Αναλυτικά είπε:
Για τη μετακίνησή του από την Αυστρία και τη Ραϊφάιζεν Γκρατς στη Δανία και τη Vejen: «Είναι μια καινούρια αρχή και ανυπομονώ να ξεκινήσω. Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκοπό να φύγω, είμαι έξι χρόνια στην Αυστρία και τέσσερα στο Γκρατς συγκεκριμένα, είχα βρει… την Ιθάκη μου. Ένα μέρος που ένιωθα πολύ αγαπητός και με κάλυπταν πλήρως σε όλα αυτά που ήθελα. Τελικά, ήρθε η ώρα να φύγω γιατί έτυχε η διοίκηση της ομάδας να μεγαλώσει, να μη μπορεί να συνεχίσει το έργο που έκανε πριν και έφυγε. Αποτέλεσμα αυτού να έρθει μια καινούργια διοίκηση. Έτσι, είπα κι εγώ πως ίσως ήρθε η ώρα να φύγω από τη ζώνη ασφαλείας μου και να βγω στην αγορά. Οπότε, το θεώρησα σαν ευκαιρία, νομίζω ηλικιακά είναι το επόμενο βήμα που πρέπει να κάνω».
Για το πώς προέκυψε η πρόταση της BK Vejen 1981: «Το ενδιαφέρον της Vejen προέκυψε μέσω του ατζέντη μου, για να είμαι ειλικρινής. Κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στο Λας Βέγκας, στο Summer League του NBA, όπου παρακολουθώ και βλέπω διάφορα πράγματα. Κατά τη διάρκεια αυτή που το μπάσκετ είναι “νεκρό” στην Ευρώπη, στο Λας Βέγκας “χτυπάει η καρδιά” του αθλήματος. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτήν τη διαδικασία, εκεί, γνώρισα και τον ατζέντη και μου έφερε αυτήν την πρόταση».
Για τους λόγους που αποδέχτηκε την πρόταση: «Αυτό που μου άρεσε ήταν η… πρόκληση να κρατήσω την ομάδα στην κατηγορία, γιατί είναι μόλις η δεύτερή της χρονιά που θ’ αγωνιστεί στην κατηγορία. Μ’ άρεσε, επίσης, το ότι θα αγωνιστώ με νεαρά παιδιά. Θα προσπαθήσω να δείξω το δικό μου έργο, να κάνω ένα καλό όνομα σε μια νέα αγορά όπως η Αυστρία. Νομίζω ότι πηγαίνοντας και στη Δανία και “χτίζοντας” αυτό το όνομα θα με βοηθήσει μελλοντικά στο να μου “ανοίξουν” κάποιες πόρτες».
Για την κουλτούρα που επικρατεί στην ομάδα της Vejen: «Είναι μια ομάδα τρομερά οργανωμένη, η οποία δε λειτουργεί όπως δείχνει η… βαθμολογική θέση στην οποία βρίσκεται. Είναι πιο οργανωμένη από πολλές ομάδες, όχι μόνο της Δανίας, αλλά και της Ευρώπης. Έχει τρομερές εγκαταστάσεις, δικό της γήπεδο, με πισίνα μέσα, ιατρικό επιτελείο σε κάθε προπόνηση από πάνω σου… Γενικά, αυτά που σου παρέχουν είναι επαγγελματικού επιπέδου. Το μόνο κακό του Vejen είναι ότι οικονομικά δε μπορεί να σου παρέχει ένα μεγάλο μπάτζετ για να κινηθείς στην αγορά. Εμείς θα πάμε με τέσσερις Αμερικανούς και, από ‘κει και πέρα, θα έχουμε μικρά παιδιά έως 20 ετών».
Για το επίπεδο του μπάσκετ σε πρωταθλήματα όπως της Δανίας και της Αυστρίας: «Τόσο η Δανία όσο και η Αυστρία βρίσκονται σε ένα αρκετά καλό επίπεδο. Σε ελληνικά μεγέθη, είναι μεταξύ της Elite League και των χαμηλών ομάδων της GBL. Οι πρώτες 5-6 ομάδες είναι πολύ ανταγωνιστικές ακόμη και για το ελληνικό πρωτάθλημα, αλλά από εκεί και κάτω είναι επιπέδου Elite League. Αυτό είναι και το πρόβλημα, ότι οι ομάδες αυτές έχουν μεγάλες διαφορές δυναμικότητας».
Για την οικονομική αντιμετώπιση που έχει το μπάσκετ σε Δανία και Αυστρία: «Γενικά, η Αυστρία και η Δανία έχουν το ίδιο πρόβλημα σ’ αυτό το κομμάτι… Πρόκειται για χώρες που είναι οικονομικά πολύ δυνατές, μπορεί να σου δίνουν σε μια απλή δουλειά ένα πάρα πολύ καλό επαγγελματικό συμβόλαιο, οπότε όταν πας να τους προσφέρεις εσύ τα μισά από αυτά για το μπάσκετ, χάνεται το κίνητρο. Δηλαδή, αναλογικά με το κόστος ζωής, είναι πολύ λίγα αυτά που σου δίνει μια ομάδα μπάσκετ. Ο κόσμος που ασχολείται με το μπάσκετ το κάνει καθαρά και μόνο επειδή το αγαπάει. Αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι σ’ αυτές τις χώρες, το να δώσεις το κίνητρο στον αθλητή να συνεχίσει να αγωνίζεται».
Για το αν τον καλύπτει επαγγελματικά το να εργάζεται σε ένα όχι και τόσο εμπορικό πρωτάθλημα: «Εμένα προσωπικά με καλύπτει, γιατί σε αφήνει να δουλέψεις. Ένα εμπορικό πρωτάθλημα είναι η Ελλάδα, είναι ένα πολύ καλό πρωτάθλημα. Για ‘μένα, όμως, δεν είναι το κίνητρο. Οι καρέκλες εκεί είναι… ηλεκτρικές, μπορεί να νικήσεις και να… απολυθείς. Αυτό δεν είναι υγιές, δεν είναι ο σωστός τρόπος που πρέπει να συμπεριφέρονται στους προπονητές. Σε χώρες όπως η Δανία και η Αυστρία κάνεις μια συμφωνία με την ομάδα, τελειώνει η χρονιά, αξιολογούν το έργο σου και μετά είτε συνεχίζεις είτε λύνεται η συνεργασία. Αλλά πρώτα σου έχουν δώσει χρόνο να δείξεις την δουλειά σου».
Για τον παίκτη που ανακοίνωσε ο Πανιώνιος, Άντριου Τζόουνς, ο οποίος αγωνιζόταν στο πρωτάθλημα της Αυστρίας και την περσινή χρονιά ήταν MVP: «Είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ο Άντριου. Έχει περάσει πολλά στην ζωή του, είχε και κάποια θέματα υγείας τα οποία και ξεπέρασε και κατάφερε να παίξει μπάσκετ. Αυτό δείχνει χαρακτήρα και δύναμη. Όσον αφορά το αγωνιστικό κομμάτι, ο Τζόουνς ήταν δύο χρόνια στην Αυστρία, την πρώτη του χρονιά έκανε μια πολύ μέτρια σεζόν, δεν είχε φανεί, ωστόσο τη δεύτερη ήταν τρομερός και έκανε χρονιά MVP. “Χτίστηκε” η ομάδα γύρω του. Χρειάζεται τα κατάλληλα εργαλεία γύρω του. Αν δεν τα έχει αυτά, μπορεί να… γυρίσει ανάποδα η κατάσταση. Είναι παίκτης που μπορεί να σκοράρει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά δεν του αρέσει πολύ η επαφή και, όταν είσαι πολύ δυναμικός απέναντί του, εκεί είναι που χρειάζεται τους συμπαίκτες του να του “ανοίξουν” τους χώρους».