«Είπα στους παίκτες μου, ότι αφού το κατακτήσατε με εμένα, που δεν έχω κερδίσει τίποτα, τότε πρέπει να είστε, πραγματικά, πολύ καλοί! Την πρώτη μέρα που μπήκα στα αποδυτήρια ήξερα ότι έχουμε κάποιους κορυφαίους παίκτες, αλλά μετά από λίγο καιρό, ήξερα ότι έχουμε και εξαιρετικούς χαρακτήρες, στους οποίους μπορώ να βασιστώ. Δεν ήταν μία βόλτα στο πάρκο. Ήταν μεγάλο, δύσκολο και αγχωτικό και η ομάδα αξίζει πολλά συγχαρητήρια, γιατί συνέχισε να βρίσκει το κίνητρο και την αφοσίωση για να συνεχίζει».
Ήταν οι πρώτες δηλώσεις του μετά την κατάκτηση του τίτλου στη Serie A. Αφού είχε κάνει τσιγάρο μέσα στα αποδυτήρια και αφού οι ποδοσφαιριστές του τον είχαν λούσει με σαμπάνιες. Ήταν η πρώτη του φορά. Όσοι τον παρακολούθησαν στα πανηγυρικά πλάνα που μετέδιδε η ιταλική τηλεόραση μετά την αναμέτρηση με τη Σαμπντόρια μπορούσαν να διακρίνουν την αμηχανία του. Δεν ήξερε τι να κάνει...
Επί της ουσίας ως το 1999, ως τα 40 του δηλαδή, το ποδόσφαιρο ήταν απλά το χόμπι του. Αυτός ο τραπεζικός υπάλληλος από την Τοσκάνη είχε την ευκαιρία να κάνει μεγάλα ταξίδια σε όλη την Ευρώπη, και όχι μόνο, για να γίνει καλύτερος στην δουλειά του, αλλά ο ίδιος ποτέ δεν έβρισκε καμία ουσία στη δουλειά του.
Τότε αποφάσισε να κάνει την επανάστασή του. Είχε ήδη αρχίσει τα πρώτα... δειλά επαναστατικά βήματα από το 1990 δουλεύοντας ως προπονητής σε ερασιτεχνικές ομάδες, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να αποφασίσει τι θα έκανε στη ζωή του. Μερικά χρόνια ακόμα στην τράπεζα και μετά μια καλή σύνταξη, αφού δούλευε σε έναν κολοσσό και ήταν έτσι κι αλλιώς ακριβοπληρωμένος ή θα μπορούσε έστω και αργά να αναζητήσει τη χαρά της ζωής στο ποδόσφαιρο;
Από το 2000, όταν καθόταν στον πάγκο της Σανσοβίνο, που έπαιζε τότε στην πέμπτη κατηγορία της Ιταλίας, το όνομά του είχε ακούσει να ακούγεται στις λίγο μεγαλύτερες ομάδες. Το πρώτο... μπαμ ήρθε όταν τον προσέλαβε η Πεσκάρα, που έπαιζε στη Serie B, και από το 2007 πήγε σε σε Αβελίνο, Ελάς Βερόνα, Περούτζια, Γκροσέτο, Αλεσάντρια και Σορέντο.
Ακόμα και τότε που η φήμη του μεγάλωνε, ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να φτάσει σε αυτή την προχωρημένη ηλικία στην πρώτη γραμμή. Ο Σάρι κατάφερε να οδηγήσει την Έμπολι στη Serie A μετά από έξι χρόνια και κατόπιν να την κρατήσει στη μεγάλη κατηγορία.
«Όταν βλέπεις τις ομάδες του Σάρι να παίζουν, ξέρεις πώς προπονούνται. Είναι μια ιδιοφυία. Οταν ήμουν τεχνικός διευθυντής στα τμήματα υποδομής της εθνικής Ιταλίας, πάντα πήγαινα να παρακολουθήσω παιδιά στην Serie B και πάντα έμενε εντυπωσιασμένος από την δική του Έμπολι. Προσέχει τους παίκτες και αυτοί τον καταλαβαίνουν» θυμάται ο Αρίγκο Σάκι.
Και τότε ήρθε η Νάπολι. Αυτό ήταν το... άλμα. Σαν να περνάς από το γκισέ της τράπεζας σε διευθυντική θέση. Ο Ντιέγο Μαραντόνα τον αμφισβήτησε... «Σέβομαι τον Σάρι αλλά δεν είναι ο κατάλληλος προπονητής για τη Νάπολι. Το να τον προσλάβουν ήταν ένα μεγάλο δώρο γενεθλίων γι’αυτόν. Εγώ θα είχα κρατήσει τον Μπενίτεθ. Η ομάδα μου θυμίζει τη Νάπολι του πρώτου μου χρόνου, όταν παλεύαμε για να αποφύγουμε τον υποβιβασμό». Ο «Ντιέγίτο» είχε, φυσικά, άδικο και δεν δίστασε να το παραδεχθεί μερικά χρόνια μετά. Ο Σάρι ήταν ο κατάλληλος προπονητής για τη Νάπολι.
Οι «παρτενοπέι» πίστεψαν σε αυτόν. Την πρώτη χρονιά οδήγησε τη Νάπολι στη δεύτερη θέση του ιταλικού πρωταθλήματος -πίσω από τη Γιουβέντους- και την επόμενη χρονιά στην 3η θέση, κερδίζοντας μάλιστα το βραβείο του κορυφαίου προπονητής της χρονιάς. Τη σεζόν 2017-18, την τελευταία του Σάρι στη Νάπολι, η ομάδα τερμάτισε ξανά 2η. O πολυπόθητος τίτλος δεν ήρθε, αλλά η ομάδα εντυπωσίασε. Έπαιζε πολύ ωραία μπάλα, με πολλές πάσες καθοδηγούμενες από τη μεσαία γραμμή.
«Ο Σάρι μου δίδαξε ποδόσφαιρο. Καθοδηγούμασταν από έναν στρατηγό που είχε αλλάξει τις ζωές όλων μας. Μας είχε μεταφέρει τον τρόπο αντίληψης που έχει για το ποδόσφαιρο, μία φιλοσοφία που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τους άλλους και μας επιτρέπει να παίζουμε το παιχνίδι μας με τον καλύτερο τρόπο. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο στο στυλ παιχνιδιού του είναι ο τρόπος που οργανώνει τις φάσεις όταν δεν έχουμε την μπάλα και χτίζει την πίεση που ασκούμε στους αντιπάλους όταν έχουν την μπάλα στα πόδια τους. Το νιώθεις σαν να έχει ήδη παίξει το παιχνίδι στο μυαλό του και στο γήπεδο έχεις έναν έξτρα παίκτη» έχει πει ο Ντρις Μέρτενς, ο οποίος με τον Σάρι έγινε από εξτρέμ φορ.
Ο Σάρι ήταν πια στο προσκήνιο και τον Ιούλιο του 2018 πήρε μεταγραφή. Πήγε στην Τσέλσι, κατέκτησε το Κομιούνιτι Σιλντ πρώτα και να κλείσει την παρουσία του εκεί με την κατάκτηση του Γιουρόπα Λιγκ. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Και μετά ήρθε η προδοσία. Ο άνθρωπος που μεταμόρφωσε τη Νάπολι αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση της Γιουβέντους. Ένα από τα πιο δημοφιλή γκρουπ στο facebook για τον Σάρι, το «Sarrismo - Gioia e Rivoluzione» με τους 94.000 συνδρομητές, ανακοίνωσε ότι διακόπτει τη λειτουργία του. Ήταν το γκρουπ που εξέδωσε βιβλία, διοργάνωσε συναντήσεις και προέβαλε στιγμιότυπα της Νάπολι, όταν ο Σάρι άφησε την ομάδα για να πάει στην Τσέλσι. Δεν υπήρχε λόγος να υπάρχει για έναν προδότη.
Ο Σάρι, φυσικά, δεν έπαψε ποτέ να αγαπάει τη Νάπολι. Το μετάλλιο που παρέλαβε για την κατάκτηση του Γιουρόπα Λιγκ ήταν αφιερωμένο στην πρώην ομάδα του και στον κόσμο της. «Η Νάπολι θα είναι πάντα η ομάδα της καρδιάς μου. Όταν θα αποσυρθώ και με ρωτήσουν σε ποια ομάδα ήμουν προπονητής, θα λέω πάντα στη Νάπολι, ανεξαρτήτως που θα πάω μετά» έλέγε τον Απρίλιο του 2018 μετά από νίκη μέσα στο Τορίνο επί της Γιουβέντους.
Από το βράδυ της Κυριακής ο Σάρι είναι πια πρωταθλητής και μάλιστα είναι γηραιότερος προπονητής που έχει κατακτήσει το πρωτάθλημα Ιταλίας, σε ηλικία 61 ετών και 198 ημερών.
«Πρώτα από όλα, αγαπώ το παιχνίδι. Αγαπώ το παιχνίδι και όλα τα υπόλοιπα είναι επακόλουθο αυτού». Tόσο απλά. Όπως το λέει ο ίδιος.