Οι κούπες σηκώνονται από τα καλάθια, αλλά δεν μένω μόνο σε αυτά. Ίσως γιατί δεν με τραβάνε μόνο τα τρόπαια, οι αριθμοί ή οι τίτλοι της στιγμής. Σε τέτοιες βραδιές, το βλέμμα μου φεύγει αλλού. Πάει στις μικρές ρωγμές του ανθρώπου. Στο δάκρυ που ξεφεύγει όταν όλοι οι άλλοι κοιτούν το κύπελλο. Στην έκφραση που δεν παίζεται σε replay, γιατί κρατάει μόλις δύο δευτερόλεπτα, αλλά μέσα της χωράει μία ολόκληρη ζωή.
Αυτή τη φορά, μετά το ξέσπασμα του Έβαν Φουρνιέ στον ημιτελικό, όλα οδηγούσαν στον Γιώργο Πρίντεζη.
Ο Ολυμπιακός σήκωνε την 4η Ευρωλίγκα της ιστορίας του κι εκεί, ανάμεσα στα καπνογόνα, στις φωνές και στην απόλυτη παράνοια της εξέδρας, υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν πανηγύριζε σαν παλαίμαχος.
Έκλαιγε.
Έκλαιγε με δάκρυα που είχαν βάρος δεκαετιών.
Ο Πρίντεζης είδε τον Ολυμπιακό να ξαναγίνεται πρωταθλητής Ευρώπης και ταυτόχρονα έβλεπε μπροστά του να περνάει ολόκληρη η ζωή του. Από το παιδί που μπήκε στον σύλλογο με μάτια οπαδού, μέχρι τον άνθρωπο που σημάδεψε την ιστορία του με το πιο εμβληματικό καλάθι που έβαλε ποτέ Έλληνας παίκτης σε Final Four. Εκείνο το πεταχτάρι που έκανε την Πολη... πιο μαγική και θρυλική.
Σε εκείνο το στιγμιότυπο αρχίζει το πραγματικό ψυχογράφημα αυτής της εικόνας. Του Γιώργαρου να δακρύζει.
Γιατί όταν ο Πρίντεζης βλέπει τον Ολυμπιακό να σηκώνει Ευρωλίγκα, δεν βλέπει μόνο άλλο ένα τρόπαιο, το 4ο. Βλέπει την Πόλη του 2012. Βλέπει την μπάλα να αιωρείται από τα χέρια του Σπανούλη. Βλέπει το σώμα του να πετάγεται σχεδόν μηχανικά προς το στεφάνι. Βλέπει εκείνο το πεταχτάρι, το σήμα κατατεθέν της μπασκετικής ζωής του.
Ήταν η στιγμή που ένας ολόκληρος οργανισμός έμαθε να πιστεύει στα θαύματα.
Από τότε πέρασαν χρόνια. Άλλαξαν ομάδες, γενιές, ρόστερ, προπονητές, εποχές. Ο ίδιος άφησε τα παρκέ. Τα γόνατα βάρυναν, οι φωνές κόπασαν, η αδρεναλίνη έφυγε από το σώμα και πήγε στη μνήμη.
Μόνο που υπάρχουν αυτές οι βραδιές που η μνήμη επιστρέφει σαν χείμαρρος.
Ο Πρίντεζης στο ΟΑΚΑ χθες δεν ήταν άλλος ένας retired legend που παρακολουθούσε τον τελικό. Ήταν ο ίδιος ο Ολυμπιακός, καθισμένος σε μια καρέκλα.
Γι’ αυτό ούρλιαζε στα καλάθια.
Γι’ αυτό σφιγγόταν.
Γι’ αυτό τα μάτια του γέμιζαν πριν ακόμα τελειώσει το παιχνίδι.
Μερικοί παίκτες περνούν από μια ομάδα και αφήνουν στιγμές, αλλά κάποιοι άλλοι -και σ' αυτούς βάζω τον Πρίντεζη- κουβαλούν την ομάδα μέσα τους σαν οικογενειακή μνήμη. Σαν τραύμα, σαν υπερηφάνεια και σαν κομμάτι ταυτότητας.
Εκεί εντοπίζω τη δύναμη αυτής της εικόνας. Στο οτι δεν είδαμε έναν πρώην αθλητή να συγκινείται, αλλά έναν άνθρωπο να ξανασυναντά όλες τις ηλικίες του ταυτόχρονα.
Το παιδί.
Τον rookie.
Τον ήρωα της Πόλης.
Τον αρχηγό.
Τον βετεράνο.
Τον πατέρα.
Τον οπαδό.
Όλους μαζί.
Σαν να άνοιξε για λίγα δευτερόλεπτα μια μυστική πόρτα του χρόνου και να πλημμύρισαν τα πάντα από αναμνήσεις.
Και ξέρετε κάτι; Αυτές είναι οι στιγμές που μένουν περισσότερο κι από τα τρόπαια.
Όχι το τελικό σκορ, ούτε ποιος έβαλε 17 ή 22 πόντους, αλλά ένας άνθρωπος που λύγισε μπροστά σε αυτό που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του.
Ίσως, κατά βάθος, εκείνη τη στιγμή να είδε ξανά την μπάλα του 2012 να φεύγει από τα χέρια του...