Ακόμα και σήμερα ζηλεύει τους παίκτες του. Διότι κάνουν την καλύτερη δουλειά στον κόσμο. Θα έδινε ευχαρίστως όλο του τον μισθό για να βρίσκεται στην θέση τους και να παίζει εκείνος.
Ωστόσο, δεν είχε το ταλέντο. Το κατάλαβε νωρίς. Δεν τον έφαγαν τα κυκλώματα, ούτε κάποιος απρόοπτος τραυματισμός. Απλώς, δεν είχε ταλέντο. Ούτε υπομονή. Από τότε που τελείωσε το λύκειο είχε πάντα ένα Plan B στο μυαλό του, κάτι με το ποδόσφαιρο, η προπονητική ήρθε μετά.
Ήταν ένας επιθετικογενής μέσος που έφτασε ως την Serie D, αλλά περισσότερο έπαιζε για τη χαρά του παιχνιδιού, για τη φάση.
Είναι της σχολής Αρίγκο Σάκι, Μάσιμο Αλέγκρι, που δεν έπαιξαν ποτέ ποδόσφαιρο αξιώσεων, υπάρχει ένα ρητό στην Ιταλία για τους προπονητές αυτής της… σχολής: “Για να γίνεις καλός αναβάτης, δεν χρειάζεται νωρίτερα να έχεις υπάρξει… άλογο”!
Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Ρώμης με πτυχίο (έκανε αργότερα και μεταπτυχιακές σπουδές) πάνω στις επιστήμες και στις τεχνικές της προπόνησης. Γυμναστής, με λίγα λόγια.
Η πρώτη του δουλειά ήταν στις ακαδημίες της Λάτσιο, προσπαθώντας να μάθει κινητικές δεξιότητες στα νέα παιδιά, να τους μάθει να ανακαλύψουν το σώμα τους και να το χρησιμοποιούν όσο καλύτερα γίνεται.
Μόνο που η Ιταλία ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει την φιλομάθεια του. Και συνάμα είναι μία χώρα που αν δεν έχεις υπάρξει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής είναι δύσκολο, πολύπλοκο και κοστοβόρο να γίνεις προπονητής.
Βρήκε το πρόγραμμα Leonardo που αφορούσε αμειβόμενη άσκηση στο εξωτερικό και ως λάτρης του ισπανικού ποδοσφαίρου έστειλε αιτήσεις και βιογραφικό και στις 20 ομάδες της La Liga. Δεν του απάντησε καμία!
Μέχρι που μια μέρα ήρθε αυτό το τηλέφωνο που άλλαξε για πάντα την ζωή του. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Λεβάντε, που ήθελε να του δώσει μια ευκαιρία στις ακαδημίες της ως βοηθό προπονητή στην ομάδα Juvenil A. Ο Αλέσιο έφτιαξε γρήγορα μία βαλίτσα και άφησε για πρώτη φορά την αιώνια πόλη το 2011, ώστε να ζήσει το όνειρο του.
Τίποτα δεν ήρθε εύκολα. Το πρόγραμμα ήταν αμειβόμενο, αλλά τα λεφτά λίγα. Τα δύο πρώτα χρόνια για να βγάλει τα προς το ζην πουλούσε τοπικά τρόφιμα σε ιταλικά εστιατόρια στην Βαλένθια.
Σταδιακά, άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά της ιεραρχίας των ακαδημιών της Λεβάντε. Η πρώτη του εμπειρία ήταν με την ομάδα Alevin D, μετά η Infantil E, η Infantil Ψ, η Juvenil Β και μετά η Juvenil A, με την οποία την σεζόν 2018-19 έφτασε ως τα ημιτελικά του Copa Del Rey.
Δεν φοβήθηκε ποτέ την δουλειά, όποιος κι αν ήταν ο βαθμός δυσκολίας. Η πρώτη του αποστολή, η πρώτη βουτιά στα βαθιά ήταν να αναλάβει μεσούσης της σεζόν 2020-21 την Λεβάντε Β’, που τότε έπαιζε στην Segunda Division. Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, την έσωσε!
Η επόμενη αποστολή ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Η σεζόν 2021-22 ξεκίνησε εφιαλτικά για την Λεβάντε που μετά από τις πρώτες 15 αγωνιστικές δεν είχε νίκη στην μεγάλη κατηγορία.
Κανείς δεν ήθελε να αναλάβει το χάος που είχε δημιουργήσει ο Χαβιέρ Περέιρα. Ο κασκαντέρ Αλέσιο Λίσι πήρε τη δουλειά και την προαγωγή χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ήταν μόλις 36 ετών, ο νεότερος πρώτος προπονητής στις επαγγελματικές κατηγορίες της Ισπανίας, με μηδενική εμπειρία / προϋπηρεσία και παραλάμβανε καμμένη γη. Δεν τον ένοιαξε καθόλου.
Στα επόμενα 23 παιχνίδια, η Λεβάντε πήρε 28 βαθμούς, έκανε 8 νίκες, άγγιξε το θαύμα, αλλά η παραμονή δεν ήρθε ποτέ!
Η επόμενη αποστολή ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Σχεδόν αδύνατη. Η Μιραντές μία μικρούλα ομάδα στην επαρχία του Μπούργος, τον προσέλαβε για να χτίσει μία ομάδα με το μικρότερο μπάτζετ στην κατηγορία, με στόχο την παραμονή.
Η 17η θέση τη σεζόν 2023-24 πανηγυρίστηκε σαν άνοδος. Μόνο που το καλοκαίρι του 2024, η πίστα έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Σχεδόν απελπιστική.
Στο ρόστερ είχαν μείνει μόνο 6 (!) παίκτες και καθόλου λεφτά για μεταγραφές. Τρεις αμυντικοί και τρεις μέσοι, αυτοί ήταν όλοι στο ξεκίνημα της προετοιμασίας, οι υπόλοιποι ήταν παιδιά της ομάδας νέων που έπαιζαν στο ερασιτεχνικό.
Η σκέψη ήταν να ακυρωθούν τα πρώτα φιλικά, αφού εγκυμονούσε ο κίνδυνος διασυρμού. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα εκτός από δύο πράγματα: πίστη και ελπίδα.
Ο αθλητικός διευθυντής Αλφρέδο Μερίνο γέμισε την ομάδα με δανεικούς κι ελεύθερους για να φτιάξει ένα αξιοπρεπές ρόστερ, χωρίς να έχει ιδέα για αυτό που θα ακολουθούσε.
“Ήταν ίσως η πιο δύσκολη προετοιμασία της καριέρας μου, αλλά διατήρησα την πίστη μου στο προπονητικό επιτελείο και στο σύλλογο. Αυτή η εσωτερική πίστη και πεποίθηση μας έδωσε τη δύναμη να συνεχίσουμε χωρίς να σταματήσουμε ποτέ.
Καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας μου, προσπαθούσα να δίνω το 100% ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, χωρίς να σκέφτομαι τι μου λείπει και εστιάζοντας αποκλειστικά σε αυτό που μπορώ να ελέγξω. Είναι κάτι που κουβαλάω μαζί μου από τότε που ξεκίνησα ως προπονητής φυσικής κατάστασης στη Λάτσιο και το διατηρώ έκτοτε”, θυμάται.
Πάντα χτίζει τις ομάδες του από πίσω προς τα μπροστά. Διότι αν κρατάς το μηδέν, αν δεν χάνεις, υπάρχει κάτι πάνω στο οποίο μπορείς να πατήσεις: “Η συμβουλή που δίνω είναι να εξετάσουμε τα δυνατά σημεία που έχουμε στην ομάδα και πάνω εκεί να αρχίσουμε να χτίζουμε τα θεμέλια.
Κι αν δεν είμαστε ανταγωνιστικοί, ειδικά στα πρώτα στάδια της σεζόν, αν μας λείπουν παίκτες ή αν η ομάδα δεν παίζει καλά, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε προσπαθώντας να είμαστε σταθεροί αμυντικά, γιατί κάθε φορά που κρατάς ανέπαφη την εστία σου παίρνεις τουλάχιστον έναν βαθμό και από εκεί μπορείς να χτίσεις και να ενσωματώσεις περισσότερες ιδέες. Αλλά είναι πάντα σημαντικό να έχεις πίστη και να πιστεύεις στην καθημερινότητα», λέει χαρακτηριστικά.
Εκείνη η Μιραντές είναι η ομάδα των ονείρων του. Ακόμα διατηρεί επαφές με τους περισσότερους παίκτες. Όλοι συνηθίσουν να λένε τις ομάδες τους “οικογένειες”, αλλά η προπέρσινη Μιραντές ήταν όντως μία τέτοια.
Έχασε την απευθείας άνοδο στην Primera Division (δεν έχει ανέβει ποτέ στην 99χρονη ιστορία της) την τελευταία αγωνιστική, απέκλεισε την Σανταντέρ στον ημιτελικό ανόδου, όμως η Οβιέδο ήταν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στους διπλούς τελικούς.
Εκείνος ο επαναληπτικός στο “Κάρλος Ταρτιέρε”, όπου η Μιραντές προηγήθηκε, μα λύγισε στην επανάληψη με 3-1 παίζει σαν λούπα στο κεφάλι του, είναι το παιχνίδι που θα ήθελε να ξαναπαίξει, όσο κανένα άλλο στη ζωή του.
Η Μιραντές ήταν το μεγαλύτερο σχολείο για εκείνον, η ομάδα που τον σημάδεψε όσο καμία άλλη: “Στο τέλος, δεν έχει σημασία μόνο το πού καταλήγεις, αλλά και τι βιώνεις στην πορεία. Είμαι βαθιά ευγνώμων στον Μιράντες επειδή περάσαμε δύο εξαιρετικά χρόνια σε έναν σύλλογο που είναι μικρός σε δομή αλλά τεράστιος σε νοοτροπία, με ανθρώπους που κάνουν τα πάντα ευκολότερα κάθε μέρα”.
Όταν έχεις καταφέρει να στήσεις ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό, ξεκινώντας την προετοιμασία με 6 επαγγελματίες, τίποτα δεν μπορεί να σε φοβίσει, καμία ποδοσφαιρική πρόκληση δεν είναι ακατόρθωτη.
Ο Λίσι χρειάστηκε να γίνει εφευρετικός, να βρει γρήγορες λύσεις για να τους ενσωματώσει στο γκρουπ και να τους βάλει στο κλίμα της ομάδας που θέλει να φτιάξει: “Όταν φτάνουν νέοι παίκτες, έχω πάντα μια πολύ μεγάλη συνάντηση με τον καθένα. Συζητάμε για την καριέρα τους, την οικογένεια τους, τη ζωή τους, το κίνητρο τους, τους εξηγώ λεπτομερώς τι θέλω από αυτούς.»
Ο Ιταλός είναι ένας πολύ ανθρώπινος και προσβάσιμος άνθρωπος. Ένας γήινος τεχνικός, που σπάνια εκνευρίζεται και χάνει τον έλεγχο. Λάτρης της τεχνολογίας, του αρέσει να διδάσκει μέσω βίντεο, σε βαθμό εμμονικής λεπτομέρειας.
Κι αντίθετα με ότι αναπαράγεται, όχι δεν είναι λάτρης του 5-3-2, ούτε λατρεύει να παίζει αμυντικά. Αυτό εξαρτάται από το υλικό της ομάδας και από τον αντίπαλο.
Σε όλο τον δεύτερο γύρο φέτος με την Οσασούνα έπαιξε με τετράδα στην άμυνα, έτσι ας πούμε (4-2-3-1) γονάτισε φέτος την Ρεάλ Μαδρίτης στο Ελ Σάδαρ με 2-1.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του προπονητικό Φρανκενσταϊν, αφού προσπαθεί να κοπιάρει πράγματα από τους κορυφαίους, τον Πεπ, τον Μουρίνιο, τον Κλοπ, αλλά κι από συμπατριώτες του όπως ο Κόντε, ο Σπαλέτι, ο Τζέμαν. Το ποδόσφαιρο άλλωστε αλλάζει, εξελίσσεται, προοδεύει κάθε μέρα. Κι όποιος δεν προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα, απλώς τον προσπερνάει η εποχή του.
Πέρσι το καλοκαίρι πήρε ακόμα επικίνδυνη απόφαση καριέρας. Επέλεξε να εργαστεί στην Οσασούνα, που από το 2018 ως το 2024 είχε λατρέψει παράφορα τον Χακόμπα Αρασάτε και δεν μπορούσε να αποδεχθεί εύκολα έναν νέο προπονητή.
Το ξεκίνημα στην Παμπλόνα ήταν απίθανα ανηφορικό με πολλούς τραυματισμούς, γκρίνια και 8 ήττες στα πρώτα 13 παιχνίδια, όμως ο πεισματάρης Ιταλός κατάφερε να το γυρίσει. Ένα σερί νικών έφερε την Οσασούνα σε ευρωπαϊκή τροχιά, όμως η αίσθηση ότι η παραμονή εξασφαλίστηκε από νωρίς έκανε την ομάδα να σβήσει χωρίς λόγο.
Η ομάδα της Παμπλόνα τελείωσε την σεζόν με 5 σερί ήττες, το όριο παραμονής ανέβηκε τρελά στους 42 πόντους και εντέλει η ομάδα του σώθηκε στην διαφορά τερμάτων, όχι όμως και η θέση εργασίας του.
Ανήκει στην προπονητική νουβέλ βαγκ, θα ήταν αδύνατον να μην του αρέσουν τα νιάτα, η νέα γενιά, η προώθηση και η εξέλιξη παικτών. Στη Μιράντες, σχεδόν χωρίς αληθινή ακαδημία, τρεις παίκτες έκαναν το ντεμπούτο τους την πρώτη χρονιά και δύο τη δεύτερη. Στην Παμπλόνα πιστώνεται την έκρηξη του Βίκτορ Μουνιόθ, ο οποίος έκανε πριν από λίγες ημέρες το άλμα από την Οσασούνα, στη Λίβερπουλ!
Δεν θα φοβηθεί να πάρει ρίσκα, χωρίς όμως να θέλει να κάψει κανέναν παίκτη του. Κάθε του απόφαση είναι προϊόν μελέτης, ψυχολογικής και τακτικής προετοιμασίας, η λέξη ευκαιρία κρύβει πάντα πίσω της ένα δίκοπο μαχαίρι.
Η αγαπημένη του λέξη στα ισπανικά, αυτή που έλεγε κάθε μέρα στους παίκτες του είναι το ρήμα disfrutar, που σημαίνει απολαμβάνω.
Δεν παρέλειπε ποτέ να υπενθυμίζει στους παίκτες του, αλλά και στον ίδιο, πως πρέπει να απολαμβάνουν τα πράγματα, τη στιγμή, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.
Η ζωή φαίνεται φέρνει στον Αλέσιο Λίσι άλλη μία πολύπλοκη και δύσκολη αποστολή.
Να διαδεχθεί στον ΠΑΟΚ τον πιο πετυχημένο και πλέον μακροβιότερο προπονητή στην ιστορία του.
Σιγά, το δύσκολο.
Για κάποιον που πήγε να ανέβει στην Primera Division με ένα… χωριό που ξεκίνησε προετοιμασία με 6 παίκτες, ο Δικέφαλος παίζει να είναι η πιο προνομιούχα θέση που είχε ποτέ στη ζωή του…
Photo credits: Vaggelis Hantzis