Στις 18 Μαρτίου του 1990 άρχισε να εκτυλίσσεται ένα θρίλερ ανεπανάληπτων διαστάσεων για τα δεδομένα της Ελλάδας, καθώς εξαφανίστηκε ο 17χρονος τότε ποδοσφαιριστής του Κεραυνού Αγίας Βαρβάρας, Γιάννης Τσατσάνης που ήταν ιδιαίτερα γνωστός στη φυλή των τσιγγάνων απ’ όπου καταγόταν ως Μαρσελίνο.
Λόγω του ταλέντου του, πολλοί ήταν εκείνοι που τον φώναζαν και «Μαραντόνα του Αιγάλεω», σε μια εποχή μάλιστα που ο Αργεντινός παλαίμαχος ήταν στην απόλυτη ακμή του. Ο Γιάννης κάθε άλλο από φτωχή οικογένεια προερχόταν, καθώς ο πατέρας του, Γιώργος, ήταν έμπορος και εισαγωγέας ηλεκτρικών ειδών με συναλλαγές σε Ιταλία, Κίνα και όχι μόνο. Αυτή η οικονομική επιφάνεια του Γιώργου Τσατσάνη αποτέλεσε και το κίνητρο για την απαγωγή του Γιάννη στις 18 Μαρτίου.
Ο 17χρονος ήταν στην καφετέρια «Τροπικάνα», όταν οι κολλητοί του Κώστας Σπινιάρης και Δημήτρης Αγαπητός του είπαν ότι ήξεραν ποιοι είχαν κλέψει το ραδιομαγνητόφωνο από το αυτοκίνητό του.
Στα Πυροβολεία περίμεναν τρία άτομα, συγγενείς του θύματος. Πρόκειται για τους Σταμάτη Γρυπαίο, Δημήτρη Σκαφτούρο και Γιάννη Λαζάρου οι οποίοι όρμηξαν πάνω στον Μαρσελίνο και τον απήγαγαν. Οι δύο κολλητοί του προσποιήθηκαν ότι φοβήθηκαν και έφυγαν.
Δύο μέρες μετά την εξαφάνιση του 17χρονου, ο πατέρας δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα, με μια άγνωστη αντρική φωνή να λέει: «Εδώ ιταλιάνο καλό παιδί» και στη συνέχεια με ένα δεύτερο τηλεφώνημα γνωστοποιήθηκε ο όρος για να αφεθεί ελεύθερος ο Μαρσελίνο: «Θέλουμε 150.000.000 δραχμές για να σου δώσουμε πίσω τον γιο σου», με τον ίδιο τον απαχθέντα να συμπληρώνει ως τραγικό επίλογο: «Μπαμπά, κανόνισε μαζί τους, γιατί δεν θα με ξαναδείς».Η απόφαση για τη δολοφονία
Ο πατέρας αδυνατούσε να μαζέψει τα λύτρα και για αυτό το λόγο αποφάσισαν να σκοτώσουν τον 17χρονο, αφού στο μεταξύ είχαν πειστεί ότι το θύμα είχε καταλάβει ότι μέσα στο κόλπο ήταν και οι δύο φίλοι του, Σπινιάρης και Αγαπητός.
Τον μετέφεραν στα Σκούρτα Βοιωτίας και συγκεκριμένα σε ένα μαντρί στο Κάτω Πηγάδι. Αγαπητός, Σπινιάρης και Γρυπαίος ήταν αυτοί που οδηγούσαν το όχημα και τον πέταξαν σε ένα λάκκο πάνω από μισό μέτρο. Ο Γρυπαίος πήρε το περίστροφο του Σκαφτούρου και με δύο σφαίρες στην καρδιά και τον αυχένα σκότωσε τον Μαρσελίνο.
Παρά τη δολοφονία, οι δράστες συνέχιζαν να ζητούν τα λύτρα και παράλληλα σε κάθε συνομιλία έβαζαν ηχογραφημένο μήνυμα του Μαρσελίνο, θέλοντας να δείξουν ότι ο νεαρός ζούσε.Δραματικό τέλος
Στις 20 Ιουνίου, ο κτηνοτρόφος Χρήστος Αγαθής πήγε στο μαντρί του, αφού άκουσε δύο σκυλιά να γαβγίζουν. Όταν πλησίασε στο σημείο ένιωσε την έντονη δυσοσμία ενώ είδε το μπουφάν και όλο το αποκρουστικό θέαμα με το πτώμα σε προχωρημένη αποσύνθεση και το κεφάλι του 17χρονου σε απόσταση 50 μέτρων μακριά από το υπόλοιπο σώμα.
Η Αστυνομία προχώρησε σε αναγνώριση του πτώματος και η υπόθεση εξιχνιάστηκε μέσα σε λίγες μέρες.
Στην κηδεία του άτυχου παιδιού, ένας από τους δράστες σήκωσε και κρατούσε το φέρετρο του θύματός του στον ώμο του, ενώ ένας άλλος νωρίτερα έπαιζε θέατρο, ότι έψαχνε να βρει τον απαχθέντα δεκαεπτάχρονο και ρωτούσε παντού αν τον είχε δει κανείς. Ακόμα ένας από τους δράστες έτρωγε καθημερινά το βράδυ με τους γονείς και τους άλλους συγγενείς του Μαρσελίνο, δήθεν θλιμμένος και συντετριμμένος και έλεγε: «Αν τους πιάσω αυτούς που σκότωσαν τον Μαρσελίνο, θα τους φάω ζωντανούς».
Την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου του 1991, το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους 8 κατηγορούμενους και τους επέβαλλε βαρύτατες ποινές. Στους Γρυπαίο και Σπινάρη επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου αν και είχε καταργηθεί διά νόμου ενώ ο Σκαφτούρος δεν είχε συλληφθεί. Διέφυγε στο εξωτερικό και συνελήφθη σε συνεργασία με το FBI στη Νέα Υόρκη στις 29 Μαίου του 2008, δύο χρόνια προτού παραγραφεί το αδίκημα.
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι πριν από δύο μέρες, ο Κωνσταντίνος Σπινάρης εκδόθηκε στην Ελλάδα, που κρατείτο στην Τουρκία από το 2006, εκτίοντας ποινή φυλάκισης για διακίνηση ναρκωτικών, αφού πρώτα είχε παραβιάσει τακτική άδεια από τις φυλακές Αλικαρνασσού.