Στα 30 του χρόνια, με ένα σημαντικό κομμάτι της καριέρας του να έχει ήδη γραφτεί σε Γαλλία, Πορτογαλία, Τουρκία και ΗΑΕ, ο Μπάνζα ετοιμάζεται για ένα ακόμη κεφάλαιο. Αυτή τη φορά, στη Θεσσαλονίκη και τον ΠΑΟΚ.
Πίσω από τον επιθετικό που έρχεται να δώσει διαφορετικά χαρακτηριστικά στη γραμμή κρούσης του Δικεφάλου, υπάρχει μια ιστορία που ξεκίνησε αρκετά διαφορετικά από ό,τι θα περίμενε κανείς. Για την ακρίβεια, με... καράτε.
«Μάλλον η μητέρα μου είχε κάποιο... όραμα!»
Ο πατέρας του είχε μαύρη ζώνη και ήταν εκείνος που τον έβαλε στον κόσμο των πολεμικών τεχνών. Για τρία χρόνια, το καράτε ήταν η καθημερινότητα του μικρού Σιμόν. Κίτρινη, πορτοκαλί και πορτοκαλί-λευκή ζώνη ήταν οι πρώτες του διακρίσεις.
Μέχρι που παρενέβη η μητέρα του.
«Το ποδόσφαιρο δεν ήταν το πρώτο άθλημα που έκανα. Ήταν το καράτε! Ο πατέρας μου έχει μαύρη ζώνη και εκείνος με μύησε σε αυτό. Έκανα καράτε για τρία χρόνια. Είχα πάρει κίτρινη, πορτοκαλί και πορτοκαλί-λευκή ζώνη. Μετά, μάλλον η μητέρα μου είχε κάποιο... όραμα! Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί, αλλά μου είπε να σταματήσω το καράτε και να αρχίσω ποδόσφαιρο».
Ο μεγαλύτερος αδερφός του, που ήδη έπαιζε ερασιτεχνικά, τον βοήθησε να κάνει τα πρώτα του βήματα και ο Μπάνζα βρήκε γρήγορα αυτό που έψαχνε. Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, στο γήπεδο ένιωθε ελεύθερος και χαρούμενος.
Δεν άργησε να καταλάβει πως αυτό ήθελε να κάνει.
Από το Κρεΐγ, στα περίχωρα του Παρισιού, όπου γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1996, ξεκίνησε το ταξίδι. Στα έξι του χρόνια μπήκε για πρώτη φορά σε ποδοσφαιρικό γήπεδο, ακολούθησε η US Chantilly και στη συνέχεια η Λανς.
Η La Gaillette (ακαδημία της Λανς) αποτέλεσε για εκείνον κάτι περισσότερο από μια ακαδημία. Ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία να πλησιάσει το όνειρο που είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα του.
Ο Μαρκ Βέστερλοπ, ένας από τους σκάουτ της εποχής, πήγε στο σπίτι του και του πρότεινε να δοκιμαστεί στη Λανς.
«Όταν έφτασα στις εγκαταστάσεις και είδα όσα υπήρχαν εκεί, είπα 'ναι' χωρίς δεύτερη σκέψη. Για ένα παιδί ήταν κάτι ονειρικό».
Το όνειρο, όμως, είχε και τίμημα.
Σε ηλικία 15 ετών άφησε την οικογένειά του και μετακόμισε στη Βόρεια Γαλλία. Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. Η απόσταση από τους δικούς του ανθρώπους ήταν μεγάλη και η καθημερινότητα ενός παιδιού που προσπαθούσε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής δεν ήταν καθόλου αυτονόητη.
«Οι πρώτοι μήνες ήταν πολύ δύσκολοι, γιατί δεν έβλεπα συχνά την οικογένειά μου. Σιγά-σιγά, όμως, βρήκα εκεί μια δεύτερη οικογένεια».
Ο Μπάνζα είχε ήδη αποφασίσει τι ήθελε.
Να γίνει επαγγελματίας.
Παρακολουθούσε βίντεο με τον Ροναλντίνιο και τον Κριστιάνο Ρονάλντο και έβλεπε σε εκείνους... κάτι από το όνειρό του.
«Από πολύ μικρή ηλικία, πάντα σκεφτόμουν να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Παρακολούθησα πολλά βίντεο με τον Ροναλντίνιο και τον Κριστιάνο Ρονάλντο, και αυτό με παρακίνησε να κάνω τη δουλειά μου. Πάντα είχα την πρόθεση να γίνω επαγγελματίας και δούλεψα σκληρά για να το πετύχω».
Ο δρόμος, ωστόσο, δεν του χαρίστηκε.
Η απότομη σωματική του ανάπτυξη έφερε τραυματισμούς. Οι οπίσθιοι μηριαίοι και οι προσαγωγοί τον ταλαιπώρησαν και υπήρχαν στιγμές που ο πόνος δεν του επέτρεπε να αγωνιστεί.
«Ψήλωσα απότομα και αυτό μου προκάλεσε τραυματισμούς στους οπίσθιους μηριαίους και στους προσαγωγούς. Όταν ήμουν στο γήπεδο, πονούσα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να παίξω. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο από το να περιμένω».
Για ένα παιδί που είχε φύγει από το σπίτι του κυνηγώντας ένα όνειρο, ήταν ακόμη μία δοκιμασία.
Ο ίδιος, χρόνια αργότερα, θα περιέγραφε εκείνη την περίοδο κάπως διαφορετικά:
«Όταν έφυγα από την οικογένειά μου, ένιωθα σαν στρατιώτης που πηγαίνει στον πόλεμο. Δεν μπορούσα να επιστρέψω πριν τον κερδίσω».
Από την απογοήτευση της Μπεζιέ στο... Google Maps
Το 2017, στα 21 του, ο Μπάνζα χρειάστηκε να αφήσει τη Λανς για να βρει αυτό που δεν μπορούσε να του προσφέρει εκείνη τη στιγμή η ομάδα, χρόνο συμμετοχής.
Ο δανεισμός στην Μπεζιέ δεν εξελίχθηκε, όπως θα ήθελε. Δεν αγωνίστηκε όσο περίμενε, όμως ακόμη και από αυτή την εμπειρία κράτησε κάτι.
«Φεύγοντας από την ασφάλεια της La Gaillette, κατάλαβα ότι η ζωή δεν είναι εύκολη και ότι πρέπει να παλεύεις. Μερικές φορές το να πέφτεις κάτω μπορεί να σου κάνει καλό. Με βοήθησε να επιστρέψω πιο δυνατός».
Και αν η Μπεζιέ αποτέλεσε το πρώτο μάθημα, το επόμενο βήμα ήταν ακόμη πιο ιδιαίτερο.
Λουξεμβούργο.
Ο Μπάνζα δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τη χώρα, ούτε για το ποδόσφαιρο εκεί. Πριν ταξιδέψει, χρειάστηκε να ψάξει μέχρι και πού ακριβώς βρισκόταν και πόσο μακριά ήταν από το σπίτι του.
«Έψαξα πού ήταν και πόσο μακριά ήταν από το σπίτι. Τι ήξερα για το Λουξεμβούργο; Ότι η πρωτεύουσα ήταν η Πόλη του Λουξεμβούργου. Αυτό είναι όλο. Δεν ήξερα τίποτα για αυτό το είδος ποδοσφαίρου».
Ο προορισμός ήταν η Ουνιόν Τίτους Πετάνγκ.
Ακόμη μία αλλαγή. Ακόμη μία έξοδος από την ασφάλεια. Ακόμη μία προσπάθεια να βρει τον χώρο στον οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί.
Κάθε φορά όμως που έμοιαζε να κάνει ένα βήμα μπροστά, ερχόταν μια νέα δοκιμασία. Με την επιστροφή του στη Λανς υπέστη ρήξη χιαστού.
Είναι από εκείνες τις στιγμές που δοκιμάζεται μία καριέρα. Για τον Μπάνζα, όμως, δεν την τελείωσαν.
Χρειάστηκε να περιμένει ξανά. Να δουλέψει ξανά. Να επιστρέψει ξανά.
Και όταν ήρθε η στιγμή, η Πορτογαλία αποδείχθηκε ο τόπος στον οποίο η καριέρα του άρχισε να αλλάζει επίπεδο.
Ο δανεισμός στη Φαμαλικάο ήταν το σημείο καμπής. Εκεί βρήκε το περιβάλλον που χρειαζόταν, πήρε παιχνίδια, εμπιστοσύνη και χώρο για να αναδείξει τα χαρακτηριστικά του.
Τα γκολ άρχισαν να έρχονται.
Και μαζί τους ήρθαν και οι μεγαλύτερες ευκαιρίες.
Η Μπράγκα κινήθηκε για την απόκτησή του το 2022 και ο Μπάνζα πέρασε πλέον σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Ευρωπαϊκές διοργανώσεις, μεγαλύτερες απαιτήσεις, περισσότερη πίεση και... γκολ. Πολλά γκολ.
Η σεζόν 2023-24 αποτέλεσε το αποκορύφωμα, με τον ίδιο να ξεπερνά τα 20 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις.
Ο επιθετικός που κάποτε έψαχνε χρόνο συμμετοχής στην Μπεζιέ, που ταξίδευε στο άγνωστο Λουξεμβούργο και που προσπαθούσε να επιστρέψει από έναν σοβαρό τραυματισμό, είχε πλέον εξελιχθεί σε έναν φορ με αποδεδειγμένη σχέση με τα αντίπαλα δίχτυα.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, υπάρχει κάτι που ο Μπάνζα δεν ξεχνά.
Την οικογένειά του.
Τους ανθρώπους που τον στήριξαν όταν ακόμη δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι το παιδικό όνειρο θα γίνει πραγματικότητα. Τη μητέρα του, που κάποτε του είπε να αφήσει το καράτε και να αρχίσει το ποδόσφαιρο. Τον πατέρα του και τα αδέρφια του.
«Όλα όσα έχουν συμβεί ήταν πολύ καλά για μένα και την οικογένειά μου. Στη ζωή, αν θέλεις κάτι, πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να το αποκτήσεις, και αυτό κάνω».
Και ίσως εκεί βρίσκεται το σημαντικότερο κομμάτι της ιστορίας του.
«Οι γονείς μου δούλεψαν πολύ σκληρά σε όλη τους τη ζωή και έκαναν τα πάντα για μένα και τα αδέρφια μου. Μου αρέσει πολύ να παίζω ποδόσφαιρο, αλλά αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό για τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου, επειδή έκαναν κι αυτοί πολλές θυσίες για μένα».
Μετά την Μπράγκα, ήρθε η Τραμπζονσπόρ, όπου ο Μπάνζα κατέγραψε 22 γκολ σε 39 συμμετοχές, και στη συνέχεια τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Και τώρα, ένας ακόμη σταθμός.
Ο ΠΑΟΚ.
Στα 30 του, ο Σιμόν Μπάνζα επιστρέφει στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο για να ανοίξει ένα καινούργιο κεφάλαιο σε μια καριέρα που χρειάστηκε πολλές φορές να ξαναρχίσει.
Από το καράτε στο ποδόσφαιρο.
Από το Κρεΐγ στη Λανς.
Από την απομάκρυνση από την οικογένεια στους τραυματισμούς.
Από την απογοήτευση της Μπεζιέ στο άγνωστο Λουξεμβούργο.
Από τον χιαστό στην Πορτογαλία και από εκεί στα ευρωπαϊκά γήπεδα.
Ο δρόμος του δεν ήταν ποτέ εύκολος. Ίσως γι' αυτό και μια από τις φράσεις που τον χαρακτηρίζουν περισσότερο είναι αυτή που είπε ο ίδιος όταν μίλησε για τις δυσκολίες της καριέρας του:
«Μερικές φορές το να πέφτεις κάτω μπορεί να σου κάνει καλό».
Ο Μπάνζα έπεσε. Αρκετές φορές.
Αλλά κάθε φορά σηκώθηκε.
Και τώρα, τριάντα χρόνια μετά τη γέννησή του στα περίχωρα του Παρισιού, ετοιμάζεται να φορέσει τα ασπρόμαυρα του ΠΑΟΚ.
Για την επόμενη μάχη.
Για την επόμενη ευκαιρία.
Για ακόμη ένα όνειρο.
Γιατί, όπως έμαθε από πολύ μικρός, το σημαντικό είναι να συνεχίζεις να δουλεύεις και να μην τα παρατάς ποτέ.