Ήταν 7 Ιανουαρίου του 2007, όταν ο Βίκτορ Μουνιόθ έδωσε φανέλα βασικού σε ένα παιχνίδι του Παναθηναϊκού με το Αιγάλεω στον 16χρονο Σωτήρη Νίνη, που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο. Τον άφησε στο γήπεδο σε όλο το 90λεπτο, με τον νεαρό άσο να πραγματοποιεί καλή εμφάνιση και να δικαιώνει τον Ισπανό τεχνικό.
Αυτό ήταν μόνο η αρχή... Το μεγάλο ταλέντο των Ακαδημιών του Παναθηναϊκού έπαιξε σε όλο το δεύτερο μισό του Πρωταθλήματος, με εξαίρεση την εντός έδρας αναμέτρηση με τον Ηρακλή για την 23η αγωνιστική. Κόντρα στον Πανιώνιο, στις 27 Ιανουαρίου του 2007, ήρθε το πρώτο του γκολ. Ένα υπέροχο σλάλομ εκτός περιοχής, ένα αψεγάδιαστο πλασέ με το αριστερό και ένα ΟΑΚΑ στο πόδι να τον αποθεώνει.
Δεν ήταν όμως αυτή η κορυφαία του «παράσταση» εκείνη την σεζόν. Λίγες εβδομάδες μετά, στις 18 Φεβρουαρίου, ο Νίνης έπαιξε... μόνος του την ΑΕΚ και με ένα γκολ και δύο ασίστ «υπέγραψε» τον θρίαμβο του Παναθηναϊκού με 1-4. Πριν καν συμπληρώσει 17 χρόνια ζωής, είχε γίνει βασικό στέλεχος του «Τριφυλλιού» και ήταν σε θέση να... καθαρίσει τέτοια παιχνίδια. Κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει το «ταβάνι» του...
Την επόμενη χρονιά ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς και κατέγραψε μόλις 4 -ολιγόλεπτες- συμμετοχές στο Πρωτάθλημα. Ουδείς έπαψε όμως να πιστεύει στο ταλέντο και στις δυνατότητές του. Με τον Χενκ Τεν Κάτε άρχισε να βρίσκει και πάλι ρόλο και χρόνο. Έπαιξε και στα 4 ματς των προκριματικών του Champions League την σεζόν 2008-09, ενώ είχε και 22 συμμετοχές με 7 ασίστ στο Πρωτάθλημα. Στο... κυρίως πιάτο της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης πάντως, ο Ολλανδός τεχνικός δεν τον εμπιστεύτηκε.
Η απόλυτη καθιέρωση ήρθε την επόμενη χρονιά. Έχοντας ένα ρόστερ γεμάτο αστέρες, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το νταμπλ με εμφατικό τρόπο και πραγματοποίησε μια πολύ καλή πορεία στο Europa League. Ο Νίνης ήταν από τους πρωταγωνιστές της ομάδας του, μετρώντας 3 γκολ και 5 ασίστ σε 26 συμμετοχές στο Πρωτάθλημα, με τον Τζιμπρίλ Σισέ να δείχνει με κάθε τρόπο την λατρεία του. Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός μπορούσε να τον τροφοδοτήσει με κάθε πιθανό κι απίθανο τρόπο, ενώ ο Γάλλος φορ αναλάμβανε τα υπόλοιπα. Μέτρησε επίσης 2 γκολ και 1 ασίστ σε 5 ματς στο Κύπελλο, ενώ έπαιξε και στα 10 ματς του Europa League.
Η βραδιά που τον έκανε πρώτο θέμα σε όλη την Ευρώπη ήταν αυτή της 25ης Φεβρουαρίου. Μέσα στην Ρώμη, ο Σωτήρης Νίνης πήρε από το... χέρι τον Παναθηναϊκό και μέσα σε ένα 5λεπτο κέρδισε πέναλτι, πέτυχε υπέροχο γκολ και έβγαλε «μυθική» ασίστ μισού γηπέδου στον Σισέ, «υπογράφοντας» το ασύλληπτο «διπλό» και την τεράστια πρόκριση του «Τριφυλλιού». Αυτό το ματς ήταν η απόδειξη πως μπορούσε να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο της Ευρώπης, με πάρα πολλές ομάδες να τον παρακολουθούν και να ψάχνουν την ευκαιρία να τον αποκτήσουν.
Ακολούθησε μια ακόμα «γεμάτη» σεζόν (2010-11) με σημαντικό ρόλο, όμως τον Σεπτέμβριο του 2011 ήρθε ο σοβαρός τραυματισμός (ρήξη χιαστού) στο ματς της Εθνικής με το Ισραήλ, με αποτέλεσμα να μείνει εκτός γηπέδων για αρκετούς μήνες. Προλαβε να «γράψει» μόλις 14 συμμετοχές, με 2 γκολ και 1 ασίστ την σεζόν 2011-12, αποχωρώντας... άδοξα ως ελεύθερος για την Πάρμα.
Δυστυχώς τα πράγματα στο εξωτερικό δεν πήγαν όπως θα ήθελε και τον Ιανουάριο του 2015 επέστρεψε στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό για έναν ακόμα χρόνο. Σισέ μπορεί να μην υπήρχε, όμως αυτή την φορά βρήκε μπροστά του τον Μάρκους Μπεργκ. Και ο Σουηδός τον λάτρεψε, με τον Νίνη να δείχνει ότι μπορεί να αποτελέσει βασικό στέλεχος και αυτής της version του Παναθηναϊκού.
Το δεύτερο βράδυ που καθόρισε την πορεία του στο «Τριφύλλι» ήταν αυτό της 27ης Αυγούστου του 2015. Στο 2-2 με την Καμπάλα, που έφερε τον απρόσμενο αποκλεισμό, ο Νίνης ήταν εκ των κορυφαίων και μάλιστα στα πρώτα λεπτά είχε δοκάρι. Αν είχε βρει τα δίχτυα, πιθανότατα όλη η σύγχρονη ιστορία του Παναθηναϊκού θα ήταν αλλιώς. Αυτό ωστόσο δεν συνέβη και κάπως έτσι ξεκίνησε η... αντίστροφη μέτρηση και για τον ίδιο, που λίγους μήνες μετά αποχώρησε οριστικά πια από τον σύλλογο.
Στις δύο του θητείες στον Παναθηναϊκό κατέγραψε 173 συμμετοχές με 17 γκολ και 28 ασίστ. Η προσφορά του ωστόσο είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που δείχνουν οι αριθμοί. Συνέβαλε τα μέγιστα στην κατάκτηση του νταμπλ, συνέδεσε το όνομά του με σπουδαίες νίκες και επιτυχίες, λατρεύτηκε όσο λίγοι από τον κόσμο και τους συμπαίκτες του, ενώ -μαζί με όλη την «φουρνιά» εκείνης της σεζόν- δημιούργησε μια νέα γενιά φίλων του συλλόγου.
Δεν έφτασε ποτέ εκεί που θα μπορούσε, δεν κατάφερε να εκπληρώσει τις προσδοκίες γύρω από το όνομά του, κάτι που οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Άφησε όμως ανεξίτηλο στίγμα τόσο στην ιστορία του «Τριφυλλιού», όσο και σε αυτή του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Και ο «πράσινος» λαός θα τον θυμάται για πάντα με αγάπη...