Δεν είναι μακριά ο καιρός που τσακωνόμασταν για την Εθνική Ελλάδος. Αναφορικά με το ποιος έχει περισσότερους διεθνείς. Παναθηναϊκός; Ολυμπιακός; ΑΕΚ; ΠΑΟΚ; Έγινε καμιά έκπληξη και κλήθηκε από άλλη ομάδα; Εκφράστηκαν τα γνωστά παράπονα πως κανείς προπονητής δεν «βλέπει» παίκτες αν δεν προέρχονται απ’ τους «μεγάλους»;
Μετά ήρθε και η περίφημη γκρίνια για το ποιος χρησιμοποιήθηκε περισσότερο. Αν έπαιζε ο «πράσινος» ή ο «ερυθρόλευκος», σήκωνε συζήτηση στο γιατί προτιμήθηκε. Αν πάλι αγωνιζόταν περισσότερο απ’ όσο θεωρούσαν σωστό οι «κιτρινόμαυροι» ή οι «ασπρόμαυροι», τότε η γκρίνια αφορούσε στο γιατί κουράστηκε το… δικό μας παιδί.
Είναι προφανές πως αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Όχι μακρινό, όχι εποχών που δεν προλάβαμε ή δεν θυμόμαστε καλά-καλά. Τέτοιες κόντρες υπήρχαν ακόμη και τη «χρυσή» εποχή της Εθνικής μας, μετά το Euro 2004 και πριν… τραβήξουν την πρίζα οι Σαρρήδες και οι Γκιρτζίκηδες.
Στο σήμερα του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος, προφανώς μας στεναχωρεί όλους η απουσία από μεγάλες διοργανώσεις. Θα έρθει κι αυτό. Είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα συμβεί, καθώς έχει αλλάξει ο Έλληνας ποδοσφαιριστής. Η «βαρύτητά» του στην ίδια την πιάτσα. Η σημασία και η αξία του, χωρίς να αναφερόμαστε στο οικονομικό σκέλος, αλλά καθαρά στο ποδοσφαιρικό.
Η Εθνική του σήμερα μπορεί να ξεκινάει και να λέει πως κατεβάζει τον τερματοφύλακα της Σεβίλλης ή της Χαλ από την Premier League. Στόπερ έχει παίκτες της Ρόμα και της Γουέστ Χαμ. Μπακ από τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας και την Λίβερπουλ. Τα εξτρέμ είναι από την Άρσεναλ και την Ντόρτμουντ, ενώ ο φορ από την Μπενφίκα.
Οι… τελευταίοι στη λίστα, είναι από Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό, ΑΕΚ, ΠΑΟΚ. Τέσσερις ομάδες με δυναμική στο μεταξύ και σταθερή παρουσία στην Ευρώπη. Όχι μια τετράδα που «μάχεται» στην… ψωροκώσταινα, χωρίς να τη βλέπει κανείς εκτός συνόρων.
Πόσες ομάδες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, είχαν τέτοιο επίπεδο ποδοσφαιριστών; Και μάλιστα στις ηλικίες που είναι οι δικοί μας παίκτες. Είδαμε την Ελβετία για παράδειγμα να φτάνει να κοντράρει την Αργεντινή στους «8». Είδαμε το Μεξικό να κάνει εξαιρετικές εμφανίσεις. Δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα οι δικοί μας παίκτες, σε επίπεδο ταλέντου, παραστάσεων κι αυτό φαίνεται από τα κλαμπ που στρώνουν εκατομμύρια στα πόδια τους. Τεράστια κλαμπ όπως η φιναλίστ του Champions League και κάτοχος της Premier League. Παραδοσιακές δυνάμεις του παγκοσμίου ποδοσφαίρου συνολικά.
Το 2004, όταν υπήρχε και η ποιότητα και η προσωπικότητα στην Εθνική, φτάνοντας στην υπέρτατη επιτυχία του ποδοσφαίρου μας, οι περισσότεροι έπαιζαν στην Ελλάδα. Ο αντίστοιχος Τζόλης της εποχής (Στέλιος Γιαννακόπουλος) ήταν στην Μπόλτον.
Αυτή την κατάσταση, πρέπει να την εκμεταλλευτεί η Εθνική. Κυρίως, όμως, πρέπει να την εκμεταλλευτεί το ελληνικό ποδόσφαιρο. Συνεχίζοντας να «παράγει» ταλέντα τέτοιου επιπέδου. Ή και ακόμη περισσότερα τώρα που είδαν όλοι πώς γίνεται, αλλά και τι μπορεί να αποφέρει. Αγωνιστικά και οικονομικά.