Η κουβέντα είναι υποθετική. Και η υπόθεση δεν αφορά στην πρόθεση του Παναθηναϊκού, αλλά στο κατά πόσο ο Φριντέτ θα ήταν απαραίτητος στην ομάδα της σεζόν 2020-2021. Όταν δεν ξέρεις τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ, όταν δεν ξέρεις ποιος είναι ο προπονητής και η φιλοσοφία του, τότε μοιραία δεν μπορεί να είσαι κατηγορηματικός για το πόσο απαραίτητος είναι ένας παίκτης που σουτάρει καλά. Σε γενικές γραμμές, κάθε ρόστερ έχει ανάγκη έναν παίκτη που έχει άγνοια κινδύνου και μπορεί να σουτάρει από τα 6,75μ., αλλά το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να τον πληρώνει και τι ρόλο κρατάει γι αυτόν.
Ξεκινά και τελειώνει δηλαδή το ρόστερ από τέτοιου είδους παίκτη ή επιλέγει έναν πολύ καλό σουτέρ που θα τον καλέσει από την άκρη του πάγκου και θα του δώσει λύσεις στα κρίσιμα σημεία ενός παιχνιδιού; Το ερώτημα προφανώς δεν αφορά στους παίκτες που μπορούν να σουτάρουν αξιόπιστα, μαζί με άλλα πέντε πράγματα που κάνουν πάνω στο παρκέ. Αφορά μια κατηγορία παικτών που… ζουν και πεθαίνουν από το μακρινό σουτ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Φριντέτ ή στην περίπτωση του Κάρολ. Και σε όλο αυτό βεβαίως, θα πρέπει πάντα να βάζουμε στην εξίσωση το κομμάτι «μπάτζετ». Γιατί είναι διαφορετικό να έχεις μπάτζετ 20-25 εκατομμυρίων και να ψάχνεις έναν ποιοτικό παίκτη, αφού έχεις λύσει τα υπόλοιπα προβλήματα και διαφορετικό να έχεις μπάτζετ 7-10-12 εκατομμυρίων και να ξεκινάς με… καβάτζα το 1,5 στον σουτέρ σου.
Προσωπικά, ουδέποτε ήμουν ενθουσιώδης με τους παίκτες που μπορούν να κάνουν ένα (σπουδαίο) πράγμα στο παρκέ. Αντιλαμβάνομαι και τις περισσότερες φορές αποδέχομαι τον ρόλο τους σε μια ομάδα, αλλά ουδέποτε θα πόνταρα τα λεφτά μου πάνω τους για να κάνουν την τελική διαφορά σε μια γεμάτη σεζόν. Αναμφισβήτητα ο Φριντέτ είναι ένας σπουδαίος σουτέρ, σε μια ομάδα που λειτουργεί ρολόι, διαθέτει δηλαδή ισορροπημένη φροντ λάιν, ποιότητα στα «φτερά», σουτ στη θέση «4» και εναλλακτικές στον «άσο». Δυστυχώς ο Παναθηναϊκός δεν βρίσκεται, ούτε θα βρεθεί στο σημείο να έχει καλυμμένες απόλυτα τις παραπάνω ανάγκες του. Ο Φριντέτ, ειδικά με τα χρήματα που συμφώνησε το περασμένο καλοκαίρι, είναι κάτι παραπάνω από πολυτέλεια για τον Παναθηναϊκό. Πολυτέλειες από τις λίγες θα έλεγα μάλιστα στην Ευρωλίγκα. Παίκτης με αμυντικές αδυναμίες, δυσκολίες να αντεπεξέλθει στο ξύλο δεν μπορεί σ’ αυτή την εποχή να είναι το Νο1, ούτε καν το Νο2 σε μια ομάδα που θέτει υψηλούς στόχους. Κι αυτό δεν αφορά στο συμβόλαιο πρώτα απ’ όλα, αλλά στα χαρακτηριστικά παιχνιδιού που διαθέτει και τα οποία δεν αρκούν για να επωμιστεί το ρόλο του Νο1 σε μια ομάδα με στόχους. Το συμβόλαιο ακολουθεί την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά που αναζητά μια ομάδα για να «βαφτίσει» έναν παίκτη ηγέτη.
Όταν αποφασίζεις να δώσεις 1,5-1,7 στον Φριντέτ, τότε μοιραία αποδέχεσαι πως ο συγκεκριμένος παίκτης με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά θα αποτελέσει τον leader της ομάδας στα δύσκολα, θα αποτελέσει τον «βαρύ οπλισμό σου» στα δύσκολα. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν θεωρώ πως ο Φριντέτ δεν είναι σε θέση να έχει αυτό τον ρόλο στον Παναθηναϊκό, άρα δεν μπορεί να κοστίζει και τα λεφτά τα οποία συμφώνησε.
Είναι σαφές πως αν οι «πράσινοι» διαθέτουν 1,5-1,7 εκατομμύρια δολάρια, θα πρέπει να τα αξιοποιήσουν σε έναν παίκτη με ηγετική φυσιογνωμία, ικανό να κάνει πολλά πράγματα στο παρκέ, παίκτη με θητεία στην Ευρωλίγκα και με τη νοοτροπία ομάδας που θέλει να πρωταγωνιστεί. Και σε πρώτη φάση, το ζητούμενο δεν είναι η θέση που θα παίζει, αλλά να έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Όταν τα διαθέτει τότε μπορεί να παίξει στις τρεις από τις τέσσερις θέσεις μια πεντάδας, μπορεί να αντιληφθεί πως η άμυνα είναι το κλειδί για να πας ένα βήμα παρακάτω.
Θα πει κάποιος «και γιατί τον χρυσοπλήρωσε πέρυσι το καλοκαίρι;». Για τον απλούστατο λόγο πως, όπως αποδείχτηκε, «χτίστηκε» λανθασμένα, πιστεύοντας ότι έχει τακτοποιήσει όλα τα προβλήματά του και το μόνο που του έλειπε ήταν ένας αξιόπιστος σουτέρ. Πίστευε ότι δαπανώντας ένα… καράβι λεφτά θα είχε τον παίκτη που θα έβαζε 30άρες και θα «άνοιγε» όλες τις άμυνες, αλλά όπως πολλάκις έχει αποδειχτεί το μπάσκετ έχει αλλάξει τόσο πολύ που ακόμη και οι 30άρες πολλές φορές είναι μειονέκτημα κι όχι πλεονέκτημα.