H μπασκετική ιστορία του Άιζακ Μπόνγκα, του 27χρονου Γερμανού φόργουορντ που έκλεισε την Τρίτη ο Παναθηναϊκός, είναι χαρακτηριστική του πόσο ένας άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη χρονική συγκυρία μπορεί να αλλάξει τη μοίρα ενός άλλου ανθρώπου. Στην περίπτωση του Μπόνγκα αυτός ήταν ο Βίκτορ Σνάιντερ. Όχι κάποιο μεγάλο και γκλαμουράτο μπασκετικό όνομα, αλλά ένας κόουτς που ακόμα ασχολείται με τις μικρές ηλικίες στην περιφερειακή 5η κατηγορία του γερμανικού μπάσκετ.
Τι το ιδιαίτερο έκανε ο Σνάιντερ; Αποφάσισε να θυσιάσει τα πρόσκαιρα αποτελέσματα για να «κερδίσει» τον νεαρό με τα εντυπωσιακά σωματικά προσόντα, αλλά και την ακόμα πιο εντυπωσιακή (για το ύψος και τον όγκο του) επαφή με τη μπάλα. Όταν τον «υποδέχτηκε» στα 9 του χρόνια στις ακαδημίες της Post SV Koblenz, έβλεπε ένα παιδί που ήδη ήταν ένα κεφάλι ψηλότερο από τα υπόλοιπα που είχε στη διάθεσή του. Κι όμως, αποφάσισε να επενδύσει στον τρόπο που χειριζόταν τη μπάλα και τον έβαλε να παίξει… πλέι μέικερ! Αυτό δεν ήταν ένα πείραμα της στιγμής, αλλά συνεχίστηκε για επτά χρόνια, όσα ο Μπόνγκα έμεινε στη συγκεκριμένη ομάδα πριν ανοίξει τα φτερά του, το 2016, για τους Σκαϊλάινερς της Φρανκφούρτης.
Γεννημένος στο Νόιβιντ, μια μικρή πόλη στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου στη γερμανική δύση, ο Μπόνγκα από τα μικρά του χρόνια όπου και να γυρνούσε το κεφάλι του έβλεπε… αθλητισμό. Ο πατέρας του έπαιζε ποδόσφαιρο ερασιτεχνικά στα διαλείμματα της δουλειάς του, όταν αποφάσισε να αφήσει το Κογκό και να πάει στον Καναδά, αλλά… ξέμεινε στην ενδιάμεση στάση της Γερμανίας. Η μητέρα του έπαιζε τένις. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ταρσίς ερωτεύθηκε το ποδόσφαιρο και έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ακόμα και ο βενιαμίν της οικοογένειας, ο Τζόσουα, έπιασε τη μπάλα του μπάσκετ πριν καν περπατήσει και σήμερα θεωρείται από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Γερμανίας στην ηλικία του (2005). Ο θρύλος λέει ότι ο Άιζακ «κόλλησε» με το μπάσκετ βλέποντας στην τηλεόραση ένα παιχνίδι των Μαϊάμι Χιτ στο ΝΒΑ και εντυπωσιάστηκε με τον Ντουέιν Γουέιντ, ο οποίος έγινε το είδωλό του.
Μέχρι τα 9 του χρόνια δεν έπαιξε οργανωμένα, αλλά σε ανοιχτά γηπεδάκια κοντά στο σπίτι του. Έτσι ανέπτυξε μια ικανότητα που δεν ήταν δεδομένη για τα ψηλά παιδιά: Τον χειρισμό της μπάλας. Στο streetball δεν περιμένεις πάσες στο low post, ούτε κάνεις τυποποιημένες κινήσεις, πρέπει να φτιάξεις φάσεις από μόνος σου. Έτσι έκανε κι αυτός. Κι όταν πέρασε την πόρτα της ακαδημίας, είχε την ευλογία να πέσει πάνω σ’ έναν προπονητή που δεν είδε έναν εκκολαπτόμενο σέντερ, ο οποίος θα του’ δινε ανούσιες νίκες, αλλά σ’ ένα ταλέντο που αν δουλευόταν, θα έπαιζε στο υψηλότερο επίπεδο. Του έλεγε, μάλιστα, "μην περιμένεις τη μπάλα, οδήγησέ την"!
Αυτή του η ικανότητα τον έφερε στις μικρές εθνικές της Γερμανίας έναν χρόνο νωρίτερα από το αναμενόμενο! Ως παμπαίδας συμμετείχε το 2014 στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα U16. Πλέον το όνομά του είχε αρχίσει και γινόταν γνωστό στη χώρα, ο ίδιος πάντως επέλεξε να μην μετακινηθεί πολύ μακριά, αλλά στη Φρανκφούρτη, υπό τις οδηγίες του Γκόρντον Χέρμπερτ. Ο προπονητής των Σκαϊλάινερς ακολούθησε την πεπατημένη: Ο Μπόνγκα είχε φτάσει ήδη τα 2μ.03, είχε εντυπωσιακό άνοιγμα χεριών, θα μπορούσε να γίνει ένα αθλητικότατο «τεσσάρι», όμως ο Καναδο-Φινλανδός προπονητής τον χρησιμοποιούσε στην περιφέρεια και μόνο. Έτσι έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις στους Σκαϊλάινερς, μάλιστα είναι ο πέμπτος πιο νεαρός παίκτης όλων των εποχών που αγωνίστηκε στη Μπουντεσλίγκα.
Το 2018 έσπασε και διεθνές ρεκόρ: Σε ηλικία 18 ετών και 3 μηνών έγινε ο νεαρότερος παίκτης που φόρεσε τη φανέλα της εθνικής ανδρών της Γερμανίας τα τελευταία 40 χρόνια, μάλιστα σε ματς εναντίον της Σερβίας. Πλέον το ταβάνι του ήταν ανεξερεύνητο και στις ΗΠΑ βιάστηκαν να τον τσεκάρουν, πριν καν περάσει από την κρησάρα ενός πανεπιστημιακού προγράμματος. Το καλοκαίρι του 2018 συμμετείχε στο ντραφτ κι επιλέχθηκε στο Νο39 από τους Σίξερς, οι οποίοι το ίδιο βράδυ τον «μετακίνησαν» στους Λέικερς.
Ήταν νωρίς; Αν τον ρωτήσετε τώρα, αυτό θα σας απαντήσει. Στα 19 του μοιραζόταν τα ίδια αποδυτήρια με τον Λεμπρόν Τζέιμς! Ένα παιδί στη μετεφηβική ηλικία, πολύ χαμηλών τόνων, μπήκε σ’ έναν γκλαμουράτο κόσμο πολύ γρήγορα. Το ΝΒΑ τον κράτησε και προσπάθησε να τον εξελίξει τέσσερα χρόνια. Με σταθμούς τους Λέικερς, την Ουάσιγκτον και το Τορόντο. Τη σεζόν 2019-20 ξεκίνησε σε 49 παιχνίδια για τους Γουίζαρντς, είχε 35,2% στο τρίποντο, 5,0 πόντους και 3,4 ριμπάουντ, αλλά οι σκάουτς είχαν αποφανθεί ήδη γι’ αυτόν: Λάθος συναγερμός. Δεν ήταν αυτό το “outstanding” ταλέντο που νόμιζαν.
Μετά απ’ αυτή την ταμπέλα οι δρόμοι που του ανοίχθηκαν ήταν δύο: Να συνεχίσει να παίρνει συμβόλαια στο ΝΒΑ, αλλά χωρίς πρωταγωνιστικό ρόλο, και να γυρίσει στη Γερμανία. Προτίμησε το δεύτερο και το πρότζεκτ της Μπάγερν Μονάχου, το οποίο υπηρέτησε για δύο σεζόν (2022-24) με παρόμοια νούμερα (περίπου 20 λεπτά συμμετοχής, 6 πόντοι, 4 ριμπάουντ και 1 αίστ). Η ενέργεια, πάντως, που δίνει και η συγκολλητική ουσία που προσφέρει στις θέσεις των φόργουορντ δεν αποτιμάται απολύτως με νούμερα. Γι’ αυτό και… «γυάλισε» στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, ο οποίος τον είχε για δύο χρόνια κοντά του στην Παρτίζαν και του έδωσε ενισχυμένο ρόλο.
Τι παίρνει ο Παναθηναϊκός; Αναμφισβήτητα όχι τον παίκτη των 20+ πόντων κάθε βράδυ, αλλά ούτε κι έναν εργάτη πολυτελείας. Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα υπάρχει ένας παίκτης με σταθερότητα στην απόδοσή του, προσήλωση, χαρακτήρα που βάζει την ομάδα πάνω από τα δικά του νούμερα. Με λίγα λόγια, έναν παίκτη του προπονητή. Ένα πρόσωπο που οι κόουτς το θεωρούν απαραίτητο γρανάζι.