MENU

Είχε πολλά χρόνια να εμφανιστεί ο Γιώργος Βαρδινογιάννης στα επίσημα του Παναθηναϊκού. Δεν ήμουν στο γήπεδο, διάβασα ότι και πάλι αποδοκιμάστηκε και υβρίστηκε από μερίδα οπαδών, ότι ακόμα στέκει το γινάτι εναντίον του. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη μας ανατρέχοντας στην τελευταία χρονιά του Γιώργου στην ομάδα που συνέπεσε με την αλλαγή χιλιετίας.

Γυρνάμε το χρόνο είκοσι χρόνια πίσω, σε μια ιστορική σεζόν απ’ όλες τις απόψεις. Ο Παναθηναϊκός στην τελευταία σεζόν του Γιώργου στην προεδρία της ομάδας, ο Καπετάνιος κουρασμένος και με χαμένη την παρτίδα από το Σωκράτη Κόκκαλη σε παρασκήνιο και εντυπώσεις. Ο Γιώργος έχοντας ενσυναίσθηση της κατάστασης στην τελευταία του χρονιά στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ακολούθησε αμυντική τακτική μένοντας ουσιαστικά πιστός στο δόγμα που τον χαρακτήριζε πάντα στην παραγοντική του διαδρομή: «Οι ομάδες χτίζονται και δεν αγοράζονται».

Προσέλαβε προπονητή τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή της ομάδας Γιάννη Κυράστα, κίνηση που αποδοκιμάστηκε από φίλους και εχθρούς και έκανε μετριοπαθείς έως «αντιεμπορικές» μεταγραφές. Η παγωμάρα στον κόσμο του Παναθηναϊκού από την πρόσληψη Κυράστα αποτυπώθηκε πλήρως στο ιστορικό πρωτοσέλιδο της τότε καθημερινής αθλητικής εφημερίδας «ο Φίλαθλος» που ορθά κοφτά επικοινώνησε ότι ο Βαρδινογιάννης «πετάει λευκή πετσέτα για το πρωτάθλημα με την πρόσληψη του άπειρου Κυράστα».

Ο Γιώργος όμως όντας παλιά καραβάνα, πριν αφήσει τον Παναθηναϊκό είχε ένα συγκεκριμένο σχέδιο ανανέωσης και χτισίματος στο μυαλό του: αποδέσμευσε τον επί σειρά ετών βασικό τερματοφύλακα Γιόζεφ Βάντζικ παραδίδοντας τη φανέλα στον υπομονετικό Αντώνη Νικοπολίδη και έφερε στην Παιανία σαν «κράχτη» το Γερμανό Καρλ Χάιντς Πφλίπσεν από τη Γκλάντμπαχ, τον πρώην παίκτη του ΠΑΟΚ Πέρσι Ολιβάρες, τον «άσημο» Χέλγκι Σίγκουρτσον, τον «άγνωστο» Φερνάντο Γκαλέτο και τους φερέλπιδες νέους Κώστα Ηπειρώτη και Γιώργο Νασιόπουλο.

Η έβδομη μεταγραφή του Καπετάνιου όμως ήταν και η πιο «βαρδινογιαννική» απ’ όλες: ο Παναθηναϊκός συμφώνησε με τον Δανό στόπερ της Akademisk Ρενέ Χένρικσεν, με τον ποδοσφαιριστή να αλλάζει φανέλα και περιβάλλον στα 30 του χρόνια και να αντιμετωπίζεται αν όχι με χλευασμό, με σκεπτικισμό από τον Τύπο της εποχής, παρότι διεθνής.

Ο Βαρδινογιάννης όμως ήταν σίγουρος, βγήκε και δήλωσε ότι ο ξανθομάλλης ξερακιανός στόπερ θα αφήσει εποχή στον Παναθηναϊκό και όπως αποδείχτηκε από την καριέρα του Χένρικσεν στα 6 του χρόνια με το τριφύλλι στο στήθος, ο Γιώργος είχε απόλυτο δίκιο.

Η ομάδα βέβαια ξεκίνησε μουδιασμένα, με τον κόσμο να μην την πιστεύει και να μην την στηρίζει. Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού έβλεπαν δίπλα τους οπαδούς του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ να εναλλάσσονται στο αεροδρόμιο για να υποδεχθούν πολύ γνωστούς ποδοσφαιριστές από πολύ μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες και δικαίως δυσφορούσαν.

Ο Κυράστας είχε ανηφόρα να ανέβει, έναν εχθρικό Τύπο και τον κόσμο να τον αμφισβητεί από το πρώτο παιχνίδι, αρνούμενος να δώσει την οποιαδήποτε πίστωση χρόνου. Ο Παναθηναϊκός ξεκίνησε πολύ ράθυμα. Απέκλεισε δύσκολα τη Γκόριτσα στην πρώτη φάση του UEFA και δυσκολεύτηκε πολύ και στην πρεμιέρα με τα Τρίκαλα στο ΟΑΚΑ, όπου χρειάστηκε το γκολ του Πφλίπσεν οκτώ λεπτά πριν το τέλος για να εδραιώσει τη νίκη του.

Ήδη από τη δεύτερη αγωνιστική, ο Παναθηναϊκός ήταν σε κρίση και το παιχνίδι με την ΑΕΚ στο Καραϊσκάκης θεωρήθηκε απόλυτα κομβικό. Η ΑΕΚ ήταν η ομάδα που την περασμένη σεζόν είχε στερήσει από το τριφύλλι την πρόκριση στους ομίλους του Champions League και είχε περιορίσει τον άλλοτε κραταιό Παναθηναϊκό του Βαρδινογιάννη στο περιθώριο, όχι τόσο λόγω αγωνιστικής υπεροχής, αλλά χάρη σε έναν άνθρωπο που είχε επανακάμψει στα κοινά της: τον Δημήτρη Μελισσανίδη.

Ο Μελισσανίδης είχε επιστρέψει αναλαμβάνοντας το management της ΠΑΕ και με προσωπικούς χειρισμούς και παρουσία ακόμη και στον πάγκο της ομάδας, την έχει οδηγήσει στα προκριματικά του Champions League, εκπαραθυρώνοντας τον Παναθηναϊκό του Βαρδινογιάννη. Ολόκληρο το καλοκαίρι είχε την ευκαιρία να στήσει τη νέα ΑΕΚ με βάση το μοντέλο που είχε στο μυαλό του. Η ΑΕΚ είχε επιλέξει για προπονητή τον κατά πολλούς «διάδοχο του Μπάγεβιτς» Λιούμπισα Τουμπάκοβιτς, προσφέροντάς του γη και ύδωρ για να αφήσει την πρωταθλήτρια Σερβίας Παρτίζαν και να αναλάβει το project, με τον Τουμπάκοβιτς να έχει κολακευτεί από τον «τίγρη» και συμφωνεί αμέσως.

Από την άλλη και ο Μελισσανίδης με τη σειρά του αποδέχθηκε όλες τις εισηγήσεις του Σέρβου τεχνικού προσθέτοντας στο ήδη πλούσιο ρόστερ της ΑΕΚ ποδοσφαιριστές όπως ο Νέναντ Μπιέκοβιτς, ο Γκόρνταν Πέτριτς και ο Βλάντιμιρ Ματιάσεβιτς που πέρσι πέρασε για λίγο και από την τεχνική διεύθυνση της ομάδας. Κερασάκι στην τούρτα, ο επίσης προερχόμενος από τη Μπαρτσελόνα Σέρβος Ντράγκαν Τσίριτς, για τον οποίο βούλιαξε το αεροδρόμιο από τη θερμότατη υποδοχή που του επιφύλαξαν οι οπαδοί της ΑΕΚ.

Ο μεγάλος στόχος του Μελισσανίδη ήταν να σπάσει την πρωτοκαθεδρία του Ολυμπιακού στο ελληνικό πρωτάθλημα, γι’ αυτό είχε πάρει το χρίσμα την πολυεθνική ENIC που ήλεγχε τότε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΑΕΚ. Με τον Βαρδινογιάννη να έχει «πάει πάσο» σύμφωνα με την πιάτσα, ο Μελισσανίδης ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσο στο παρασκήνιο -ή την «προστασία της ομάδας» όπως αρέσκονταν να γράφουν οι εφημερίδες και οι ρεπόρτερ της εποχής- το αντίπαλο δέος του αχτύπητου ερυθρόλευκου διδύμου Σωκράτη Κόκκαλη και Θωμά Μητρόπουλου.

Δίπλα στο Μελισσανίδη, διευθύνων σύμβουλος της ΠΑΕ τοποθετήθηκε ένας επίσης «άνθρωπός του» ο Πέτρος Στάθης και το μοναδικό εμπόδιο που ορθωνόταν μπροστά στον σχεδιασμό τους ήταν ο τελευταίος προκριματικός του Τσάμπιονς Λιγκ εναντίον της φτωχής σουηδικής ομάδας ΑΙΚ Solna. Η ΑΕΚ όμως παρουσιάστηκε αγνώριστη, δεν κατόρθωσε να κερδίσει τους Σουηδούς στην Αθήνα και στη ρεβάνς η τραγωδία ολοκληρώθηκε: με ένα συρτό σουτ του Νοβάκοβιτς, η ομάδα του Τουμπάκοβιτς ηττήθηκε με 1-0 στη Στοκχόλμη και τα χρήματα του Τσάμπιονς Λιγκ, στα οποία είχε στηρίξει τον προϋπολογισμό της σεζόν ο Μελισσανίδης, έκαναν φτερά.

Η ΑΕΚ βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και αντιμετωπίζοντας έντονα το φάσμα της οικονομικής καταστροφής λόγω και της ακαταλληλότητας της έδρας της μετά το σεισμό, το βάρος είχε πέσει αποκλειστικά στο πρωτάθλημα. Η αμφισβήτηση των πρωτείων των ερυθρόλευκων του «μισητού» Ντούσαν Μπάγεβιτς δεν ήταν εύκολη υπόθεση σε όλα τα επίπεδα. Η πρεμιέρα της ΑΕΚ στο πρωτάθλημα ήταν το χορταστικό 4-4 στην Τούμπα σε ένα τρελό παιχνίδι με απίστευτη διακύμανση του σκορ και αλλεπάλληλες φάσεις μπροστά στις δύο εστίες.

Ο ΠΑΟΚ του Άρι Χάαν που διατηρήθηκε από το Γιώργο Μπατατούδη στην τεχνική ηγεσία της ομάδας, ήταν ένας μεταβατικός ΠΑΟΚ που ακόμα ψαχνόταν. Η Τούμπα όμως είναι πάντα Τούμπα, ο ΠΑΟΚ διέθετε ποδοσφαιριστές όπως ο Βρύζας, ο Γεωργιάδης, ο Νάγκμπε, ο Τετράτζε, ο Βαλένσια που μόνο αμελητέοι δεν είναι και ο Τουμπάκοβιτς δεν κατόρθωσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις του αποκλεισμού από την ΑΙΚ που έστειλε την ΑΕΚ στο «ταπεινό» UEFA.

Κάπως έτσι, το ντέρμπι της δεύτερης αγωνιστικής ήταν κάτι περισσότερο από σημαντικό και για τον Παναθηναϊκό και για την ΑΕΚ, αφού όποιος έχανε θα άλλαζε ουσιαστικά ολόκληρη τη σεζόν του. Η ΑΕΚ κατέβηκε «μπλαζέ» και στο ντέρμπι και μοιραία ήρθε και η οδυνηρή ήττα από τον Παναθηναϊκό «της λευκής πετσέτας» στο Καραϊσκάκης. Ο Παναθηναϊκός σε εκείνο το παιχνίδι έδωσε τέλος σε μια κακοδαιμονία σχεδόν 3 ετών χωρίς νίκη σε ντέρμπι και έσπασε μια παράδοση 6 ετών που τον ήθελε να μην μπορεί να κερδίσει την ΑΕΚ εκτός έδρας.

Επικράτησε με εμφατικό τρόπο και πολύ πιο εύκολα απ’ ότι μαρτυρά το τελικό 1-2, αφού κυριάρχησε πλήρως στον αγωνιστικό χώρο, χάνοντας πολλές ευκαιρίες και πιέζοντας αφόρητα την ΑΕΚ. Το τριφύλλι προηγήθηκε με το πολύ ωραίο πλασέ του Πφλίπσεν, ισοφαρίστηκε από τον κεραυνό του Άκη Ζήκου λίγο πριν λήξει το ημίχρονο, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο έκανε μια σαρωτική εμφάνιση.

Η σούπερ επιθετική τακτική του Κυράστα και η ορμή του Παναθηναϊκού περιόρισε την ΑΕΚ σε παθητικό ρόλο, με τον Τουμπάκοβιτς πλήρως ξαφνιασμένο και απροετοίμαστο να επιλέγει την ηρωική άμυνα ως αντίδοτο. Ο Παναθηναϊκός πίεσε λυσσασμένα και το γκολ της νίκης ήρθε δώδεκα λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα, με σκόρερ την αλλαγή του Κυράστα, τον Κροάτη Αλιόσα Ασάνοβιτς.

Ο Παναθηναϊκός πλέον είχε αποκτήσει «μέταλλο», ο Κυράστας σιγά σιγά εδραιωνόταν και η νίκη επί της ΑΕΚ ήταν το δεύτερο σημάδια μετά από εκείνο το ματς» με τη Γκράτσερ στο ΟΑΚΑ. Αυτό ήταν κατά την προσωπική μου εκτίμηση το παιχνίδι που άλλαξε το ρου της ιστορίας και επέτρεψε στον Παναθηναϊκό να χτίσει μια θαυμάσια ομάδα που στηρίχθηκε στους «γκουμομπασινάδες» και έφτασε να μεγαλουργήσει στην Ευρώπη.

Ο Παναθηναϊκός είχε ηττηθεί με 2-1 στην Αυστρία και χρειαζόταν απλώς ένα γκολ για να προκριθεί. Στο ματς ήταν νευρικός, άγουρος, ακόμη δεν είχε αποκτήσει πίστη στις δυνατότητές του και απείχε παρασάγγας από το να «αναγκάσει» τον κόσμο του να τον στηρίξει έμπρακτα.

Το ματς είχε γίνει μπροστά σε μόλις 15 χιλιάδες θεατές και η λύτρωση είχε έρθει στην εκπνοή όταν ο Κριστόφ Βαζέχα προτού πλασάρει, κέρδισε το πέναλτι και την αποβολή του Χάρτμαν. Εκείνο το πέναλτι το εκτέλεσε ένας Γερμανός με κρύο αίμα, ο Καρλ Χάιντς Πφλίπσεν, σώζοντας ουσιαστικά μια ολοκληρή χρονιά και μια ολόκληρη γενιά για τον Παναθηναϊκό.

Ο Κυράστας πλέον είχε την απαραίτητη πίστωση χρόνου και μπορούσε να επικοινωνήσει χωρίς πίεση ότι γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια στον Παναθηναϊκό, ότι ο στόχος στο συγκεκριμένο περιβάλλον που «απαγορεύει» να κατακτήσει άλλος το πρωτάθλημα, είναι το όμορφο και το ελκυστικό ποδόσφαιρο.

Ο Παναθηναϊκός του είχε ξεπεράσει το σκόπελο δύο γύρων στο UEFA, είχε κερδίσει με πειστική εμφάνιση την ΑΕΚ και ατένιζε το μέλλον αισιόδοξα ξανακερδίζοντας τον κόσμο. Οι μεταγραφές βγήκαν, ο Πφλίπσεν εξελίσσεται σε ηγέτη, ο Χένρικσεν εμπνέει ανείπωτη σιγουριά στα μετόπισθεν και ο τρελός Πέρσι Ολιβάρες δείχνει να διάγει τις ωριμότερες μέρες της καριέρας του. Το άγχος και η γκρίνια έχει περάσει στους ανταγωνιστές, ο Παναθηναϊκός καραδοκεί περιμένοντας το αποτέλεσμα του πολύκροτου ντέρμπι ΑΕΚ – Ολυμπιακού.

Η μοίρα τα είχε φέρει έτσι και η αγωνιστική του ντέρμπι έχει μετατεθεί λόγω υποχρεώσεων και των δύο ομάδων στην Ευρώπη, με την ΑΕΚ να αντιμετωπίζει την Ουγγρική ΜΤΚ στη ρεβάνς της β’ φάσης του κυπέλλου UEFA και τον Ολυμπιακό να κλείνει τις υποχρεώσεις του στον όμιλο ενάντια στην Πόρτο στην αδιάφορη τελευταία αγωνιστική του 5ου γκρουπ του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το ματς πήγε από τα τέλη Οκτωβρίου στα μέσα Νοεμβρίου και οι δύο ομάδες συνέχισαν κανονικά το πρόγραμμά τους, αντιμετωπίζοντας τον Ιωνικό στη Νίκαια η ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ ο Ολυμπιακός. Η ΑΕΚ συνεχίζοντας τις τραγικές εμφανίσεις, ήρθε ισόπαλη 1-1 και βυθίστηκε ακόμη πιο χαμηλά στη βαθμολογία και το παιχνίδι του Ολυμπιακού με τον ΠΑΟΚ από ένα απλό ντέρμπι έγινε το περιβόητο «ματς του Ζάχοβιτς».

Ο σπουδαίος Σλοβένος διεθνής Ζλάτκο Ζάχοβιτς, παρ’ ότι προσωπική επιλογή Μπάγεβιτς, δεν ήθελε ποτέ να έρθει στον Ολυμπιακό. Από την πρώτη στιγμή πίεζε την Πόρτο να μεταγραφεί στην ισπανική Βαλένθια του Έκτορ Ραούλ Κούπερ (μετέπειτα τον είδαμε προπονητή στον Άρη) με τον πρόεδρο των «Δράκων» όμως Πίντο Ντα Κόστα, να προτιμά την πολύ πιο συμφέρουσα οικονομικά πρόταση του Ολυμπιακού.

Ο Ζάχοβιτς ήρθε στην Ελλάδα, ποτέ όμως δεν ήθελε να αγωνιστεί στο πρωτάθλημά μας και σχεδόν ταυτόχρονα με τον αποκλεισμό από τη συνέχεια στο Τσάμπιονς Λιγκ, άρχισε να βγάζει νεύρα και να δημιουργεί πολλά προβλήματα στο εσωτερικό του Ολυμπιακού. Ποτέ δεν ταίριαξε με το χαρακτήρα του Μπάγεβιτς αλλά και με το κλίμα των αποδυτηρίων στο Ρέντη, θεωρούσε ότι το πλάνο της ομάδας εξυπηρετούσε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του άλλου αστεριού της ομάδας Τζιοβάνι και απαιτούσε ειδική μεταχείριση.

Εκείνο το παιχνίδι το βράδυ της Δευτέρας στο ΟΑΚΑ εναντίον του ΠΑΟΚ, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Σλοβένο. Ο Ολυμπιακός καθάρισε το ματς νωρίς, με τον Τζιοβάνι να σκοράρει το γκολ-ορόσημο της καριέρας του στην Ελλάδα. Ήταν μια καταπληκτική λόμπα έξω από την περιοχή που άφησε εμβρόντητους συμπαίκτες και αντιπάλους, με τον τερματοφύλακα του ΠΑΟΚ, τον Αυστραλοκροάτη Άντε Τσόβιτς (που στην Ελλάδα έμεινε ως Κόβιτς) να δηλώνει μετά το παιχνίδι ότι ήταν το ομορφότερο γκολ που δέχτηκε στην καριέρα του.

Το παιχνίδι είχε αποκτήσει διαδικαστικό χαρακτήρα, ο Ζάχοβιτς όμως δεν είχε σκοράρει και πάσχιζε να βελτιώσει τα στατιστικά του με στόχο τη μεταγραφή. Στο 65ο λεπτό ο Μπάγεβιτς έδωσε εντολή στον Περσία να ανάψει η ταμπέλα με το νούμερο 25. Αυτό ήταν. Ο Ζάχοβιτς εκνευρισμένος αποχωρεί χωρίς να κοιτάξει καν το Μπάγεβιτς, πετάει τη φανέλα και κάνει νόημα εκτός εαυτού στο γενικό αρχηγό του Ολυμπιακού Τάσο Μητρόπουλο, ότι θα πάει απ’ ευθείας στα αποδυτήρια.

Ο Σλοβένος δεν έμεινε εκεί, το επόμενο πρωί αναχώρησε χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν για το Μάριμπορ (προκειμένου να ηρεμήσει όπως θα πει μετά) και διαμήνυσε στον ίδιο τον Κόκκαλη ότι δεν ξαναπαίζει για τον Ολυμπιακό και θέλει μεταγραφή «εδώ και τώρα».

Προκύπτει τεράστιο θέμα και επικοινωνιακά και στο εσωτερικό της ομάδας, ο Μπάγεβιτς εισηγείται παραδειγματική τιμωρία του Σλοβένου και ζητάει συνάντηση με τον ίδιο τον Κόκκαλη. Ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, δέχτηκε το Σερβοέλληνα τεχνικό στο γραφείο του την Τετάρτη 10 Νοεμβρίου, άκουσε την εισήγησή του ευλαβικά και κατόπιν ξεσπάθωσε.

Σε μια από τις πολύ σπάνιες εκρήξεις του, ο Κόκκαλης εκθέτει στον Μπάγεβιτς όλα τα λάθη της διαχείρισής του, επισήμανε με νόημα ότι ο ποδοσφαιριστής Ζάχοβιτς ήταν προσωπική επιλογή του προπονητή και όχι της διοίκησης, ότι κόστισε 4 δισεκατομμύρια δραχμές και αμείβεται με 500 εκατομμύρια ετησίως και ότι ο Μπάγεβιτς γνώριζε εκ των προτέρων το οξύθυμο του χαρακτήρα του Σλοβένου και παρ’ όλα αυτά έθεσε ως απαράβατο όρο της προόδου του Ολυμπιακού στην Ευρώπη, την απόκτησή του.

Εκεί ακριβώς ο πανέξυπνος Κόκκαλης έβαλε το θέμα που τον έκαιγε στο τραπέζι: το underachieve του Ολυμπιακού στην Ευρώπη όπου όλοι τα κατάφερναν εκτός απ’ αυτόν. Ο Μπάγεβιτς που μέχρι τότε θεωρούσε εαυτόν στο απυρόβλητο, αιφνιδιάστηκε και ο εγωισμός του δεν μπόρεσε να διαχειριστεί ούτε λεπτό την ευθεία αμφισβήτηση. Όταν αντιμιλάει και οδηγεί το πράγμα σε οριστική ρήξη, ο Κόκκαλης βγαίνει εκτός εαυτού και τον απολύει επί τόπου.

Η είδηση έσκασε σαν κεραυνός σε όλα τα μέσα, δημοσιογράφοι, ρεπόρτερ και σχολιογράφοι πάγωσαν. Οι περισσότεροι είχαν συνηθίσει έναν Μπάγεβιτς στο απυρόβλητο, έναν Μπάγεβιτς πάνω και από την ίδια την ομάδα και από τα χρόνια του στην ΑΕΚ, αλλά και από τη μικρή θητεία του στον Ολυμπιακό. Είναι η πρώτη φορά που δημοσιογράφοι και μέρος του κόσμου μπαίνουν ουσιαστικά «απέναντι» από το Σωκράτη.

Ο Κόκκαλης όμως ήταν ανένδοτος. Οι περισσότεροι επικριτές της απόφασής του έκαναν λόγο ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί πως η ομάδα αναφερόταν ως «έργο Μπάγεβιτς» και όχι «Κόκκαλη» και ότι άκουσε τον Γιώργο Λούβαρη που κατηγορούσε τον προπονητή ως εμμονικό και κύριο υπεύθυνο της μη χρησιμοποίησης παικτών όπως ο Πίτερ Οφορίκουε που αποτελούσε επένδυση και στον Ολυμπιακό πίστευαν ότι μπορούσε να πωληθεί με 7 δισεκατομμύρια.

Συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι είχαν παραγκωνιστεί και ποδοσφαιριστές καθόλα σεβάσμιοι στα αποδυτήρια και «κοντά στη διοίκηση» όπως ο Ανδρέας Νινιάδης, ήταν αδύνατον για τον Μπάγεβιτς να επιζήσει φέρνοντας και αυτά τα απογοητευτικά αποτελέσματα στην Ευρώπη. Η αλήθεια βρισκόταν ως είθισται κάπου στη μέση: ο Ολυμπιακός του Μπάγεβιτς ήταν μια ομάδα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του προπονητή της.

Όσο υπήρχε η ασφάλεια του ελληνικού πρωταθλήματος και οι ιδανικές συνθήκες, ο Ολυμπιακός απέδιδε καλό ποδόσφαιρο. Χωρίς μεγάλους σταρ να δεσπόζουν στα αποδυτήρια, με συγκεκριμένο πλάνο και με «Γκόγκιτς» ο Μπάγεβιτς λειτουργούσε άψογα και μάλιστα έφτασε τον Ολυμπιακό ένα γκολ μακριά από τα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Όταν ήρθαν οι σταρ και αυξήθηκαν οι απαιτήσεις στην Ευρώπη, ο Ολυμπιακός του Μπάγεβιτς κατέρρευσε.

Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Κόκκαλη έπαιξε και η παθογένεια των εκτός έδρας αγώνων με την ΑΕΚ που σίγουρα μπορεί να αποδοθεί στον προπονητή. Οι οπαδοί του Ολυμπιακού ανέκαθεν κατηγορούσαν τον Μπάγεβιτς ως φοβικό και ηττοπαθή απέναντι στην ΑΕΚ, εξ αιτίας του γεγονότος ότι και ο ίδιος επηρεαζόταν ψυχολογικά και ενδόμυχα κάθε φορά που επισκεπτόταν τη Νέα Φιλαδέλφεια.

Δεν συμπληρώθηκαν καν 24 ώρες από την είδηση-βόμβα της απομάκρυνσης Μπάγεβιτς και ο Πέτρος Κόκκαλης παρουσίασε τον επόμενο προπονητή του Ολυμπιακού, τον Ιταλό Αλμπέρτο Μπιγκόν. Ο 52χρονος τότε τεχνικός από την Πάντοβα δεν είχε και τόσο αξιόλογη καριέρα, με μοναδική εξαίρεση στο βιογραφικό του, το scudetto με τη μεγάλη Νάπολι του Μαραντόνα το πολύ μακρινό 1990. Αυτός ο προπονητής έπρεπε να κάτσει στον πάγκο στο ντέρμπι με την ΑΕΚ.

Η ΑΕΚ περίμενε τον Ολυμπιακό με το μαχαίρι στα δόντια, σε ένα παιχνίδι κατά τεκμήριο εξαγνισμού της όποιας αποτυχίας στη σεζόν. Αποτελούσε κοινό μυστικό, ότι ο Μελισσανίδης ήταν στα πρόθυρα της αποχώρησης, έχοντας αποτύχει οικτρά και στο οικονομικό και στο αγωνιστικό σκέλος (όπως αποδεικνύεται αργότερα το άνοιγμα της ΠΑΕ επί Μελισσανίδη - Στάθη θα εκτοξευθεί κατά 5 δισεκατομμύρια δραχμές) πληρώνοντας επί της ουσίας την επιλογή Τουμπάκοβιτς που δεν του βγήκε και τον οικονομικό στραγγαλισμό που επέφερε ο αποκλεισμός από την ΑΙΚ.

Η ENIC και η Netmed περίμεναν από το Μελισσανίδη να ενεργοποιήσει την option αγοράς των μετοχών της ΠΑΕ για να απεμπλακούν από την ΑΕΚ, ο Μελισσανίδης από την άλλη εμφανιζόταν αποστασιοποιημένος και κατηγορούσε ευθέως το σάπιο σύστημα που είχε εγκαθιδρύσει ο Ολυμπιακός διά του πρώην Αντιπροέδρου της ΠΑΕ, Θωμά Μητρόπουλου. Το ματς είναι «το ματς του Δημητρόπουλου» με το οποίο θα ασχοληθώ διεξοδικά σε αναλυτικό σημείωμα, εκείνο που βγήκαν – κυριολεκτικά – τα πιστόλια στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Ο Μπιγκόν «έπρεπε» να κερδίσει και κέρδισε, αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει και απέναντι στον Παναθηναϊκό, όχι στην τελευταία σεζόν του Βαρδινογιάννη. Τις εποχές της «παράγκας» χρειάστηκε να περάσουν 3 χρόνια και 7 μήνες για να ξανακερδίσει ο Παναθηναϊκός τον Ολυμπιακό. Και το έκανε εμφαντικά, επιβάλλοντας πλήρως το παιχνίδι του, επιδεικνύοντας τρομερή ανωτερότητα και σε ιδέες και σε φυσική κατάσταση και σε προσήλωση.

Το πιο σημαντικό ίσως κέρδος του Παναθηναϊκού ήταν η εκπληκτική του εμφάνιση καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, ακόμα και μετά τα γκολ που πέτυχαν με κεφαλιές, ο Ολιβάρες και ο Βαζέχα. Χένρικσεν. Μίκλαντ, Φλίπσεν, Λυμπερόπουλος έκαναν ό,τι ήθελαν, ήταν οι κορυφαίοι. Ο Ολυμπιακός είχε όλες κι όλες τρεις τελικές, ο Παναθηναϊκός εκτός από τα δύο γκολ είχε τουλάχιστον έξι κλασσικές ευκαιρίες σε σύνολο είκοσι δυο τελικών.

«Για λογαριασμό μου, μίλησε η ομάδα μέσα στο γήπεδο» ήταν τα πρώτα λόγια του Βαρδινογιάννη, μετά τη σπουδαία νίκη. Ο Γιώργος μπήκε στα αποδυτήρια της ομάδας, μοίρασε συγχαρητήρια στους παίκτες και έπιασε απόμερα τον Κριστόφ Βαζέχα για να του ανακοινώσει το πριμ: 2 εκατ. δραχμές σε κάθε παίκτη για το επιβλητικό 2-0, συν 2 ακόμη για τη συμπλήρωση της τετράδας αγώνων.

Ο εξαγνισμός του Παναθηναϊκού ήταν καθολικός, εκείνη η νίκη του έδωσε χρόνια ζωής, τον έκανε να αναπνεύσει κι ας έχασε το πρωτάθλημα στο τέλος της σεζόν με εκείνη την ήττα στην Πάτρα, με την οποία επίσης αξίζει να ασχοληθούμε διεξοδικά. Ο Παναθηναϊκός είχε (ξανα)αποκτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία της καλής ομάδας με το ευρωπαϊκό προφίλ, είχε χτίσει ένα οικοδόμημα βασισμένο στη φιλοσοφία της ομάδας και όχι σε πρακτικές που δεν της ταίριαζαν και επί της ουσίας είχε εμφανίσει τα «προεόρτια» του Panathinaikos που έκανε τις εκπληκτικές πορείες στο Τσάμπιονς Λιγκ τις επόμενες σεζόν.

Γιατί μπορεί εκείνη η ομάδα να μην κέρδιζε το πρωτάθλημα, αλλά πετύχαινε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο στην Ευρώπη. Πρόκριση από τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ το 2000/01 με τον αποκλεισμό της Γιουβέντους στο ΟΑΚΑ, πρόκριση από τους διπλούς ομίλους το 2001/02, ο αποκλεισμός από τον ημιτελικό στη Βαρκελώνη από τη Μπαρτσελόνα για μερικά εκατοστά, τα προημιτελικά με την Πόρτο του Μουρίνιο το 2002/03.

Επί τρία χρόνια η παρακαταθήκη της ομάδας του Καπετάνιου, της ομάδας των «γκουμομπασινάδων» που χλευάστηκε και λοιδωρήθηκε ήταν εκεί. Μετά ήρθε η Ριζούπολη, ήρθε η διάλυση και το νταμπλ του 2004, αλλά ο Παναθηναϊκός άργησε πάρα πολύ να συνέλθει, πριν έρθουμε στα χάλια του σήμερα. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία…

Η τελευταία ομάδα του Καπετάνιου
EVENTS