Είναι προφανές ότι η διαιτησία και η ποδοσφαιρική δικαιοσύνη θα βρίσκονται πάντοτε στο μικροσκόπιο και θα εγείρονται ζωηρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους. Παρόλα αυτά υπάρχει μια όψη που δεν παραγνωρίζεται: Η διαιτησία δεν έχει πλέον μονοσήμαντα χαρακτηριστικά, όπως σε άλλες εποχές και η είσοδος των τακτικών δικαστών στα αθλητικά δικαστήρια δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας.
Αυτό αποδεικνύεται εύκολα από την εναλλαγή των πρωταθλητών τα τελευταία χρόνια και κυρίως από τον ανταγωνισμό της κορυφής. Φέτος το πρωτάθλημα παίζεται στα ίσια ανάμεσα στις τέσσερις μεγάλες ομάδες και ουδείς τολμά να στοιχηματίσει ποιος θα κόψει πρώτος το νήμα. Το VAR, οι ξένοι διαιτητές και οι τακτικοί δικαστές έδωσαν μια βαθιά ανάσα στο ελληνικό ποδόσφαιρο, το οποίο είχε ανάγκη το ανταγωνιστικό πλαίσιο.
Για άλλες χώρες όλα αυτά είναι δεδομένα. Όταν η Τσέλσι του Αμπράμοβιτς κατακτούσε για δεύτερη συνεχή φορά τον τίτλο, δύο εφημερίδες στην Αγγλία κυκλοφόρησαν με το ίδιο πρωτοσέλιδο: «Ανία»!
Τι θα λέγαμε κι εμείς που είχαμε επί μια δεκαετία μόνιμο πρωταθλητή; Προφανώς δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να μπούμε στον τρόπο σκέψης των Αγγλων, καθώς εθιστήκαμε σε συγκεκριμένους μηχανισμούς και κάναμε καθημερινότητά μας τα εκφυλιστικά συμπτώματα.
Προβάλλουμε αυτήν την αισιόδοξη διάσταση γιατί κάποιοι που έμειναν έξω από το χορό, πολλά τραγούδια λένε. Είναι οι ίδιοι που απολάμβαναν το μεθύσι της πλασματικής νίκης και επιδίωκαν πλήρη κυριαρχία. Δεν χάριζαν ούτε τον πυρετό τους στον αντίπαλο.
Η αντίληψη της πλήρους κυριαρχίας νοθεύει τον ανταγωνισμό. Κι όταν στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει αυτό το στοιχείο, αυτομάτως το ενδιαφέρον πέφτει στα τάρταρα.
Στην Ελλάδα το πληρώσαμε πολύ ακριβά και η μεγάλη αλλαγή θα γίνει μόνο όταν πάψουμε να μιλάμε για τους Big 4 και δούμε και άλλες ομάδες να εισέρχονται στη μάχη της κορυφής. Μοιάζει φιλόδοξο, αλλά δεν είναι τόσο απόμακρο.