MENU

Η είδηση ότι ο Μπαμ Αντεμπάγιο σημείωσε 83 πόντους σ’ έναν αγώνα ΝΒΑ φιγουράρει από τα ξημερώματα σε περίοπτη θέση σε όλα τα αθλητικά sites παγκοσμίως, προφανώς και στο SDNA. Σαν αριθμός είναι κάτι που αξίζει να αναφερθεί: Δεν γίνεται κάθε μέρα τέτοιο ρεκόρ, ακόμα κι όταν υπάρχει «βοήθεια» και «συνεννόηση» μεταξύ των συμπαικτών. Το ζήτημα είναι αν αυτό το ρεκόρ, ο αριθμός, επιχειρεί να συμβολίσει κι άλλα πράγματα εκτός από αυτό που πραγματικά είναι.

Τι σημαίνει ότι ο Μπαμ Αντεμπάγιο, ένας παίκτης πολύ καλός μεν, αλλά όχι γνωστός για τις επιθετικές του ικανότητες, πέτυχε 83 πόντους και «ξεπέρασε» τους 81 πόντους του Κόμπε Μπράιαντ; Πως έγινε καλύτερος απ’ αυτόν; Δεν μπορούν να μπουν σε σύγκριση οι δύο παίκτες, ό,τι και να λένε οι αριθμοί.

Για να πιστοποιήσει κανείς κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να ταξιδέψει μακριά. Ακόμα και στη χώρα μας αυτό ισχύει. Το απόλυτο ρεκόρ πόντων, το οποίο δεν πρόκειται να σπάσει ποτέ εκτός αν δημιουργηθούν συγκεκριμένες συνθήκες, το’ χει ο Αριστείδης Μούμογλου του Ηρακλή, που πέτυχε 145 (!) πόντους σ’ ένα ματς με τον ΒΑΟ τον Ιούλιο του 1972. Ένα ξεχωριστό ρεκόρ που δίνει ιστορικότητα στο όνομά του, αλλά προφανώς καμία σύγκριση με τα ιερά τέρατα του ελληνικού μπάσκετ, ακόμα και της εποχής του.

Ακόμα πιο περίεργη, όμως, είναι η ιστορία του απόλυτου ρεκόρ πόντων στην ιστορία του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ. Του ενιαίου γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, που συγκέντρωνε ομάδες απ’ όλες τις χώρες (Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Μαυροβούνιο, Βοσνία κτλ.). Το ρεκόρ, λοιπόν, που παράλληλα αποτελεί και ρεκόρ ευρωπαϊκών διοργανώσεων, είναι 144 πόντοι! Και το κατέχει ο Ζντένκο Μπάμπιτς από τις 6 Οκτωβρίου 1985. Τόσους σημείωσε στο παιχνίδι της (τότε γιουγκοσλαβικής, τώρα κροατικής) Ζαντάρ σε ματς κυπέλλου Κόρατς εναντίον της κυπριακής ομάδας του ΑΠΟΕΛ, το οποίο έληξε με το εξωπραγματικό σκορ 192-116!

Τι εστί Ζντένκο Μπάμπιτς; Αν κάποιος απαντούσε «παγκοσμίως άγνωστος» θα έπεφτε μέσα. Στα 65 του χρόνια σήμερα, γιόρτασε πριν λίγους μήνες την… 40η επέτειο απ’ αυτό το ασύλληπτο ρεκόρ. Το οποίο, όμως, έγινε σε συνεννόηση με τους συμπαίκτες του και με συγκεκριμένο σκοπό: Να… πικαριστεί ο μεγάλος Ντράζεν Πέτροβιτς, που το’ χε σπάσει λίγες μέρες νωρίτερα!

Ας το πάρουμε από λίγο παλαιότερα: Το ρεκόρ πόντων του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ ήταν 99 πόντοι σ’ ένα ματς. Το πέτυχε ο μέγιστος Ραντιβόι Κόρατς το 1964, στο ματς της ΟΚΚ Βελιγραδίου με την Άλβικ Στοκχόλμης για το τότε Κύπελλο Πρωταθλητριών (το παιχνίδι έληξε 155-57). Ο Κόρατς πήρε πολλές προσπάθειες προφανώς, αλλά υπάρχουν μαρτυρίες όσων είδαν το ματς ότι δεν «βοηθήθηκε», ούτε από συμπαίκτες, ούτε φυσικά από αντιπάλους.

O μεγάλος Ντράζεν Πέτροβιτς είχε βάλει στο μάτι αυτό το ρεκόρ από μικρός, όπως μπορεί να βεβαιώσει και ο αδελφός του ο Αλεξάντερ. Στις 5 Οκτωβρίου 1985 ήλθε η ευκαιρία: Στο παιχνίδι με την Ολίμπια Λουμπλιάνα η φιλοξενούμενη ομάδα λόγω τιμωρίας ειδοποίησε ότι θα κατέβαζε την εφηβική της ομάδα. Μετά από μία συζήτηση στα αποδυτήρια, στην οποία υπήρξαν και διαφωνίες, οι συμπαίκτες του Ντράζεν στην Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ αποφάσισαν να τον «αφήσουν να προσπαθήσει» να σπάσει το ρεκόρ. Θεωρητικά δεν τον βοήθησαν, πέρα από το να παίζουν πολύ γρήγορα και στα 40 λεπτά του ματς.

Η Τσιμπόνα νίκησε 158-77 και ο Ντράζεν σταμάτησε στους 112 πόντους με στατιστική που ζαλίζει: 30/40 δίποντα, 10/20 τρίποντα και 22/22 βολές. Στο πρώτο ημίχρονο μόνο είχε πετύχει 67 πόντους!

Στην αυτοβιογραφική κινηματογραφική ταινία «Ντράζεν», που βγήκε στις αίθουσες το 2024, αναφέρεται ότι ο Ντράζεν επέμεινε να προσπαθήσει για το ρεκόρ για να εντυπωσιάσει την Ρενάτα, την μετέπειτα επί χρόνια σύντροφό του, την οποία μόλις είχε γνωρίσει τότε.

Το ρεκόρ έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και από τον γιουγκοσλαβικό, αλλά και τον διεθνή Τύπο. Τότε κάποιες εφημερίδες έγραψαν ότι ο Ντράζεν ξεπέρασε τον Κόρατς κι αυτό προκάλεσε αντιδράσεις στον μπασκετικό κόσμο, ανάμεσά τους και στον πολύ γνωστό ματς Βλάντο Τζούροβιτς, που πέρασε πολλά χρόνια στην Ελλάδα από τον πάγκο του Πανιωνίου, του Άρη, της ΑΕΚ και της Δάφνης. Ο Τζούροβιτς ήταν τότε προπονητής της Ζαντάρ και βρήκε έναν πολύ εύσχημο τρόπο να «απαντήσει» σ’ αυτή τη σύγκριση.

Η Ζαντάρ είχε νικήσει ήδη τον ΑΠΟΕΛ στην Κύπρο με 121-40 και το δεύτερο ματς προμήνυε πάλι τεράστια διαφορά. Ο Τζούροβιτς πριν το ματς μπήκε στα αποδυτήρια και είπε ότι μπορούσαν να εκμεταλλευθούν το ματς για να απαντήσουν στον Ντράζεν (τον οποίο είχε παίκτη στη Σιμπένκα επί μία διετία, τον αγαπούσε, αλλά διαφώνησε μ’ αυτή την κίνηση, τη θεώρησε «ύβρι» προς τον Κόρατς).

Η αρχική ιδέα ήταν να «βοηθηθεί» ο Πέταρ Πόποβιτς, ο καλύτερος σκόρερ της Ζαντάρ, αλλά αυτός αρνήθηκε να παίξει αυτό το ρόλο. Μαζί με τους υπόλοιπους παίκτες πρότειναν τον Μπάμπιτς, ο οποίος έπαιζε σπάνια, ήταν ο 10ος παίκτης της ομάδας σε μια εποχή που αλλαγές γίνονταν μόνο αν κάποιος τραυματιζόταν ή φορτωνόταν με φάουλ. Έτσι κι έγινε: Όλοι συμφώνησαν να βοηθήσουν τον Μπάμπιτς, ο οποίος… δεν γυρνούσε καν στην άμυνα, δεχόταν πάσες μακρινές από τους συμπαίκτες του και βρισκόταν μόνος του με το καλάθι. Έτσι σημείωσε τους 144 πόντους.

Ο Τζούροβιτς και οι παίκτες της Ζαντάρ μίλησαν στο γήπεδο. Οι πολλοί πόντοι δεν λένε τίποτα. Ούτε ο Μπάμπιτς μετά από εκείνο το ρεκόρ κέρδισε περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Αργότερα, στη φάση των ομίλων του Κόρατς, η Ζαντάρ αντιμετώπισε τον ΠΑΟΚ και ο Μπάμπιτς έπαιξε ελάχιστα στα δύο ματς.

144 πόντοι από έναν άγνωστο! Η απίθανη ιστορία του Ζντένκο Μπάμπιτς (vids)