Είσαι δέκα ετών. Δέκα. Ο μόνος κόσμος που γνωρίζεις είναι εκείνος που σου έχει συστηθεί. Δεν υπάρχει youtube. Δεν υπάρχουν social media. Με το ζόρι υπάρχει διαδίκτυο και να είσαι σίγουρος ότι σε μια από τις πιο φτωχικές γειτονιές των Ηνωμένων Πολιτειών, η ενσύρματη σύνδεση δεν ήταν βιοτική επιλογή. Σήμερα, ένα ποσοστό περίπου 13% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, με εισόδημα χαμηλότερο των 24.000 δολαρίων για μια τετραμελή οικογένεια. Μόνο που δεν είμαστε στο σήμερα. Είμαστε στο 1999. Η εγκληματικότητα είναι περισσότερη, η φτώχεια εντονότερη ̇στα κακόφημα στενά του Hill District στο Pittsburgh δεν υπήρχε για χρόνια ούτε ένα σούπερ μάρκετ, ενώ ακόμα και σήμερα θα σε συμβουλέψουν να μην κυκλοφορείς όταν πέφτει το σκοτάδι. Ούτε καν τις ημέρες που το PPG Paints Arena γεμίζει για τους αγαπημένους Penguins του Πίτσμπουργκ.
Ο ΝτιΆντρε Κέιν περιμένει στην πόρτα του σπιτιού του. Βλέπει τον πατέρα του μετά από ένα χρόνο. Τρέχει, όσο πιο γρήγορα μπορούν τα πόδια του να τον πάνε, για να τον αγκαλιάσει. Ο Κάλβιν έχει περάσει ένα χρόνο στη φυλακή, εμπλεκόμενος σε υπόθεση ναρκωτικών και για πρώτη φορά ο μικρός αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος που του έχει συστηθεί είναι προβληματικός. Δεν είναι αυτός ο τρόπος που θα ήθελε να ζήσει. Ο πατέρας του έπρεπε να φύγει κατευθείαν και πάει για δουλειές και ο ΝτιΆντρε απαγορευόταν να πάει μαζί του. Έκατσε κάτω. Εκεί, στο σκαλοπάτι του σπιτιού του. Έκλαψε, κι έκλαψε. Δε θα άντεχε να μην τον δει ξανά.
13 χρόνια είχαν περάσει από εκείνη την ημέρα. Η διαδρομή του Κέιν θα ήταν τέτοια που θα αντιλαμβανόταν ακριβώς πόση ευλογία ήταν ο πατέρας του, πόση ευλογία ήταν να φύγει από το Hill District και να φτιάξει μια ζωή μακριά από ναρκωτικά, συμμορίες, πυροβολισμούς και δολοφονίες. Όταν είδε δύο αναπάντητες κλήσεις στο κινητό του από τη θετή του μητέρα, δεν έδωσε σημασία. Κολεγιόπαιδο τότε, ένιωθε ότι είχε προτεραιότητα η σκληρή αναμέτρηση με τον κολλητό του στην Playstation. Η Ζακλίν επέμενε. Πήρε τηλέφωνο το φίλο του κι εκείνος ήταν που έπρεπε να πει τα νέα στον ΝτιΆντρε. Ο πατέρας του λίγο πριν κλείσει τα 50 του χρόνια, έπαθε εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Ο Κέιν, 23 ετών, φεύγει άρον άρον από τη Δυτική Βιρτζίνια για να επιστρέψει σπίτι του.
«Ήταν σα να παρακολουθούσα ταινία. Ήταν τόσο πρησμένος. Τον άγγιξα και ήταν παγωμένος. Ανατρίχιασε όλο μου το σώμα, μούδιασα. Όχι, όχι, αποκλείεται. Όχι ο μπαμπάς μου, όχι ο μπαμπάς μου. Αυτός εκεί είναι ο άνθρωπός μου. Δε σας αφήνω να τον πάρετε». Μια τρύπα στον τοίχο μαρτυρούσε την οργή του και σύντομα οι γιατροί τράβηξαν την πρίζα από τον εγκεφαλικά νεκρό πατέρα του. Από τον Κάλβιν Κέιν, ο οποίος ήταν τα πάντα για τον ΝτιΆντρε. Ήταν εκείνος που τον εισήγαγε στο μπάσκετ, εκείνος που του είχε αδυναμία ανάμεσα σε έξι του παιδιά, εκείνος που τον κράτησε μακριά από τις περιπέτειες, εκείνος για χάρη του οποίου παίζει ακόμα.
Για λίγο καιρό, ο μικρός έχασε το δρόμο του. «Έκανε πράγματα που γνώριζε ότι δεν έπρεπε να κάνει και δε θα επεκταθώ παραπάνω», διηγούταν η μητέρα του, η οποία τον έβαλε ξανά στο σωστό δρόμο. Ο ΝτιΆντρε Κέιν ήταν τυχερός. Διότι η διαδρομή του εκείνους τους μήνες που πενθούσε τον πατέρα του, έμοιαζε εν πολλοίς με τα στενά του Hill Districts. Αν αργήσεις να βγεις, χάθηκες. Κι ένας Θεός ξέρει, πόσο καλά το γνώριζε αυτό ο μικρός.
Ένα εκατοστό αριστερά, ένα εκατοστό δεξιά…
Ο Κάλβιν Κέιν ήταν σπουδαίος παίκτης στα νιάτα του. Όλη η περιοχή τον γνώριζε, καθότι είχε κατακτήσει το πολιτειακό πρωτάθλημα στα γυμνασιακά του χρόνια. Ο ΝτιΆντρε έμοιαζε ως η φυσική του συνέχεια και τέτοια ακριβώς ήθελε και ο πατέρας του να είναι. Τουλάχιστον, όσον αφορά τον αθλητισμό. Μπέιζμπολ, αμερικάνικο ποδόσφαιρο, μπάσκετ και πάντα - υιέ μου – να θυμάσαι ότι οι σπουδές είναι το βασικότερο. Έτσι τον μεγάλωσε. Με πολλή προπόνηση. Με ατομική προπόνηση. Με σουτ στο κοντινό πάρκο, ακόμα και σε μέρες που έπρεπε να τρέξουν ως εκεί, επειδή δεν υπήρχαν λεφτά για βενζίνη.
Η πρώτη επιλογή του Κέιν ήταν το ποδόσφαιρο. Ένιωθε ότι είναι καλός, του άρεσε περισσότερο και ίσως εν μέρει αντιδραστικά από την πίεση που ένιωθε μερικές φορές από τον πατέρα του («ήταν σκληρό να τον έχω προπονητή μου. Έκανα τα ίδια λάθη με άλλους συμπαίκτες μου, όμως σε μένα φώναζε πάντα περισσότερο») ήταν η επιλογή του για τα κολεγιακά χρόνια. Τα κολέγια, όμως, είχαν διαφορετική άποψη. Οι καλές υποτροφίες ήρθαν για το μπάσκετ και ο Κέιν έκανε μια επιλογή που θα καθόριζε τη ζωή του. Θα έφευγε από το Πίτσμπουργκ, παρότι φυσικά είχε υποτροφία από το πανεπιστήμιο της πόλης του. Υπήρχαν δύο βασικοί λόγοι για να πάρει την απόφασή του: Ο Αντόνιο και η Σαβόν. Και περισσότεροι από είκοσι επαναλαμβανόμενοι ήχοι στα αυτιά του για να φαντάζει επιβεβλημένη η απόφαση: Όσοι και οι πυροβολισμοί που άκουσε εκείνο το βράδυ.
«Μεγαλώνοντας στο Πίτσμπουργκ μπορεί να είναι δύσκολο, ειδικά εκεί όπου εγώ μεγάλωσα. Μπορεί εύκολα να βρεθείς εμπλεκόμενες σε καταστάσεις που δε θες και η καριέρα σου να τελειώσει μέσα σε λίγες ώρες, επειδή θα είσαι με τη λάθος παρέα, στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή. Από εκεί όπου εγώ έρχομαι, δε γίνεται να το επιστρέψεις να συμβεί». Δυστυχώς, δε γίνεται πάντα να το αποτρέψεις. Όσο κι αν προσπαθήσεις να μείνεις μακριά από το κακό, οι πιθανότητες είναι ότι θα έρθει το κακό να σε βρει.
«Φεύγαμε από ένα πάρτι στην άλλη πλευρά της πόλης και ο κολλητός μου αντάλλαξε κάποιες κουβέντες με έναν άλλο τύπο για μια κοπέλα. Άρχισαν να τσακώνονται και ξαφνικά ακούσαμε πυροβολισμούς. Τρέχαμε και τρέχαμε και τρέχαμε. Ξαφνικά είδα τον φίλο μου να πέφτει, αλλά δεν κατάλαβα και πολλά, νόμιζα ότι το έκανε για να αποφύγει τις σφαίρες. Όταν όλοι μαζευτήκαμε ξανά και όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, αντιληφθήκαμε ότι είχε χτυπηθεί στο κεφάλι. Πήγαμε στο νοσοκομείο, ήταν σε κώμα για μερικές μέρες, είχε μείνει φυτό και μετά αποφάσισαν να τραβήξουν την πρίζα».
Ο Αντόνιο έγινε τατουάζ στο σώμα του ΝτιΆντρε. «Θα μπορούσα να είμαι στη θέση του, δεν υπάρχει αμφιβολία. Έτρεχα ακριβώς δίπλα του». Λίγα χρόνια μετά, ο Αντόνιο δε θα ήταν το μόνο τατουάζ να θυμίζει στον Κέιν πόσο δύσκολη υπήρξε η νεανική του ηλικία και πόσο εύκολα μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μέσα σε μερικά εκατοστά. «Έχασα πολλούς φίλους μου στην εφηβεία. Μια πρώην κοπέλα μου πέθανε όταν ήμουν 16 ετών. Απλώς περπατούσε με τους φίλους της και κάποιοι τύποι από ένα αυτοκίνητο άρχισαν να πυροβολούν. Την πέτυχαν στο στομάχι και πέθανε. Μόλις το έμαθα τηλεφώνησα στους γονείς της. Τρέξαμε στη γέφυρα και τη βρήκαμε καλυμμένη με μια κουβέρτα. Έκλαιγα. Όλοι έκλαιγαν. Ήταν πολύ δύσκολο».
Αναπόφευκτα, το μπάσκετ ήταν η διέξοδός του. Το αντιλήφθηκε ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε και παρά τις παλινδρομήσεις του στα κολεγιακά χρόνια, ο ΝτιΆντρε Κέιν κατόρθωσε να γίνει το πρώτο μέλος της οικογένειάς του που πήρε πτυχίο, κατόρθωσε να πάρει και master, κατόρθωσε να ξεπεράσει τον εκνευρισμό του (σ.σ. την πρώτη διετία ήταν δεύτερος στις ΗΠΑ σε τεχνικές ποινές) και το μόνο που δεν κατόρθωσε ήταν να τον δουν χωρίς την ταμπέλα της ηλικίας του. Ήταν κατά το κοινώς λεγόμενο στην Αμερική «draft material», αλλά ήταν 25 ετών και δεν έπεισε καμία ομάδα να πάρει το ρίσκο. Δεν είχε άλλη επιλογή από την Ευρώπη. Η περιπλάνησή του δεν ήταν εύκολη, και συχνά έφτασε πολύ κοντά να τα παρατήσει.
Υπήρχε, όμως, πάντα η ίδια κινητήρια δύναμη. Το νούμερο στη φανέλα του, ο Κάλβιν και το δεκάχρονο παιδί που έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσαν τα πόδια του να τον πάνε, για να τον αγκαλιάσει ξανά!