MENU

Θα διαβάσεις την είδηση: «Παράλληλα, στην Εθνική Ελπίδων κλήθηκε ο Μάριος Σιαμπάνης για τις αναμετρήσεις με την Τσεχία (13/11) και τη Σκωτία (17/11)». Θα τη διαβάσεις ξανά… Θα κοιτάξεις την ημερομηνία. Λάθος, πρέπει να είναι. Κι όμως, δεν είναι. Μα, είναι δυνατόν; Κι όμως, είναι. Η σχετικότητα του χρόνου δεν είναι μόνο οι ώρες. Είναι οι μέρες. Είναι οι μήνες. Μπορεί να είναι και ένα ολόκληρο έτος. Ο Μάριος Σιαμπάνης είναι μόλις 21 ετών. Όχι, δεν ήταν αποτυχημένος πέρυσι τέτοια εποχή, όταν έπαιζε στην U23 της Νότιγχαμ Φόρεστ. Ούτε ήταν αποτυχημένος όταν ο Πέδρο Μαρτίνς τον «έκοβε» από τον Ολυμπιακό, εξαιτίας ενός λάθους που έκανε στο φιλικό με το Αμβούργο. Ούτε καν όταν έκανε φαινομενικά πισωγύρισμα και επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη, αυτή τη φορά για λογαριασμό του Άρη.

Αποτυχημένος θα είναι αν δεν καταφέρει να μονιμοποιήσει το τώρα. Αποτυχημένος θα είναι αν δεν εξελίξει την προσωπικότητά του, αν δεν ξεφύγει από τα λάθη του παρελθόντος, αν δε κατασταλάξει στο ποιος είναι ο Μάριος Σιαμπάνης και κυρίως ποιος θέλει να είναι ο Μάριος Σιαμπάνης. Στοιχεία που έχασε στο δρόμο. Αρετές που ξέχασε, αρχές που αγνόησε, και μια ευκολία που τον μπέρδεψε.

Καρδιά… αγκινάρα!

Έχουν περάσει 18 μήνες από το καλοκαίρι που ο Μάριος Σιαμπάνης αποφάσιζε να υπογράψει στον Ολυμπιακό. Το ρεπορτάζ της εποχής, όπως και των προηγούμενων μηνών, ήταν ξεκάθαρο: Δεν ανανέωσε το συμβόλαιό του με τον ΠΑΟΚ (σ.σ. προπονούταν μόνος του και δεν ήταν στη φιέστα του νταμπλ), και πιθανότατα θα υπέγραφε στον Παναθηναϊκό. Ο Παναθηναϊκός έγινε Ολυμπιακός, τα πράσινα έγιναν κόκκινα, και τα όνειρα μπλέχτηκαν. Ποιος είμαι; Τι θέλω; Πού φιλοδοξώ να φτάσω;

Στις 9 Ιανουαρίου του 2018, ο 21χρονος γκολκίπερ ήταν ΠΑΟΚ: «Για μένα είναι όνειρο ζωής να παίζω στον ΠΑΟΚ».

Την 1η Ιουλίου του 2019, ο Μάριος Σιαμπάνης ήταν Ολυμπιακός: «Όνειρο ζωής ο θρύλος. Ευχαριστώ προσωπικά τον κ. Μαρινάκη που με πίστεψε και όσους με βοήθησαν να έρθω στην μεγαλύτερη ομάδα στην Ελλάδα».

Στις 5 Οκτωβρίου του 2020, ήταν Άρης. «Είμαι πολύ χαρούμενος που συνεχίζω την καριέρα μου στον Άρη. Ήρθα στην ομάδα της καρδιάς μου και θα δώσω τα πάντα».

Δεν είναι κακό να χάσεις μια ευκαιρία. Να χάσεις μια φάση. Να χάσεις την αυτοσυγκέντρωσή σου. Πρόσεχε, όμως, μη χάσεις τη μπάλα. Μη χάσεις τον εαυτό σου. «Δεν το κρύβω ότι είναι ωραίο να διαβάζω πράγματα για τον εαυτό μου. Αλλά ως εκεί. Το… καλάμι σε καταστρέφει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να χαίρονται για μένα οι δικοί μου άνθρωποι. Οι γονείς μου, η γιαγιά μου ο αδελφός μου. Να τους κάνω περήφανους. Για μένα δεν υπάρχει ταβάνι. Γιατί όταν σκεφτείς ότι έφτασες στο ταβάνι, σταματάς να δουλεύεις και επαναπαύεσαι. Αυτό μου δίδαξαν οι γονείς μου και αυτό κρατώ κάθε μέρα που ξυπνώ, σε κάθε προπόνηση. Να συνεχίσω να δουλεύω και από εκεί και πέρα θα αποφασίσει ο Θεός».

Το ταβάνι για τον Μάριο Σιαμπάνη είναι το ισπανικό πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα, το el Clasico… Κανείς δεν μπορεί να σου απαγορεύσει να ονειρεύεσαι. Πόσο μάλλον όταν χαρακτηρίζεσαι το μεγαλύτερο ταλέντο τερματοφύλακα που έχει δει η Ελλάδα, όταν σε ζητάει η Μάντσεστερ Σίτι από τα 16 σου, ακούς τον προπονητή σου στην Εθνική να σε παρομοιάζει με τον Ντοναρούμα, συμμετέχεις σε προετοιμασία με την πρώτη ομάδα ενώ καλά-καλά δεν πας λύκειο, υπογράφεις συμβόλαιο στα 15 σου και κάνεις επαγγελματικό ντεμπούτο στα 17 σου χρόνια. Κι όλα αυτά απλά επειδή κάποτε «ήμουν χοντρούλης και κουραζόμουν να τρέχω. Πήγα τον αδερφό μου στον Παύλο Μελά και επειδή είμαστε δεμένοι, ξεκίνησα και εγώ. Επειδή εγώ κουραζόμουν μίλησα με τους υπεύθυνους και ζήτησα μια ξεκούραστη θέση και βήμα, βήμα τα καταφέραμε».

Τα όνειρα δεν είναι το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι τι κάνεις για τα όνειρά σου. Στη Θεσσαλονίκη δεν είναι μυστικό ότι ο Μάριος Σιαμπάνης λοξοδρόμησε. Δόξα. Είναι μάλλον άδικο να χαρακτηρίζεται ως εκείνη που δε μίσησε ποτέ κανείς. Πολύ τη μίσησαν, αλλά μόνο εκ των υστέρων. Γιατί είναι η χειρότερη των σειρήνων, και όταν είσαι νέος δεν ξέρεις πού να βρεις το βουλοκέρι. Έτσι αλλάζουν πορείες, έτσι καταστρέφονται καριέρες. Μόνο που ο 21χρονος γκολκίπερ πήρε δεύτερη ευκαιρία. Νωρίς. Ίσως να τον ταρακούνησε ο τραυματισμός του τον προηγούμενο Ιανουάριο. Ίσως να τον ωρίμασε η πατρότητα. Ίσως να τον βοήθησε να συνέλθει η επιστροφή σε ένα οικείο περιβάλλον.

«Αυτός με έφερε και πρώτη φορά στο Χαριλάου, όταν ήμουν πέντε χρονών σε ματς του Άρη με τον Παναθηναϊκό», θα πει για τον Βασίλη Δήμου σε συνέντευξή του, όταν πια το όνομά του θα έχει επανέλθει στο προσκήνιο. Ο Άκης Μάντζιος τον εμπιστεύτηκε, εκείνος – με μελανή εξαίρεση το ματς με τον Ολυμπιακό – έκανε τόσο καλές εμφανίσεις που έφεραν τον Φρανκ Άρνεσεν πίσω στη Θεσσαλονίκη. Η Φέγενορντ είχε σκοπό να τον παρακολουθήσει στο ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ. Ο Μάριος Σιαμπάνης δεν έπαιξε. Το όνομά του είναι πάλι εκεί, στα πρωτοσέλιδα, στις πρώτες ειδήσεις. Τώρα, όμως, μοιάζει έτοιμος να το διαχειριστεί.  

Σ’ αφήνω τώρα στον επόμενο…