MENU

«Είναι ένας από αυτούς τους σπουδαίους τύπους που θα μπορούσαν να τρέξουν από την μεσαία γραμμή όλο το παιχνίδι, κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, δίχως να χυθεί ούτε σταγόνα». 

Τα πνευματικά δικαιώματα της φράσης ανήκουν στον Πολ Σκόουλς, ο οποίος ποτέ του δεν τσιγκουνεύτηκε σε δημόσιο θαυμασμό προς τον Αντρέα Πίρλο. Έκαναν σχεδόν την ίδια δουλειά στο γήπεδο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ο ένας με ιδρώτα, λάσπη στα ρούχα του, ο άλλος με απαράμιλλο στιλ, δίχως να πετάξει ούτε μία τρίχα από τα μαλλιά του.

Ο Ιταλός ήταν αυτός που άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου -τουλάχιστον σε ότι αφορά τους μέσους. Ήταν αυτός που δίδαξε ότι μπορείς να είσαι δεκάρι, παίζοντας μπροστά από τους στόπερ.

Ήταν αυτός που έδειξε ότι μπορείς να είσαι το ίδιο καθοριστικός στο γήπεδο, παίρνοντας την πρώτη μπάλα κι όχι δίνοντας την τελευταία.

Ήταν αυτός που εισήγαγε τον όρο «deep lying playmaker», ένας πλέι-μέικερ που παίζει χαμηλά στο γήπεδο για να φτιάξει παιχνίδι από το δικό του μισό.

Ήταν ο πρωτοπόρος, ο οραματιστής, ο πρώτος διδάξας. Δημιούργησε σχολή. Επηρέασε την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Πάνω στο ξεχωριστό αυτό μονοπάτι που ιχνηλάτισε πρώτος, πάτησε ο Τσάβι, ο Ζορζίνιο, ο Βεράτι, ο Τιάγκο Αλκάνταρα όλοι αυτοί οι τύποι που απέδειξαν ότι οι μικρόσωμοι μπαλαδόροι μπορούν να καθορίσουν παιχνίδια, παίζοντας σε ζώνες γεμάτες «θηρία», «μηχανάκια» και μαραθωνοδρόμους, δίχως να μπορούν να τρέξουν γρηγορότερα ή να πηδήξουν πιο ψηλά από δαύτους.

Η φήμη πως η Μπενφίκα βγάζει έναν σπουδαίο… τέτοιο τύπο, άρχισε να κυκλοφορεί από πολύ νωρίς, ο Τιάγκο Ντάντας από τα 10 του που εντάχθηκε στις ακαδημίες της Μπενφίκα είχε τον δικό του τρόπο να ξεχωρίζει, χάρη στον σπάνιο χειρισμό της μπάλας και το θεόσταλτο χάρισμα να «βλέπει» γήπεδο.

Ο Ζοσέ Μπότο αποκάλυψε ότι η Μπάγερν Μονάχου τον έκανε εντατικό scouting από τα 14 του: «Ήξερα προσωπικά τον προπονητή της Μπάγερν και πριν από 6 χρόνια τον καλέσαμε για μία διάλεξη. Ταυτόχρονα διεξαγόταν ένα τουρνουά νέων, όπου είδε τον Τιάγκο Ντάντας να παίζει. Ενθουσιάστηκε και έκτοτε συνεχώς με ρωτούσε για αυτόν και την εξέλιξη του», αποκάλυψε ο νυν Αθλητικός Διευθυντής του ΠΑΟΚ, όταν οι Βαυαροί τον έκαναν δικό τους με την μορφή δανεισμού το καλοκαίρι του 2020.

Η Μπάγερν πίστευε ότι είχε κάνει την τέλεια ληστεία. Είχε καταφέρει να ξελογιάσει έναν παίκτη με ρήτρα αποδέσμευσης 88 εκατομμυρίων ευρώ, βάζοντας οψιόν αγοράς «μόλις» 7,5 εκατομμύρια. Πίστευε ότι θα μπορούσε να πλάσει τον επόμενο Τιάγκο Αλκάνταρα, ο οποίος το ίδιο καλοκαίρι είχε αποχωρήσει για την Λίβερπουλ. Είχε κάθε λόγο να το πιστεύει αυτό.

Μερικές εβδομάδες νωρίτερα, ο Τιάγκο Ντάντας ήταν αρχηγός μιας υπέροχης ομάδας νέων των «αετών» που έφτασε ως τον τελικό του Uefa Youth League, τρομοκρατώντας μερικές από τις πιο διαχρονικές ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Ευρώπης.

Σε όμιλο με Λειψία, Λιόν, Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης, τα πιτσιρίκια της Μπενφίκα έκαναν 5 νίκες σε 6 ματς, σκοράροντας 17 φορές. Στους «16» έριξαν ντόρτια στην Λίβερπουλ (4-1), στα προημιτελικά διέλυσαν την Ντινάμο Ζάγκρεμπ (3-1) και στον ημιτελικό την πλήρωσε ο Άγιαξ (3-0).

Ο τελικός με την Ρεάλ Μαδρίτης ήταν μία διαφήμιση του ποδοσφαίρου, η «βασίλισσα» επικράτησε με 3-2, ωστόσο όλοι ήξεραν ότι η φουρνιά των αετών ήρθε για να θησαυρίσει τα ταμεία της Μπενφίκα.

Σε αυτή την πορεία, ο Τιάγκο Ντάντας, αν και deep lying playmaker, είχε σκοράρει 5 φορές και είχε δώσει άλλες 2 ασίστ (σε 8 παιχνίδια) ήταν το μυαλό, ο εγκέφαλος, το πιο βασικό γρανάζι αυτής της μηχανής.

Ωστόσο, πάντα υπήρχε ένα θέμα μαζί του. Πως μπορεί να μεταφραστεί όλο αυτό το «πακέτο» στο επόμενο επίπεδο; Στους άντρες. Στα θηρία. Στους συνομήλικους, δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία. Δεν «έβλεπε» κανέναν, μπορούσε να κάνει ότι ήθελε στο γήπεδο. Στο ανώτερο επίπεδο;

Ο Ζοσέ Μπότο δεν είχε ποτέ κανέναν ενδοιασμό, αυτό το ερώτημα ήταν λυμένο στο κεφάλι του: «Προσπάθησα να πάρω στην Σαχτάρ Ντόνετσκ τον Τιάγκο Ντάντας της Μπενφίκα και τον Φάμπιο Σίλβα της Πόρτο, όταν ακόμα δεν είχαν ούτε ένα επαγγελματικό παιχνίδι στα πόδια τους», εξομολογήθηκε στην O’ Jogo το 2019.

Μερικούς μήνες αργότερα σε μία άλλη συνέντευξη στο Mais Futebol έλεγε πως ο Τιάγκο Ντάντας και ο Ντάνιελ Μπραγάνσα (της Σπόρτινγκ) ήταν οι κορυφαίοι Πορτογάλοι μέσοι της γενιάς τους και ταβάνι τους ο ουρανός.

Σε ένα διαδικτυακό φόρουμ, όπου απαντούσε σε ερωτήσεις αναγνωστών, ο Μπότο ρωτήθηκε για τους κορυφαίους Πορτογάλους της επόμενης ημέρας, αυτούς που θα αναλάβουν την σκυτάλη από την πιο πετυχημένη γενιά στην ιστορία του ποδοσφαίρου της χώρας: «Ο Φάμπιο Σίλβα, ο Ντάντας και ο Τομάς Εστέβες (ο δεξιός μπακ της Πόρτο που… παζάρευε ο Ολυμπιακός)», ήταν ορθά - κοφτά οι δικοί του εκλεκτοί για την επόμενη ημέρα.

Τον ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά. Ξέρει όλα τα κουσούρια και τις αδυναμίες του. Ξέρει όμως και τα κουμπιά του. Ξέρει την προοπτική και το ταβάνι του. Πιθανώς, ξέρει και πως θα τον ξεκλειδώσει, πως θα τον βοηθήσει να περάσει στο επόμενο επίπεδο. Τον ξέρει όσο κανείς άλλος. Ο Τιάγκο Ντάντας είναι μία μεταγραφή που φέρει την υπογραφή του Ζοσέ Μπότο. 

Τον ήθελε τον Ιανουάριο, τον θέλει το καλοκαίρι, πιθανώς θα τον ήθελε και τον επόμενο Γενάρη.

Τον ήθελε στην Μπενφίκα, τον ήθελε στην Σαχτάρ, τον ήθελε στον ΠΑΟΚ, θα τον ήθελε πιθανώς σε όποια ομάδα κι αν δούλευε. Για τον Ζοσέ Μπότο, ο Τιάγκο Ντάντας είναι ένας παίκτης που μπορείς να χτίσεις γύρω του. Ένας ανεξερεύνητος θησαυρός. 

Παρότι ο ΠΑΟΚ δείχνει να έχει ποσοτική υπερ-αριθμία σε κεντρικούς χαφ (Κούρτιτς, Σοάρες, Αουγκούστο, Τσιγγάρας, Σβαμπ, Ελ-Καντουρί), ο Μπότο εκτίμησε πως δεν θα μπορούσε να προσπεράσει την ευκαιρία να συνεργαστεί ξανά με έναν από τους αγαπημένους του παίκτες ever. Κι αυτό δείχνει πόσο τον πιστεύει. 

Το ερώτημα είναι: «τι ακριβώς πιστεύει»; 

Στην Μπάγερν Μονάχου τον πίστεψαν πολύ, τον έβαλαν δίπλα - δίπλα στα αποδυτήρια με τον Τόμας Μίλερ, όμως του έδωσαν μόλις δύο συμμετοχές με την πρώτη ομάδα και μετρημένες (7) με την Β’ ομάδα που αγωνιζόταν στην τρίτη κατηγορία.

Έκριναν ότι το μικροκαμωμένο του σώμα (1,69 / 58 κιλά) δεν αντέχει το physical γερμανικό παιχνίδι και δεν εξάσκησαν ποτέ την οψιόν αγοράς. Στην Μπενφίκα μετρά μόλις μία επαγγελματική συμμετοχή.

Η περσινή σεζόν στην ταπεινή Τοντέλα (που υποβιβάστηκε) ήταν… έτσι κι έτσι. Το κοντέρ έγραψε 34 παιχνίδια, όμως στο πρωτάθλημα ξεκίνησε «μόλις» 11 φορές στην βασική ενδεκάδα και έπαιξε «μόλις» 1094 λεπτά.

Έπαιξε περισσότερο στην τρελή πορεία ως τον τελικό κυπέλλου, όπου σκόραρε και τα τρία από τα τέσσερα γκολ στην σεζόν (απέναντι σε ομάδες μικρής / μεσαίας δυναμικότητας, όπως η Καμάσα, Λεϊσόες, η Εστορίλ, η Ρίο Άβε και η Μάφρα), όμως στον τελικό με την Πόρτο έμεινε εκτός βασικού σχήματος.

Ήταν η πρώτη σεζόν αποτύπωμα στον κόσμο των μεγάλων, αλλά αυτό είναι ακόμα θαμπό, όχι ξεκάθαρο.

Ο Τιάγκο Ντάντας είναι απόλαυση με την μπάλα στα πόδια. Ξέρει να παίζει στα μεσοδιαστήματα, να τρυπώνει ανάμεσα στις γραμμές, να διασπά την πίεση στο μισό της δικής του ομάδας. 

Έχει σπουδαίες απελευθερώσεις, ωραίες περιστροφές γύρω από τον άξονα του με την μπάλα στα πόδια, παίζει κάθετα, «βλέπει» γήπεδο. 

Είναι παίκτης εντάσεων, που κολλάει σαν βδέλλα στο πρέσινγκ, είχε 86,6% ποσοστό μεταβιβάσεων σε όλο το πρωτάθλημα (σπουδαίο νούμερο), μα βρισκόταν σε ομάδα που δεν τον βοηθούσε να ξεδιπλώσει τις αρετές του, η Τοντέλα έπαιζε συνέχεια πίσω από την μπάλα, ήταν μόλις 14η (σε 18 ομάδες) σε κατοχή με 45,5%.

Συνάμα, όμως, εξακολουθεί να είναι αρχηγός και βασικό στέλεχος σε μία φουρνιά παικτών στην Εθνική Ελπίδων, γεμάτη με παίκτες των 30-40-50 εκατομμυρίων. 

Λόγω κατασκευής, δυσκολεύεται να πατήσει και στις δύο περιοχές, αλλά και να τα βγάλει πέρα στο αμυντικό κομμάτι, όταν το παιχνίδι γίνεται physical -πρέπει να τον ταιριάξεις με κάποιον ψηλό παρτενέρ.

Τον έχουν πει «νέο Μόντριτς», «νέο Τσάμπι Αλόνσο», «νέο Τιάγκο Αλκάνταρα», έχουν πει πως φέρνει στον μέσο της Μπαρτσελόνα Ρίκι Πουτς, μα τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία, από την στιγμή που δεν έχουμε δει τον κανονικό Τιάγκο Ντάντας στο γήπεδο. 

Ο Ζοσέ Μπότο βάζει το χέρι του στην φωτιά για δαύτον. Και σε τελική ανάλυση, ίσως αυτό από μόνο του να αρκεί κιόλας…

Ο Ζοσέ ξέρει…
EVENTS