Και να ήθελες να το αποφύγεις δεν μπορούσες. Ήταν παντού! Στο σχολείο, στην παιδική χαρά, στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, στα γαριδάκια, παντού. Και αυτός ο σπαστικός θόρυβος της μπάλας που κοπανούσε στο τσιμέντο ήταν όλη την ώρα μέσα στα αυτιά σου: Νταπ - ντουπ, Νταπ - ντουπ, Νταπ - ντουπ.
Έπεφτες για ύπνο και ο ήχος αυτής της βαριάς μπάλας που χτυπάει στο έδαφος, τρυπούσε το μυαλό σου σαν εκκρεμές, δεν σε άφηνε να κοιμηθείς.
Ήταν η εποχή που το μπάσκετ ήταν παντού! Κάθε σχολείο που σεβόταν τον εαυτό του είχε γεμίσει από αυτά σιδερένια «σκιάχτρα». Κάθε παιδική χαρά είχε κι από μία τέτοια. Ήταν το δώρο που ακόμα και αν ήθελες να αποφύγεις, θα ερχόταν στα χέρια σου. Μία μίνι μπασκέτα με βεντούζες ή με μεταλλική υποδοχή για να εφαρμόζει στο κάσωμα της πόρτας, με σφουγγαρένια πορτοκαλί μπαλάκια.
Ήταν ακόμα και στα γαριδάκια, που έτρωγε και διαφήμιζε ο Φάνης, το πρότυπο κάθε γονιού που ήθελε το παιδί του να γίνει σαν κι αυτόν: ψηλός, γεροδεμένος, να τρώει όλο το φαγητό του και να παίρνει και χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ.
Υπήρχαν δύο τρόποι για να μεγαλώσεις στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ο πρώτος να κολλήσεις κι εσύ το μικρόβιο ή να προσποιηθείς ότι το έχεις κολλήσει. Αυτό σήμαινε κοινωνικότητα, παρέες, φίλους, τσάρκες στα γήπεδα, μονάκια, παιχνίδι μέχρι τελικής πτώσης, δελτίο σε ομάδα, αναγνωρισιμότητα στο σχολείο, κοριτσίστικα βλέμματα θαυμασμού, αποδοχή. Ο άλλος ήταν να απέχεις. Δηλαδή να απομονωθείς. Εσύ επέλεγες.
Για εμάς τους κολλημένους με την ασπρόμαυρη που στα νιάτα μας στο χωριό, παίζαμε διπλό δύο εναντίον δύο σε γήπεδο ποδοσφαίρου κανονικών διαστάσεων με κινητά (ζώα που βοσκούσαν το χορτάρι) ή ακίνητα εμπόδια (οι ακαθαρσίες τους) να μας κάνουν την ζωή δύσκολη, η λαίλαπα του μπάσκετ ήταν σαν ένας αόρατος εχθρός, τον οποίο έπρεπε πρώτα να γνωρίσουμε, να πάμε με τα νερά του, ώστε να μπορέσουμε να τον απομυθοποιήσουμε.
Για τα παιδιά της πόλης το μπάσκετ ήταν απλή υπόθεση. Αρκούσε μία βόλτα στο σχολείο ή σε κάποιο ανοιχτό γηπεδάκι και κάποιος με μπάλα. Για εμάς που τρώγαμε ολάκερα τα καλοκαίρια (βάλε και δύο εξτρά δεκαπενθήμερα Χριστούγεννα - Πάσχα) στο χωριό, το μπάσκετ ήταν μία μικρή περιπέτεια. Μία έκρηξη ευρεσιτεχνίας, φαντασίας, εφευρετικότητας.
Η πρώτη απόπειρα έγινε με μερικές καρφωμένες σανίδες, πριονισμένες για να φτιάξουν ένα (ας το πούμε) ορθογώνιο ταμπλό, μία ζάντα ποδηλάτου χωρίς ακτίνες για στεφάνη και περασμένο με σχοινί ένα κόκκινο σακί από κρεμμύδια για διχτάκι. Εκπληκτική κατασκευή, τρομερή πατέντα με δικό της ISO, μόνο που στην καλύτερη να άντεχε για μερικές ώρες.
Ως στεφάνη δοκιμάστηκαν κατά καιρούς ξύλινα καφάσια κομμένα από κάτω, σαμπρέλες, διαλυμένα λάστιχα από τρακτέρ, σκουπιδοτενεκέδες. Ως ταμπλό έμπαινε ότι μπορούσε να είναι λείο, το υλικό δεν είχε σημασία. Ξύλο, κόντρα-πλακέ, ακόμα και λαμαρίνα, ό,τι υπήρχε, ό,τι περίσσευε.
Ο Νέισμιθ θα πρέπει να ήταν αληθινά περήφανος για εμάς. Σίγουρα θα καμάρωνε από κάπου εκεί ψηλά.
Το μοντέλο εξελίχθηκε, στο κόλπο μπήκαν και οι μεγαλύτεροι, οι μάστορες, αυτοί που έπιανε το χέρι τους. Ολόκληροι κορμοί δέντρων, θαμμένοι στο έδαφος, με υποστυλώματα για να φτιάξει το κέντρο βάρους, μεγάλες ξύλινες σανίδες όμορφα βαμένες για ταμπλό και κανονικά στεφάνια με αληθινό διχτάκι που άρχισαν να πωλούνται στα καταστήματα. Όνειρο. Χλίδα.
Τι να κάνουμε; Μπάσκετ; Μπάσκετ. Οτιδήποτε έφερνε την παρέα κοντά, οτιδήποτε είχε μπάλα, ανταγωνισμό, ιδρώτα ήταν εντάξει. Ακόμα και το μπάσκετ.
Πίσω στην Αθήνα, το μπάσκετ έγινε εκτός από το χόμπι μας και η τσάρκα μας. Η βόλτα μας. Η έξοδος μας. Γυρίσαμε όλα τα γήπεδα. Όλα! Τα περισσότερα... κούτρα.
Νιώσαμε την απόλυτη ατμοσφαιράρα στο τιγκαρισμένο κλειστό στην Αρτάκης για τον «αιώνιο», φωνάξαμε (και τις παίξαμε κιόλας) στο Μετς για τον Πρωτέα της Α2, φτάσαμε ως την μακρινή Γλυφάδα για να μπούμε στην στρούγκα, λιώσαμε στην ζέστη από τους τσίγκους στο Σπόρτινγκ, πάθαμε κλειστοφοβία στο κλειστό του Μίλωνα, νιώσαμε δέος στον ενεργειακό χώρο του Τάφου του Ινδού και ανακατευτήκαμε με το πλήθος στο Γεώργιος Μόσχος, ζήσαμε την περίεργη ατμόσφαιρα με τις υπερυψωμένες εξέδρες στο κλειστό της Δάφνης με τους ροζ τοίχους.Το ΣΕΦ και το ΟΑΚΑ ήταν πολύ σικ για τα γούστα μας.
Ακούγεται περίεργο, αλλά πηγαίναμε παντού, δεν μας ένοιαζε. Αρκεί να βλέπαμε μπάσκετ. Οι ομάδες δεν είχαν σημασία.
Το μπάσκετ έγινε σταδιακά ένας τρόπος για να είσαι in. Για να είσαι μέσα στα πράγματα. Ακόμα κι αν δεν το ξέραμε σε βάθος, ρουφούσαμε κάθε πιθανή και απίθανη πληροφορία γύρω από αυτό. Ένας μη καθαρά μπασκετικός τύπος, όπως εγώ, έχει ακόμα στην αποθήκη του άθικτα, τα περισσότερα -σχεδόν όλα- από τα 804 τεύχη από το περιοδικό «Τρίποντο» που κυκλοφόρησαν.
Το μπάσκετ έφερε διακρίσεις, τρόπαια, νίκες, το μπάσκετ έφερνε στα μίζερα ελληνικά παρκέ του ιερά τέρατα, το μπάσκετ ήταν μία γοητευτική αγκαλιά από την οποία ήταν αδύνατον να γλιστρήσεις. Όταν ήρθαν και οι πρώτες κούπες σε συλλογικό επίπεδο, ακόμα και η κουτσή Μαρία μιλούσε για μπάσκετ. Τότε, ήταν εντελώς αδύνατον να ξεφύγεις.
Ο χρόνος έχει μία μαγική ιδιότητα να εξισορροπεί τα πράγματα, να τα τοποθετεί στην σωστή τους διάσταση. Το μπάσκετ έπαψε να είναι μόδα, διατήρησε ένα ευρύ, φανατικό, πιστό και καταρτισμένο κοινό, οι αρένες μοιάζουν πια με θέατρα που λαμποκοπάνε, η Euroleague έγινε το ευρωπαϊκό NBA (αν και η ιαχή «defense, defense» δεν πρόκειται να ακουστεί ποτέ στην Ελλάδα -ευτυχώς, Παναγία μου), για να μιλήσεις για μπάσκετ με την σωστή ορολογία ως μύστης πρέπει να είσαι τουλάχιστον απόφοιτος της Οξφόρδης, όμως το μπάσκετ παραμένει το ίδιο: παρέες που ιδρώνουν στο γήπεδο και δίνουν τα πάντα για να σπαρταρίσει το διχτάκι και να ακουστεί το… χλατς.
Ακόμα κι αν είσαι φόλα ποδοσφαιρικός, δεν μπορεί να μην σε γοητεύει το μπάσκετ. Ένα άθλημα στο οποίο στριμώχνονται σε μία επιφάνεια 28 Χ 15 μέτρων, δέκα «γομάρια» που… χορεύουν στο παρκέ και σκαρώνουν τις πιο απίθανες κομπίνες, πολύπλοκα plays βγαλμένα από τα πιο εφευρετικά στρατηγικά μυαλά. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις και πάλι ότι δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει ή ποιος παίζει. Αρκεί να παίζει όμορφα. Φέτος που ο παλμός επιστρέφει στις εξέδρες, η Euroleague θα είναι και πάλι όπως πρέπει.
Πάτησα τα 42 και μετά από αμέτρητες ώρες μπάσκετ, ομολογώ ότι ακόμα δεν το κατανόησα σε βάθος. Δεν το έκανα κτήμα μου. Δεν το έμαθα. Δεν το ξέρω, νιώθω ότι υπάρχουν εκατομμύρια λεπτομέρειες που μου διαφεύγουν, που αγνοώ.
Ίσως γι’ αυτό με ιντριγκάρει να το χαζεύω. Μπας και το μάθω…
*Δείτε εδώ όλα τα θέματα από το Preview του SDNA για την Euroleague