Παραμύθι χωρίς όνομα!
Αυτοπροσδιορίζεται ως τεμπέλης. Βαριέται. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Γιώργου Πομάσκι είναι που τον κρατάει στο γήπεδο. «Μη νομίζεις, με έχει καταλάβει και δε με πιέζει τόσο. Ξέρει ότι αν δεχτώ μεγαλύτερη πίεση από αυτή που μπορώ να διαχειριστώ, μπορεί να σηκωθώ να φύγω». Τρέχει. Κάνει άλματα (σ.σ. γιατί το ρήμα «πηδάει» κόβεται ως ανάρμοστο). Παίζει πιάνο. Κιθάρα. Μπουζούκι. Μαθαίνει μπάσο. Πήγε σε μουσικό σχολείο και σε ωδείο. Παίζει σκάκι. Ζωγραφίζει. Αλλά βαριέται. «Μπορεί να ζωγραφίσω σήμερα και πάλι μετά από δύο μήνες. Είμαι τεμπέλης. Δεν το κρύβω. Ακόμα και στην προπόνηση τεμπελιάζω. Δεν μπορώ την αναμονή για τους αγώνες. Θέλω αγώνες». Η πρώτη φορά που σκέφτηκε να τα παρατήσει ήταν επειδή βαριόταν να περιμένει να έρθει ο αγώνας.
«Έκανα προπόνηση έξι μήνες για να περιμένω τον επόμενο αγώνα», θυμάται και… εξοργίζεται. Κι ας ήταν 15 ετών τότε μόνο και ας είχε μόλις ξεκινήσει να λογίζεται ως αθλητής στίβου. Το πριν του ήταν περίεργο. Ασυνήθιστο. «Στο δημοτικό όταν τα άλλα αγόρια έπαιζαν μπάλα, εγώ έπαιζα με τα κορίτσια σχοινάκι και κυνηγητό», θυμάται. Τον εντόπισαν από το αθλητικό σχολείο, ξεχώρισε στην αλτικότητα και στην ταχύτητα, αλλά δεν ασχολήθηκε. «Ίσως επειδή δε με πίεσε κανείς. Είμαι λίγο τεμπέλης, χρειάζομαι την πίεση». Άντε, πάλι τα ίδια…
Ευτυχώς είχε την παρέα του να τον ξεσηκώνει. Ασυνήθιστη παρέα κι αυτή, τώρα πια μοιράζεται αναμνήσεις όταν μαζεύεται σε καφέ στα Γρεβενά, έξω από το οποίο υπάρχει graffiti προς τιμήν του. Δε μοιράζεται την τρέλα και την άγνοια κινδύνου που είχαν τότε. «Ερχόταν κάθε μέρα σπίτι με γδαρσίματα και είχε κάνει και ζημιά στο μηνίσκο του», διηγείται η μητέρα του, και εκείνος υπερθεματίζει. «Από όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε να τρέχω και να πηδάω. Ήμουν αθλητικός, αλλά δεν είχα ασχοληθεί με κάποιο άθλημα. Δεν έπαιζα καν ποδόσφαιρο ή μπάσκετ, όπως οι συνομήλικοί μου. Με την παρέα μου κάναμε παρκούρ. Ένα από τα μέρη που πηγαίναμε για το χόμπι μας ήταν στο δημοτικό στάδιο. Έκανα διάφορα κολπάκια, όπως τούμπες στον αέρα. Είμαι ατρόμητος. Δεν φοβάμαι και πολλά πράγματα. Έκανα και εγχείρηση στο γόνατο από το παρκούρ. Υπήρχαν φορές που οι φύλακες μας έδιωχναν, γιατί φοβούνταν μη χτυπήσουμε».
Εκεί ήρθε η αλλαγή στη ζωή του. Ο Βαγγέλης Παπανίκος τον εντόπισε και τον δοκίμασε. «Μου πρότεινε να δοκιμάσω το άλμα εις ύψος. Πήγα στον στίβο και είδα να κάνει προπόνηση η Ιωάννα Ζάκκα. Έβαλα τον πήχη στο 1,60 μ. Τον πέρασα με την πρώτη προσπάθεια. Τότε, ο κ. Παπανίκος με ρώτησε: «Γιατί δεν ασχολείσαι με το μήκος;». Έτσι ξεκίνησα. Στην αρχή τα πράγματα ήταν πολύ χαλαρά. Πήγαινα για προπονήσεις δυο φορές την εβδομάδα». Ας μην το επαναλάβουμε. Ή, μάλλον ας το επαναλάβουμε. Ναι, βαριόταν.
Ας χρησιμοποιήσουμε ξανά τη μαμά, τη συγκινημένη σήμερα, Ιωάννα Παπαδημητρίου. «Τον Οκτώβριο άρχισε να πηγαίνει σε κάποιες προπονήσεις και τον επόμενο Μάρτιο στους διασυλλογικούς αγώνες που έγιναν, κατέκτησε την πρώτη θέση στην ηλικία του. Τότε μου είπαν για πρώτη φορά οι προπονητές του από την Γυμναστική Ένωση Γρεβενών, ότι διαθέτει μεγάλο ταλέντο, αλλά ότι προσπαθούν με το ζόρι να τον κρατήσουν στο γήπεδο». Η αλλαγή μέσα του, όμως, είχε δρομολογηθεί. «Αποφάσισα να πάρω το θέμα πιο σοβαρά. Είχα πάει να αγωνιστώ στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Παίδων, το 2014, εντελώς χαλαρά. Εννοώ δεν είχα κάποιο στόχο. Πιο πολύ με ενδιέφερε η εμπειρία. Για να φανταστείς, φορούσα ένα σορτσάκι και μια φαρδιά μπλούζα. Η τεχνική μου ήταν εντελώς λάθος, ούτε φόρα δεν ήξερα να παίρνω. Κι όμως κατάφερα να κατακτήσω το ασημένιο μετάλλιο. Αυτό με έκανε να καταλάβω πως μπορώ να πετύχω πολλά, αν δουλέψω σωστά».
Και τώρα οι συστάσεις…
Κάθε παιδί έχει μια τέτοια ιστορία να διηγηθεί. Κάθε ενήλικας θα σου μιλήσει για τον αθλητισμό, που κάπως, κάπου, κάποτε θα ασχολήθηκε. Θα μπορούσε να είναι η ιστορία οποιουδήποτε ανώνυμου. Άλλος χάθηκε από τα κυκλώματα (σ.σ. ναι,οκ), άλλος από έναν τραυματισμό, άλλος γιατί προτίμησε τις σπουδές τους, άλλος επειδή απλά κουράστηκε. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Τόκυο περισσότερο και από την υποκρισία των μίντια, περισσότερο και από την απουσία της πολιτείας, αναδεικνύουν την αφοσίωση που χρειάζεται ο αθλητισμός. Νομίζετε ότι ήταν διαφορετικά για τον Μίλτο Τεντόγλου απ’ ό,τι ήταν για τον Θοδωρή Ιακωβίδη;
«Σε ό,τι αφορά όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον αθλητισμό, όταν πληρώνεσαι ανά τρεις ή έξι μήνες, με τι δύναμη να πας για προπόνηση; Οι αθλητές είμαστε άνθρωποι με οικογένειες. Δεν είχαμε κανέναν δίπλα μας, πέραν των χορηγών μας. Δεν υπήρχε κανένας άλλος να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που παρουσιάστηκαν στον ένα εξτρά χρόνο της προετοιμασίας μας, ώστε να μπορούμε να εκπροσωπήσουμε τη χώρα με τον καλύτερο τρόπο στο Τόκυο. Δυστυχώς, αυτός είναι ο λόγος που θα χαθούν πολλοί άνθρωποι από τον αθλητισμό, είτε μιλάμε για ένα παιδί που ξεκινά τώρα, είτε για έναν προπονητή με πολλά χρόνια προϋπηρεσίας. Ίσως να τους νοιάζει μόνο το ποδόσφαιρο. Δεν ξέρω τι να πω. Αυτό που ξέρω είναι πως επρόκειτο για θαύμα που υπάρχω και δεν καταστράφηκα, μετά τον τρόπο που διαχειρίστηκαν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι το lockdown».
Κέρδισε, οπότε δε θα σταθεί κανείς σε αυτή τη δήλωση. Όπως δεν στάθηκε και όταν έγινε άλλωστε. Τα προβλήματα πάντα ήταν εκεί, πάντα ήταν ίδια. Δεν αλλάζουν με υφυπουργούς και κυβερνήσεις. Προβλήματα οικονομικά, προβλήματα προετοιμασίας, προβλήματα συνθηκών προπόνησης. «Η πολιτεία μου χρωστάει χρήματα από το 2018. Οφείλω να πω ότι ο κ. Χαλιορής, ο συντονιστής γενικός διευθυντής ΟΑΚΑ, ευαισθητοποιήθηκε. Δεν του ζητήσαμε χρήματα, αλλά ένα μηχάνημα για φυσικοθεραπεία, γιατί μας λείπουν ακόμα και αυτά». Καταλαβαίνετε τώρα τι χρειάζεται ένας αθλητής για να συνεχίσει να αθλείται; Φανταστείτε, λοιπόν, αν δεν είναι πρωταθλητής Ευρώπης. Αν δεν είναι σε ατομικό άθλημα. Αν δεν ήταν στους «προνομιούχους» που επιτρεπόταν να αθλείται εδώ και ένα χρόνο…
Η δήλωσή του, όμως, όταν έγινε δεν «πούλησε». Ούτε όταν αργότερα ο Γιώργος Πομάσκι τα έβαζε εκ νέου με την πολιτεία για την απουσία της σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας των αθλητών του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ευτυχώς, ο Μίλτος Τεντόγλου είχε τον τρόπο του να γίνεται viral. Αλλιώς, πιο μέσο από όλα που δραματικά τώρα «χτυπιόμαστε» για τον αθλητισμό, θα είχε ασχοληθεί και πολύ μαζί του; «Ευχαριστώ τους χορηγούς μου, που μου δίνουν δύναμη, και την κοπέλα μου, που μου σπάει τα νεύρα και με κάνει να έρχομαι στους αγώνες τσιτωμένος και να ξεσπάω».
Μια δήλωση που έπαιξε παντού κι έμοιαζε με τις παλιές ελληνικές ταινίες που πάντα τελείωναν με γάμο. Τι γίνεται μετά βρε αδερφέ; «Εντάξει, στην αρχή μου γκρίνιαζε. «Τι είναι αυτά ου πας και λες;». Μετά της άρεσε και το βρήκε κολακευτικό, μου έστελνε διάφορα βιντεάκια που κυκλοφόρησαν».
Η κοπέλα του αυτή τη φορά μάλλον δε θα πρόλαβε να του σπάσει τα νεύρα. Σίγουρα δε γίνεται να τον ώθησε στο έκτο άλμα, τη στιγμή που στα προηγούμενα πέντε, ο Μίλτος δε μπορούσε να βρει τον εαυτό του. Ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και δεν ήταν πια 15 ετών. Είχε τις καλύτερες επιδόσεις στον κόσμο, είχε χρυσό στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου στο Βερολίνο, χρυσά σε δύο ευρωπαϊκά κλειστού στίβου και είχε προτείνει στους φίλους του «να με παίξουν στοίχημα ότι θα πάρω το χρυσό, θα βγάλουν λεφτά»! Αλλά έτσι είναι πάντα ο Μίλτος Τεντόγλου. Μπορεί και να βαριόταν…