MENU

{Νόμιζα}

Ξέρετε, υπάρχει ένα ρητό. Γνωστό, χιλιοειπωμένο. Μα, ταυτόχρονα, μοιάζει πέρα για πέρα αληθές: οι άνθρωποι, λέει, δε σταματούν να παίζουν επειδή γερνούν. Αντιθέτως: γερνούν επειδή σταματάνε να παίζουν. 

Είναι ωραίο, δεν βρίσκετε; Σου δίνει την αρραγή ψευδαίσθηση πως ο Χρόνος είναι στο χέρι σου. Πως αν επιμένεις, μανιωδώς, να παίζεις μέχρι να σου κοπούν τα γόνατα δε θα γεράσεις ποτέ. Θα έχεις κάνει τη δική σου, μεφιστοφελική συμφωνία και το αντάλλαγμα για την αιώνια νεότητα δε θα είναι η κατακερματισμένη σου ψυχή, αλλά ο ήχος της μπάλας που χτυπάει στο παρκέ. 

Ξανά. 

Και ξανά. 

Και ξανά, μέχρι το τώρα να γίνει μέλλον και το μέλλον να γίνει ατέρμονο διηνεκές.  

{Ότι είχα τελειώσει}

Έι, ελάτε τώρα. Μεταξύ μας είμαστε: κανείς δεν μπορεί να παίζει για πάντα. Κανείς δεν έχει την αντοχή, το κουράγιο, τα ψυχικά αποθέματα. Μπορείς να προσπαθήσεις, να φας τα μούτρα σου, να επιστρέψεις, να δεις την αλήθεια κατάματα. 

Εκτός κι αν είσαι εκείνος ο ένας τύπος. 

Εκτός κι αν είσαι ο γ@μημένος ΛεΜπρόν Τζέιμς. 

Ο «Βασιλιάς» του ΝΒΑ έχει ήδη γεράσει. Είναι 41.5 ετών, βρίσκεται περισσότερα χρόνια εντός της λίγκας απ’ ό,τι εκτός, αγωνίζεται από τα 18 του έως και σήμερα. 

{Ήμουν σίγουρος ότι…}

Διόρθωση: αγωνίζεται από τα 18 του έως και τουλάχιστον το 2028. Ο άνθρωπος που έκανε τον μπασκετικό κόσμο να κρατήσει την ανάσα του ενώ θα έπρεπε, εδώ και καιρό με βάση την ταυτότητά του, να έχει χαθεί στο ημίφως, πήρε μια λελογισμένα παράλογη απόφαση μετά από μία μακρά περίοδο που φαινόταν πως θα καταλήξει είτε στο Κλίβελαντ είτε στο Μαϊάμι. Στη «χειρότερη», θα πήγαινε να κάνει παρέα στον Στεφ. 

{…είχα παίξει…}

Εν τέλει, επέλεξε να σηκώσει διάφορα πράγματα του γράφοντος- μεταξύ αυτών και τη διάθεση-, καθώς γνωστοποίησε την Παρασκευή (24/7) πως υπογράφει διετές συμβόλαιο με τους Φιλαδέλφεια Σέβεντι Σίξερς. 

Η επιστροφή στο Κλίβελαντ θα ήταν το απαύγασμα του ρομαντισμού, όμως αυτός, κατά πώς φαίνεται, φυτοζωεί εδώ και καιρό στον επαγγελματικό αθλητισμό. Το Μαϊάμι- στο οποίο επίσης είχε αγωνιστεί στο παρελθόν- «έβγαζε νόημα» λόγω Γιάννη. Οι Ουόριορς θα ήταν το απόλυτα ετεροχρονισμένο τανγκό δύο ημίθεων του αθλήματος. Οι Σίξερς, όμως, ήταν η πιο χειρουργική επιλογή. 

{…το τελευταίο μου παιχνίδι}

Το δίδυμο Μάξεϊ-Έτζεκομπ είναι ένα από τα καλύτερα backcourts σ’ ολόκληρο το ΝΒΑ. Ο Μπράουν- μετά την αδιανόητη κλοπή, που θα έπρεπε να συνιστά ποινικό αδίκημα, στην ανταλλαγή με τους Σέλτικς- προέρχεται από μία επιπέδου MVP σεζόν. Ο Εμπίιντ, αν δεν ήταν πιο γυάλινος κι από το glass floor του T-Center, είναι εύκολα ένας top-10 παίκτης στον κόσμο. Και ο ΛεΜπρόν;

Είναι πάντα εκείνο το παιδί που ακόμη και στα 42 του μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να κάνει τη διαφορά. Ο πληρέστερος παίκτης στην ιστορία του σπορ, που αν και ο Χρόνος έχει αφήσει πασιφανώς τα σημάδια επάνω του (το μούσι του είναι πιο λευκό κι από το Έβερεστ εν μέσω χιονοθύελλας) ουδέποτε του έκλεψε την ικανότητα να πασάρει, να τρέχει το γήπεδο, να σκοράρει, να καρφώνει, να κάνει τον κόσμο να μένει με το στόμα ανοιχτό.

Σ’ αυτή την ηλικία είναι καλό ν’ απαλλάσσεται κανείς από πάσης φύσεως αγκυλώσεις. Γι’ αυτό και ο LBJ

Νόμιζε ότι είχε τελειώσει. 

Ήταν σίγουρος ότι είχε παίξει το τελευταίο του παιχνίδι. 

Οι Σίξερς, και οι αμετανόητα στερημένοι οπαδοί τους, μετά από πολύ καιρό μπορούν να το πουν φωναχτά: παρά τις 155 διαφορετικές εκδοχές του “Trust the Process” είχαν χάσει την πίστη τους. Μέχρι τώρα φοβόντουσαν. Πλέον, μπορούν να ελπίζουν. 

Οι αιθεροβάμονες έφηβοι που κάποτε ξενυχτούσαν για να βλέπουν τον Άλεν Άιβερσον να συνθλίβει θορυβωδώς τη λογική μπορεί να έγιναν κυνικοί άντρες, όμως αν κάνετε ησυχία ίσως τους ακούσετε ν’ αρνούνται να σταματήσουν να παίζουν. Ίσως, μάλιστα, τους δείτε να υψώνουν κακοσχηματισμένο ανάστημα στα γηρατειά. 

Ο Τζέιμς νόμιζε.

Εμείς νομίζαμε.

Αποδείχτηκε πως αμφότεροι κάναμε λάθος. 

{Τι λες να μη γεράσουμε; 

Διάολε, πήραμε τον ΛεΜπρόν…}

 

Μέχρι τώρα φοβόμασταν…