MENU

Είναι λογικό και αναμενόμενο να υπάρχουν πολλές παίκτριες που έκαναν τη διαφορά στις ομάδες τους. Σαφώς και η τριάδα Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού και Πανιωνίου τράβηξε την προσοχή και αναμφισβήτητα παρουσίασε κάτι το ξεχωριστό τόσο όσον αφορά τις ομάδες σαν σύνολα όσο και στις παίκτριές τους ατομικά.

Και για να βάλουμε… όρους στη συζήτησή μας το ότι η Κούμπουρα και η Ραχίμοβα ξεχώρισαν δεν αποτελεί είδηση, το ότι η Χατζηευστρατιάδου και η Κωνσταντινίδου ήταν καθοριστικές ήταν κάτι που περιμέναμε, το ότι η σερβική παροικία Στεβάνοβιτς-Ριστίσεβιτς ανέβασαν την ποιότητα των ομάδων του ήταν αναμενόμενο. Το θέμα είναι που είδαμε το κάτι διαφορετικό.

Ο Παναθηναϊκός, κατά γενική ομολογία, ήταν και καλύτερος και πιο αποτελεσματικός στις 22 αγωνιστικές του πρωταθλήματος. Δε θα συνέβαινε αυτό χωρίς την πολύτιμη συνεισφορά της Γουάιτ και της Λαμπκόβσκα προφανώς αλλά δε θα γινόταν αν δεν υπήρχε επίσης η “αγία τριάδα” των Παπαγεωργίου, Αντωνακάκη, Τάνη. Μια τριάδα ιδιαίτερη και με ιδιαίτερο ρόλο. Για αρχή, η Μαρκέλλα Παπαγεωργίου αποκτήθηκε για να είναι η τρίτη κεντρικός της ομάδας και πλέον είναι βασική και σχεδόν αναντικατάστατη. Στα 25 της δεν ήταν ούτε rookie αλλά ούτε ήρθε από το πουθενά, άλλωστε είχε προηγηθεί μια άκρως παραγωγική σεζόν για την ίδια στη Σαντορίνη. Ωστόσο ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκε σε ομάδα που διεκδικεί τίτλους σε Ελλάδα και Ευρώπη και απέδειξε πως και την ποιότητα έχει αλλά και τον χαρακτήρα ώστε να είναι βασικό κομμάτι σε ένα τέτοιο κλαμπ. Η Αντωνακάκη, στη δεύτερη σεζόν της στα πράσινα, κάνει ενδεχομένως την καλύτερη χρονιά της καριέρας της. Είναι πιο ώριμη από ποτε, είναι σε πολύ καλή σωματική κατάσταση και υπό την καθοδήγηση του Κιαπίνι έγινε ένα σπουδαίο εργαλείο της ομάδας. Μια παίκτρια που είχε φτάσει πριν λίγα χρόνια να αγωνίζεται στον Ολυμπιακό έκανε μια σοφή επιλογή κάνοντας ένα βήμα πίσω. Το ότι πήγε στο Μαρκόπουλο, πήρε τόσο πολύ χρόνο συμμετοχής και πήρε πάνω της αγωνιστικές ευθύνες ήταν μια απόφαση που βγήκε σε καλό και αυτό φαίνεται σε βάθος χρόνου καθώς η… μικρή μεγάλωσε.

Στην περίπτωση της Τάνη τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μιλάμε ενδεχομένως για την καλύτερη δεύτερη πασαδόρο ομάδας, μια πασαδόρο που κατά πάσα πιθανότητα θα μπορούσε να είναι πρώτη, αν όχι σε όλες, σχεδόν σε όλες τις ομάδες της Volley League. Δεν είναι εύκολος ο ρόλος για μια παίκτρια να είναι το backup της καλύτερης στην Ελλάδα, της Κωνσταντινίδου, αλλά όποτε δώθηκε η παραμικρή ευκαιρία την άρπαξε τόσο δυνατά που δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Κιαπίνι τη χρησιμοποίησε ως βασική στην αμέσως επόμενη ευκαιρία. Ο Παναθηναϊκός είναι γενικά πλήρης αλλά όσον αφορά τη θέση της πασαδόρου διαθέτει ένα δίδυμο που καμία άλλη ομάδα δεν έχει.

Όσον αφορά τον Ολυμπιακό και τον Πανιώνιο τα πράγματα κύλησαν κοντά στο αναμενόμενο καθώς διαθέτουν ρόστερ με πολύ ποιοτικές ξένες ενώ οι Ελληνίδες ήταν ήδη καθιερωμένες. Αν υπάρχει μια κοινή συνισταμένη είναι πως και στις δύο ομάδες η “χρυσή αλλαγή” ήταν επίσης οι πασαδόροι. Ο Πανιώνιος, μάλιστα, άλλαξε τη βασική του πασαδόρο στα μισά της σεζόν αλλά η Φλιάκου όχι μόνο άντεξε στην πίεση όποτε χρειάστηκε αλλά υπήρχαν στιγμές στο πρώτο μισό της σεζόν που μπορεί να έπαιξε και καλύτερα από την Κοβαλέφσκα. Παρομοίως και η Ηλιοπούλου έκανε φανερό πως δεν υστερεί σε πολλά από τις καλές πασαδόρους του πρωταθλήματος. Όπως και πέρυσι όταν βρέθηκε στον Πανιώνιο έτσι και φέτος στον Ολυμπιακό οι εμφανίσεις της ήταν απόλυτα θετικές. Ειδικά φέτος όσο έλλειψε η Ντι Ιούλιο ο Ολυμπιακός δεν είχε πρόβλημα όσον αφορά την πάσα. Ωστόσο αυτό που συμβαίνει σχεδόν μόνιμα με την Ηλιοπούλου είναι πως παρότι παίζει καλά πάντα οι ομάδες της φέρνουν μια ακόμα καλύτερη με αποτέλεσμα να μην βρίσκει εύκολα θέση βασικής.

Το νησί των… θαυμάτων είναι η Σαντορίνη καθώς ούτε φέτος μας άφησε αδιάφορους. Σε πείσμα όσων δεν την πιστεύανε η Μάασε τα πήγε εξαιρετική ενώ από τον Νοέμβριο και μετά η κορυφαία όλων ήταν σαφέστατα η φοβερή και τρομερή Πάβισιτς. Υπάρχει όμως και εδώ μια μαγική τριάδα που αποτελείται από Τσιόγκα, Γενιτσαρίδη και Τουλγαρίδου. Η Τσιόγκα επιτέλους βρήκε λιμάνι, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στον ΠΑΟΚ είχε αφήσει από πολύ νωρίς θετικά δείγματα αλλά ποτέ δεν απόλαυσε την εμπιστοσύνη που ενδεχομένως να άξιζε. Στον ΑΟ Θήρας έγινε παίκτρια πρώτης γραμμής, παρουσίασε όλο τον δυναμισμό και την ωριμότητα που διαθέτει και αυτό ήταν καθοριστικό στην πορεία της ομάδας. Η Γενιτσαρίδη, πιο έμπειρη και πιο πολλά χρόνια στο… κουρμπέτι βρισκόταν συνεχώς σε ομάδες που την ήθελαν για backup πολυτελείας ώστε να μπαίνει και να βοηθάει σε δύσκολες υποδοχές ή να πιέζει με το σερβίς της. Στον ΑΟ Θήρας έκανε ξεκάθαρο πως δεν είναι παίκτρια ειδικών αποστολών αλλά παίκτρια που μπορεί να κουβαλήσει βάρος όταν της δίνεται το πλαίσιο και έχει την ανάλογη υποστήριξη. Δεν εγινε μόνο μια σταθερή υποδοχέας ή μια καλή σέρβερ αλλά μια παίκτρια για όλες τις δουλειές αλλά κυρίως μια δυναμική αρχηγός. Και τέλος η Τουλγαρίδου. Σε ένα πιο υγιές πλαίσιο από το περσυνό και σε μια ομάδα πιο ανταγωνιστική από ότι ο προπερσυνός Απολλώνιος η Τουλγαρίδου έκανε θραύση. Μπορεί στη λίστα των καλύτερων υποδοχέων να βρίσκεται πέμπτη αλλά οι τοποθετήσεις της στην άμυνα, η ταχύτητα και η βοήθεια που έδωσε στη δημιουργία του παιχνιδιού ήταν πολύτιμες συν το γεγονός ότι μοιάζει σωματικά να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από ποτέ.

Ο ΠΑΟΚ ήταν μια περίεργη ομάδα φέτος και είναι αλήθεια πως εκεί που σε εντυπωσίαζε είχε την ικανότητα να στα πάρει πίσω. Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς, όμως, την εξαιρετική κατάσταση της Μπάκα. Η απουσία της από τον ΠΑΟΚ για χάρη της Πολωνίας δεν κράτησε ούτε μισή σεζόν. Αν πέρυσι ήταν κομβικό γρανάζι της μηχανής που έφερε τον δικέφαλο στους τελικούς του πρωταθλήματος φέτος ήταν μια μορφή που, από τη μέρα που επέστρεψε, ήταν η αρχή και το τέλος της ομάδας. Συνεπής σε επίθεση και υποδοχή, αθλητικότητα και διάβασμα του παιχνιδιού αλλά κυρίως άριστη νοοτροπία και εργατικότητα που την κάνουν το πιο πολύτιμο… πετράδι του δικεφάλου.

Περίπου κάτι παρόμοιο συνέβη και με την Κυπαρίσση στην ΑΕΚ. Η Κατερινιώτισα ακραία έκανε με διαφορά την καλύτερη σεζόν της ως τώρα παρότι και η ΑΕΚ ήταν μια ομάδα του ύψους και του βάθους. Πολύ συχνά ήταν η πιο αξιόπιστη επιλογή στην επίθεση και μια παίκτρια που ένιωθε τεράστια σιγουριά στο παιχνίδι της. Ενδεχομένως να έλαβε εμπιστοσύνη από τον Ταμπουρατζή και αυτό να την έκανε να “ψηλώσει” λίγο ακόμα και να γίνει μια ακραία που και στις άσχημες μέρες της ΑΕΚ ήταν πάντα ουσιαστική. Δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο, επίσης, η Καββαδία. Επίσης μιλάμε για μια παίκτρια που ήταν πάντα θετική ακόμα και όταν η ΑΕΚ δυσκολευόταν. Στην περίπτωσή της είναι λίγο πιο περίπλωκα τα πράγματα καθώς τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε τον ρόλο της βασικής μόνιμα. Φέτος έκανε ξεκάθαρο πως όχι απλά αντέχει αλλά μπορεί να είναι και καλύτερη από ξένες που δεν αφήνουν τον αποτύπωμά τους ούτε στην ομάδα ούτε φυσικά και στο πρωτάθλημα.

Κυρίες και κύριοι, ο ΖΑΟΝ ή αλλιώς η ευχάριστη έκπληξη. Όχι γιατί η έβδομη θέση είναι η καλύτερη ever αλλά γιατί ήταν μια ομάδα που αναγεννήθηκε, έφτιαξε ένα ωραίο σύνολο με καλές Ελληνίδες και αφήνει υποσχέσεις για τη συνέχεια. Δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο από την Τικμανίδου που καλώς ή κακώς τα φώτα έπεσαν πάνω της. Στα 17 της είναι σίγουρα η καλύτερη rookie του πρωταθλήματος και σίγουρα η μοναδική σε αυτή την ηλικία που είχε τόσο κομβικό και ουσιαστικό ρόλο στην ομάδα της. Και η Μπελιά, με τη σειρά της έκανε μια ώριμη και καλή σεζόν αλλά αυτό δεν ήταν έκλπηξη όπως της Σπυροπούλου που ξεπετάχτηκε και άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων. Αλλά σίγουρα, όπως ο ΖΑΟΝ, έτσι και η Αλεξάκου αναγεννήθηκε. Ο ρόλος που απέκτησε από τα μέσα της σεζόν στην ομάδα της Κηφισιάς ήταν αυτός που της ταίριαζε, μια ακραία με ελευθερίες, με άνεση να παίρνει πολλές επιθέσεις και να βοηθάει με κάθε τρόπο στον αγωνιστικό χώρο κάτι που την έκανε να νιώθει καλύτερα και να βοηθάει την ομάδα της. Η κεντρικός της επόμενης μέρας, όμως, είναι η Γράβαρη. Η φετινή της παρουσία δείχνει ξεκάθαρα πως μπορεί να ξεχωρίσει σε ομάδες με απαιτήσεις και πως είναι μια κεντρική με πολύ μεγάλη ποιότητα και ποικιλία στη παιχνίδι της. Και φυσικά δεν έχουν πολλές ομάδες την άνεση να φέρνουν από τον πάγκο αθλήτριες σαν τη Φουμάκη και τη Ζιώγα και να είναι τόσο επιδραστικές σε τόσο κομβικές στιγμές των αγώνων.

Κλείνοντας την οκτάδα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη Θέτιδα. Η Νικολογιάννη είναι γνωστό πως αποτελεί ακραία από το πάνω ράφι αν και το γεγονός ότι έπρεπε να παίξει και ως διαγώνια κάνει σαφές ότι η Θέτιδα είχε πολλά προβλήματα τρυματισμών που δεν της επέτρεψαν να πιάσει την απόδοση που θα μπορούσε ως σύνολο. Ούτε η Μανιατογιάννη, βέβαια, αποτέλεσε έκπληξη καθώς είναι μια δυναμική προσωπικότητα στην ομάδα της και μια πολύ καλή λίμπερο. Η προσοχή έπεσε κυρίως στη μπροστά ζώνη. Η Ματσαρόκη έκανε μια καλή χρονιά και δείχνει να εξελίσσεται μετά την περσυνή σεζόν. Μπορεί να μην την είχαμε δει τα προηγούμενα χρόνια αλλά η Σταυρινίδη, με τη σειρά της, παρουσιάστηκε στον… άχρωμο Ηλυσιακό και ξεχώρισε στη Θέτιδα. Μια κεντρική με πολύ ύψος και επιβλητική παρουσία που έχει μεγάλη ταχύτητα για το μέγεθός της και που όταν βρίσκει ρυθμό στο μπλοκ μοιάζει αδιαπέραστη.

Όσον αφορά τις ομάδες των πλέι άουτ δεν μπορεί να αφήσει κανείς εκτός συζήτησης τη Γεωργιάδου. Η λίμπερο του Άρη έκανε πολύ καλό δεύτερο μισό φέτος και απέδειξε ότι ανήκει στις λίμπερο που κάνουν τη διαφορά και αξίζουν να παίζουν σε ομάδες με απαιτήσεις. Ενώ επίσης η παρουσία της Πίττα στον Μίλωνα δεν μπορεί να περάσει αδιάφορη. Στη δεύτερή της σεζόν στη Νέα Σμύρνη ήταν πιο ουσιαστική και πιο δυναμική με αποτέλεσμα η απουσία της στα τελευταία παιχνίδια να είναι σημαντικό πρόβλημα. Μπορεί να μην παίζουν την ίδια θέση και το πρόβλημα να μην καλύπτεται αλλά η απόκτηση της Ζαφειρίου από τον Μίλωνα ήταν μια κίνηση πολύ έξυπνη που ήδη αποδίδει καρπούς ακόμα και αν η νεαρή ακραία έχει παίξει λίγα παιχνίδια με τη φανέλα του Μίλωνα.

Οι κορυφαίες αφανείς ηρωίδες