως πρέπει να την κρατάμε ως κόρη οφθαλμού. Να λαμβάνουμε τα μηνύματά της, να γινόμαστε κοινωνοί της σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής μας, να προσπαθούμε να ρουφήξουμε λίγη από τη γλυκύτητά της. Ίσως κάτι να έχουμε κερδίσουμε όλοι απ’ αυτό...

ΥΓ. Την ίδια ημερομηνία που «έφυγε» ο Νικόλας Άσιμος, στις 17 Μαρτίου, ένας άλλος «επαναστάτης» ήρθε στη ζωή. Το όνομα του: Γιώργος Καλαφάτης. Ο μετέπειτα ιδρυτής του Παναθηναϊκού είχε ορισμένα ακόμα κοινά σημεία με τον τραγουδοποιό. Έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν στην ίδια πόλη (Αθήνα) αλλά και στην ίδια συνοικία (Εξάρχεια). Για μία περίοδο της ζωής τους μάλιστα, υπήρξαν και οι δύο κάτοικοι της οδού Αραχώβης. Δύο «τρελοί» της εκάστοτε εποχής, οι οποίοι πήγαν κόντρα στο κατεστημένο και το «ρεύμα» που επικρατούσε. Περιθωριοποιήθηκαν αμφότεροι από τον περίγυρό τους, αλλά κέρδισαν την καταξίωση και την αναγνώριση που τους αναλογούσε, έστω και μετά θάνατον. Όσο βρίσκονταν εν ζωή, λίγοι ήταν σε θέση να αντιληφθούν πόσο σημαντική ήταν η προσφορά τους, ο καθένας από το δικό του μετερίζι. Άφησαν και οι δύο κληρονομιές που γαλούχησαν γενιές. Οι ίδιοι, ή τα δημιουργήματά τους, έγιναν συνθήματα σε πανό και σε τοίχους, τραγουδήθηκαν με πάθος. Και πλέον, τους αναπολούμε με νοσταλγία. Ίσως όχι όλοι, αλλά σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας...

Για τον χαμένο αγώνα του Άσιμου δεν μείναν μόνο «τα αστεράκια μόνα να τον κλαιν'». Κλαίμε πολλοί ακόμα. Δεν έχει σημασία πού ανήκουμε πολιτικά. Άλλωστε, ποτέ δεν δακρύζει μόνο το δεξί, ή μόνο το αριστερό μάτι. Πάντα και τα δυο μαζί δακρύζουν.

Venceremos, Νικόλα...

«Το λοιπόν», Νικόλα;
EVENTS