Μια τραγωδία που προκαλεί μεγάλο πόνο, όπως αυτή που συνέβη χθες το μεσημέρι στη Ρουμανία, οδηγεί σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια στην ενδοσκόπηση. Όσοι έχουν βιώσει κάτι τέτοιο, καταλαβαίνουν τι γράφω. Εκεί που το βλέμμα χάνεται, που η ακοή εξασθενίζει, που δεν επικοινωνείς με το περιβάλλον γύρω σου και νιώθεις να εγκαταλείπεις το έδαφος, τα μικρά που σε απασχολούν, και πας ψηλά, για να δεις καλύτερα τη μεγάλη εικόνα.
Και όταν κοιτάς από ψηλά, αρχίζει το μυαλό να κατακλύζεται με ερωτήματα.
Μπορεί κάποιος να γράφει για ώρες για το ταξίδι του μυαλού την ώρα του πόνου. Η αφεντιά μου επιλέγει, ανάμεσα στα «πώς» και τα «γιατί» της τραγωδίας, να ασχοληθεί με το πιο πεζό, ενδεχομένως και το πιο ανούσιο για πολλούς: Γιατί η ΟΥΕΦΑ δεν ανέβαλλε το ματς του ΠΑΟΚ με τη Λυών;
Ας αφήσουμε πίσω για λίγο, σας παρακαλώ, τα «στενά καλεντάρια», τους «αυστηρούς κανονισμούς» και το διαρκές «the show must go on», όλα αυτά που βάζουν τους κανόνες που παίζεται πολλά χρόνια τώρα το παιχνίδι του παγκόσμιου αθλητισμού. Κι ας εγκαταλείψουμε το έδαφος. Να πάμε λίγο ψηλά, να δούμε την μεγάλη εικόνα.
Γιατί παίζεται ποδόσφαιρο σ’ αυτό το επίπεδο; Να, μια κομβική ερώτηση. Γιατί δηλαδή ο άνθρωπος επέλεξε αντί απλά να παίζει ποδόσφαιρο ο ίδιος για την ευχαρίστησή του, να το αναδείξει σε ένα θέαμα;
Άλλη απάντηση δεν υπάρχει: ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ.
Αν απαντήσει κάποιος «για να ολοκληρωθούν τα καλεντάρια» και «να γίνουν όλοι οι αγώνες» και «για να απονεμηθούν οι τίτλοι στο τέλος της σεζόν», βρίσκεται ακόμα στο έδαφος. Δεν έχει μπροστά του τη μεγάλη εικόνα.
Υπάρχει ο αθλητισμός του «γυμνάζομαι» και ο αθλητισμός του «βλέπω». Η βιομηχανία που έχει στηθεί δίπλα, πάνω και κάτω απ’ αυτό το «βλέπω» είναι απείρως μεγαλύτερη του «γυμνάζομαι». Και απαιτεί… περιεχόμενο. Θέαμα. Ασταμάτητο. Εικόνες να ρέουν χωρίς καμία διακοπή.
Και τι γίνεται αν ο θεατής, ο καταναλωτής, δεν έχει όρεξη να παρακολουθήσει το θέαμα, επειδή νιώθει, καταλαβαίνει, συναισθάνεται ότι υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή πιο ιερά από το να γίνει ένα ποδοσφαιρικό ματς γιατί… «έτσι λέει το πρόγραμμα» και «οι ημερομηνίες είναι ασφυκτικές»;
Σ’ αυτό η απάντηση έχει δοθεί πολλά χρόνια τώρα. Και είναι κυνική.
Για κάθε έναν που συγκλονίζεται από τον χαμό νέων παιδιών, που ταξίδευαν για να δουν την ομάδα τους στο χορτάρι, υπάρχουν δύο και περισσότεροι που αδιαφορούν. Που δεν χαίρονται, βέβαια, για τις απώλειες (το αντίθετο είναι κτηνώδες και φρικώδες, δεν το συζητάμε), αλλά περισσότερη σημασία έχει να δουν την ομάδα τους να παίζει, τη μπάλα να κυλάει, και εν τέλει να καταγραφεί το αποτέλεσμα. Να… «ολοκληρωθεί το καλεντάρι» χωρίς αστερίσκους.
Η διεθνής αθλητική κοινότητα, όχι μόνο η ΟΥΕΦΑ, έχει δείξει την αναλγησία της σε δεκάδες περιπτώσεις. Πεθαίνει παίκτης στο γήπεδο και συνεχίζεται ο αγώνας. Εν ενεργεία διεθνής βρίσκεται νεκρός παραμονή αγώνα και το ματς γίνεται κανονικά. Παλιότερα, Ολυμπιακοί Αγώνες συνεχίζονται παρά την τρομοκρατική επίθεση με νεκρούς. Και πόσα άλλα να θυμηθείς…
Όλα αυτά στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: Τhe show must go on. Σαν το Κολοσσαίο. Όπου όταν το λιοντάρι κατασπάραζε τον χριστιανό, όταν ο μονομάχος ξάπλωνε νεκρό τον αντίπαλό του, έμπαιναν οι «Libitinarii», τα «κοράκια» στη σύγχρονη δική μας αργκό. Καθάριζαν το έδαφος από τα πτώματα, έριχναν νερό για να ξεπλύνουν το αίμα και… πάλι από την αρχή.
Αυτό θέλουμε; Αυτό είναι ο παγκόσμιος αθλητισμός; Αυτό είναι το ζητούμενο; Να γίνει ένα ματς καλά και σώνει, ενώ ο κόσμος της μίας ομάδας (και μαζί του μια ολόκληρη χώρα, ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία της) πενθεί τους νεκρούς της;
Όχι.
Δεν θέλουμε αυτό. Δεν γίνεται να θέλουμε αυτό. Δεν είναι αυτό το μήνυμα που (πρέπει να) στέλνει ο αθλητισμός του «βλέπω» στον κόσμο, έστω κι αν τον αντιμετωπίζει σαν καταναλωτή.
Και τώρα, ήλθε η σειρά του αντίλογου. Ο οποίος είναι τριών ειδών:
1. Οι εξυπνάκηδες: Αν αναβαλλόταν ένα ματς για κάθε τραγικό συμβάν που αφορά ομάδες, δεν θα ολοκληρωνόταν καμία διοργάνωση στην ώρα της. Ένα μπάχαλο θα γινόταν.
2. Οι ωχαδερφιστές: Εντάξει, τραγικό το συμβάν, αλλά όχι ρε παιδί μου να αναβληθεί και το ματς. Στο κάτω-κάτω οι δύο σύλλογοι έχουν εκατομμύρια άλλους οπαδούς, αυτοί τι φταίνε;
3. Οι χρυσοχαπάκηδες: Με το να γίνει ο αγώνας ο παγκόσμιος αθλητισμός στέλνει το μήνυμά του ότι είναι δυνατός και προσφέρει παρηγοριά. Έτσι θα ήθελαν οι ψυχές των οπαδών να τους τιμήσουν.
Bullshit. To γράφω αγγλικά για να μην το γράψω ελληνικά.
ΟΥΕΦΑ, παρ’ το αλλιώς. Συνδέσου με τον κόσμο. Δείξε ενσυναίσθηση. Δες τη μεγάλη εικόνα. Ο θεατής, ο καταναλωτής έστω, πρέπει να είναι χαρούμενος όταν πληρώνει για να δει το θέαμα που προσφέρεις. Αν βρίσκεται μέσα στην καταχνιά, στον πόνο και το πένθος, ποια η λογική να προσφερθεί ένα ποδοσφαιρικό θέαμα;
Ξέρω. Όσοι έχετε φτάσει ως εδώ, πιθανόν θα έχετε βγάλει το συμπέρασμα ότι όλη αυτή η προσέγγιση είναι ρομαντική, πετάει στα σύννεφα, ανέφικτη, εκτός πραγματικότητας. Ωραία τα γράφεις, αλλά δεν γίνονται.
Αυτό είναι το λάθος. Να υποτάσσεσαι. Να λες «δεν γίνεται αλλιώς». Και, εν τέλει, να καθίσεις αύριο μπροστά από την τηλεόραση να δεις το ματς, που η στοιχειώδης ενσυναίσθηση επιτάσσει να είχε ήδη αναβληθεί. Να γίνεις με το ζόρι «καταναλωτής».
Ενώ υπάρχουν πολλοί τρόποι να «απαντήσεις» και στη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι ίδιοι. Του χρήματος. Της απώλειας χρήματος, για να είμαι πιο ακριβής.
Χρειάζεται οργάνωση. Και εθνική και διεθνής. Αλλά για να διαπεράσεις τη σκληρή πέτσα και την παντελή έλλειψη ντροπής αυτών των ανθρωποειδών, χρειάζονται δυνατά χτυπήματα.
Για να μην ξαναζήσουμε άλλη στιγμή τόσο βαριά, όπως την αυριανή. Που ένα ματς θα γίνει επειδή… πρέπει να γίνει.