Το καλοκαίρι του 1985 ένας Ολλανδός προπονητής περνά τις διακοπές του στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Ο ατζέντης του, τον ειδοποιεί ότι του έχει πρόταση από μία ελληνική ομάδα. Εκείνος ξεκινά με το αυτοκίνητό του και κατεβαίνει στην Κρήτη. Κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία του Ευγένιου Γκέραρντ μέχρι τον ΟΦΗ και τη «λεβεντογέννα», στην οποία θα κατέληγε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του και να γίνει ένας… Κρητικός από την Ολλανδία.
«Θα ήθελα πολύ να έχω γεννηθεί στην Κρήτη. Οι Κρητικοί είναι καλοί άνθρωποι. Αγαπώ την Κρήτη και τους Κρητικούς. Δεν γεννήθηκα εδώ, αλλά εδώ είναι το σπίτι μου. Εδώ έζησα, εδώ θα ζήσω και εδώ θα πεθάνω, σαν Κρητικός» είχε πει σε συνέντευξή του στο «sport24». Έτσι κι έγινε, αφού στις 2 Ιανουαρίου του 2018 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στο χωριό Ελιά του Ηρακλείου, όπου και κηδεύτηκε.

Η ποδοσφαιρική του ζωή πριν την Ελλάδα
Ο Ευγένιος Γκέραρντ γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1940 στο Μπρούνσουμ της Ολλανδίας. Η ζωή του ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με το ποδόσφαιρο, καθώς ο πατέρας του ήταν ποδοσφαιριστής και αργότερα έγινε πρόεδρος της ομάδας Λιμπούργκια. Εκεί ο νεαρός Ευγένιος έκανε τα πρώτα του βήματα ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, καθώς προβιβάστηκε στην πρώτη ομάδα ήδη από τα 16 του. Στα 21 πήρε μεταγραφή για τη Φορτούνα Σίταρντ, όπου αγωνίστηκε για 7 χρόνια στην Α' κατηγορία της Ολλανδίας, προτού επιστρέψει στη Λιμπούργκια, με την οποία τελικά αποσύρθηκε σε ηλικία 33 ετών λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού.

Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο ίδιος έχει περιγράψει τον εαυτό του σαν παίκτη: «ήμουν ένας αργός και στατικός σέντερ φορ, όμως μια φορά είχα βγει πρώτος σκόρερ στην Α' κατηγορία στην Ολλανδία. Ήταν κάτι, για το οποίο ήμουν αρκετά περήφανος». Το «μικρόβιο» της προπονητικής του κόλλησε στην επιστροφή του στην Λιμπούργκια. Ήταν πλέον αρχηγός της ομάδας και ο τότε προπονητής του συζήταγε διαρκώς μαζί του για την ομάδα. Εκεί κατάλαβε ότι αυτό ήταν κάτι, που του άρεσε πολύ και αποφάσισε ότι μόλις σταματούσε το ποδόσφαιρο θα γινόταν προπονητής.
Μετέβη στη Γερμανία, όπου σπούδασε στη σχολή προπονητών της Κολωνίας. Με το που πήρε το πτυχίο του έγινε αμέσως προπονητής στη Ρόντα, η οποία χρειαζόταν επειγόντως έναν νέο τεχνικό, αφού ο προηγούμενος είχε πεθάνει ξαφνικά. Στον πάγκο της Ρόντα κάθισε για 11 χρόνια και οι σπουδαιότερες επιτυχίες του ήταν ότι την οδήγησε στον τελικό του Κυπέλλου Ολλανδίας, καθώς και στο Κύπελλο UEFA.

Ο ερχομός του στον ΟΦΗ
Πριν γίνει προπονητής του ΟΦΗ, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά άγνωστη του ήταν, αφού αποτελούσε αγαπημένο τουριστικό του προορισμό. «Είχα δει την Ελλάδα από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την μέχρι την Καλαμάτα. Και σε νησιά είχα πάει, αλλά ποτέ στην Κρήτη. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος ζωής και έμενα πολλές φορές τα καλοκαίρια για 3-4 εβδομάδες».
Η σύνδεση με τον Όμιλο έγινε μέσω ενός πρώην του ποδοσφαιριστή στη Ρόντα, του Γρηγόρη Τσινού, ο οποίος αγωνιζόταν στον ΟΦΗ και όταν τον Νοέμβριο του 1984 οι Κρητικοί αναζητούσαν προπονητή, εκείνος πρότεινε τον Γκέραρντ. Ο παράγοντας της ομάδας, Κώστας Καζανάκης, πήρε τηλέφωνο τον Ολλανδό και του πρότεινε να έρθει στην ομάδα. Ωστόσο, επειδή εκείνος ακόμη εργαζόταν στη Ρόντα, ζήτησε να ξαναμιλήσουν το καλοκαίρι του 1985, όπως και έγινε τελικά.
Ακολούθησε μια πορεία, που τον καθιστά τον μακροβιότερο προπονητή στον πάγκο ελληνικής ομάδας, καθώς ο Γκέραρντ ήταν στο τιμόνι του ΟΦΗ από το 1985 μέχρι το 2000, δηλαδή 15 ολόκληρα χρόνια. «Όταν ήρθα δεν πίστευα ότι θα μείνω τόσα χρόνια. Έλεγα τότε ότι είχα έρθει σε τρελοκομείο. Όμως η Ελλάδα είναι πολύ όμορφη χώρα και η Κρήτη ακόμα πιο ωραία. Έχει πολύ καλό κλίμα, καλό φαγητό και κρασί και καλούς ανθρώπους. Αυτά είναι δύσκολο να τα βρεις όλα μαζί σε άλλη χώρα. Για μένα εδώ πλέον είναι το σπίτι μου. Υπάρχει ένας Ολλανδός, που έχει γίνει Έλληνας και μένει εδώ και δεν πρόκειται να φύγει ποτέ. Στην Ελιά αναπνέω τον αέρα μου. Είναι ο παράδεισος μου!» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πατρίς».

Ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος και είχε βάλει στο μυαλό του τους τρόπους, με τους οποίους θα μπορούσε να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον το ταχύτερο δυνατό, ήδη πριν πατήσει στην Κρήτη. «Δεν έπρεπε να έρθω εδώ σαν μεγάλος προπονητής. Ήρθα με ένα παλιό Volskwagen Golf. Έπρεπε να είμαι μαζί με τον κόσμο. Όταν έφτασα εδώ οι άνθρωποι δεν είχαν Mercedez...». Παράλληλα, με το που πήγε στον ΟΦΗ άρχισε να κάνει μαθήματα ελληνικών. Δεν ήθελε να έχει διερμηνέα, προκειμένου να έχει πιο άμεση επαφή με τους ποδοσφαιριστές, τον κόσμο και τους δημοσιογράφους. Άλλωστε, είχε πτυχίο στην ψυχολογία κι ήξερε πώς να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους ανθρώπους και να τους «κερδίζει».
Οι μεγάλες αγωνιστικές του επιτυχίες στον ΟΦΗ
Επί των ημερών του, ο ΟΦΗ σημείωσε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ιστορίας του. Ήδη στην πρώτη του χρονιά στην ομάδα κατάφερε να την οδηγήσει στη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος, στην οποία δεν είχε φτάσει και ούτε έχει φτάσει ποτέ ξανά. Παράλληλα, εξασφάλισε ότι οι Κρητικοί θα έπαιζαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στο Κύπελλο UEFA.
Την επόμενη σεζόν ήρθε ο μοναδικός τίτλος στην ιστορία του ΟΦΗ, καθώς κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας του 1987. Στον τελικό αντίπαλος ήταν ο Ηρακλής. Οι δύο ομάδες μετά το 1-1 της κανονικής διάρκειας και της παράτασης (σκόρερ ο Χαραλαμπίδης για τον ΟΦΗ και ο Κωφίδης για τον Ηρακλή) οδηγηθηκαν στη διαδικασία των πέναλτι. Εκεί έλαμψε το άστρο του Μύρωνα Σηφάκη, ο οποίος έπιασε δύο πέναλτι και έδωσε το πολυπόθητο τρόπαιο στους «μελανόλευκους». Παράλληλα, ο ΟΦΗ αναδείχτηκε ξανά 3ος πετυχαίνοντας το ρεκόρ των 17 νικών στο πρωτάθλημα.
Το 1989-90 είχε την ευκαιρία να κατακτήσει το Κύπελλο Ελλάδας για δεύτερη φορά, καθώς έφτασε ξανά στον τελικό. Ωστόσο, αυτήν τη φορά γνώρισε την ήττα με 4-2 από τον Ολυμπιακό. Παρόλα αυτά, λίγες ημέρες μετά τον χαμένο τελικό κόντρα στον ίδιο αντίπαλο στο πρωτάθλημα, ο ΟΦΗ πέτυχε την ίσως μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, αφού αν και έχανε με 4-0 στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», τελικά νίκησε με 5-4.
Το 1993-94 ο ΟΦΗ έγραψε την πιο χρυσή σελίδα της ευρωπαϊκής του ιστορίας, καθώς έφτασε στους «16» του Κυπέλλου UEFA πετώντας εκτός διοργάνωσης την Ατλέτικο Μαδρίτης. Προηγουμένως είχε αποκλείσει μάλιστα τη Σλάβια Πράγας. Κόντρα στην Ατλέτικο, ο Όμιλος είχε ηττηθεί στο πρώτο παιχνίδι στη Μαδρίτη με 1-0. Εντούτοις, στο δεύτερο ματς στο «Γεντί Κουλέ» υπέταξε τη σπουδαία του αντίπαλο με 2-0 χάρη σε τέρματα των Νίκου Μαχλά και Γιώργου Τσιφούτη. Για εκείνο τον αγώνα, ο Γκέραρντ είχε πει «ήταν το μεγαλύτερο παιχνίδι του ΟΦΗ στην Ευρώπη. Το γήπεδο είχε πάρει φωτιά. Ήταν μία απίστευτη εμπειρία». Στους «16» οι Κρητικοί αποκλείστηκαν από την Μποαβίστα.
Από εκεί και πέρα, αξιοσημείωτη είναι η τρίτη θέση της σεζόν 1996-97, όταν ο ΟΦΗ με κεφαλιά του Γιώργου Κουτσουπιά έφερε 1-1 με τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ την προτελευταία αγωνιστική και άφησε τους «πράσινους» εκτός Ευρώπης. Τέλος, στην τελευταία του σεζόν στον ΟΦΗ το 1999-2000, ο Ολλανδός οδήγησε την κρητική ομάδα στην 4η θέση, βγάζοντάς την ξανά στην Ευρώπη.
Το Βαρδινογιάννειο Αθλητικό Κέντρο
Αν και οι αγωνιστικές επιτυχίες ήταν τεράστιες, ο Γκέραρντ θεωρούσε μία άλλη ως τη μεγαλύτερη επιτυχία της θητείας του στον ΟΦΗ, την κατασκευή του Βαρδινογιάννειου Αθλητικού Κέντρου. «Η πιο μεγάλη στιγμή για μένα στον ΟΦΗ ήταν όταν έγιναν τα εγκαίνια του ΒΑΚ. Δεν υπήρχε τότε στην Ελλάδα παρόμοιο αθλητικό κέντρο και ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση για τον ΟΦΗ να διαθέτει ένα τέτοιο προπονητήριο. Ένιωσα πολύ περήφανος, που το έργο αυτό έγινε τόσο γρήγορα πραγματικότητα και είναι μια παρακαταθήκη για την ομάδα».

Ήταν το πρώτο πράγμα που είχε διαπιστώσει ότι χρειάζεται η ομάδα, μόλις έφτασε στην Κρήτη: «Όταν πήγα να δω το προπονητικό κέντρο στο Λίντο, είδα ένα γήπεδο γεμάτο με χόρτα και πέτρες. Είπα ότι δεν γίνεται να κάνουν προπόνηση οι παίκτες σε αυτό. Εκεί γεννήθηκε η ιδέα να αποκτήσει ο ΟΦΗ ένα σύγχρονο αθλητικό κέντρο».
Άλλωστε, με τον αείμνηστο ιδιοκτήτη του ΟΦΗ, Θεόδωρο Βαρδινογιάννη, είχαν γίνει δύο πολύ καλοί φίλοι κι εκείνος δεν του χαλούσε ποτέ χατήρι: «συμπάθησα αμέσως τον κ. Θόδωρα και αυτός εμένα. Γι' αυτό πάντα η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική. Έκανε πάντα ό,τι ζητούσα για την ομάδα. Όταν του ζήτησα να μας φτιάξει αθλητικό κέντρο, μου είπε: “Πήγαινε αμέσως να βρεις οικόπεδο και φτιάξτε τα σχέδια”. Έτσι έγινε το Βαρδινογιάννειο Αθλητικό Κέντρο».

Ήταν τέτοια η σχέση τους, που ποτέ σε όλην του την καριέρα στον ΟΦΗ, ο Ολλανδός δεν υπέγραψε συμβόλαιο.
Η ζωή του μετά τον ΟΦΗ
To 2000 ο Ευγένιος Γκέραρντ αποχώρησε από τον ΟΦΗ. Τότε είχε δηλώσει πως ο λόγος της αποχώρησής του ήταν τα προβλήματα υγείας, που δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει την προπονητική. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν η βασική αιτία, όπως αποκάλυψε πολλά χρόνια αργότερα: «Θέλω να πω ότι δεν έφυγα από τον ΟΦΗ. Με έδιωξαν. Ήθελα να σταματήσω από τη θέση του προπονητή, γιατί σε μια συνάντηση που είχα με τον κ. Βαρδή Βαρδινογιάννη, ο οποίος έκανε το κουμάντο μετά τον θάνατο του Θόδωρα Βαρδινογιάννη, μου είχε πει ότι θα έδινε την ομάδα στον γιο του, τον Τζίγκερ. Εγώ δεν ήμουν σύμφωνος με αυτή την απόφαση, διότι πίστευα ότι ο Τζίγκερ δεν αγαπούσε την ομάδα. Τότε πήρα την απόφαση να σταματήσω να δουλεύω ως προπονητής και να αναλάβω άλλη θέση. Δεν ήθελα ποτέ να φύγω από τον ΟΦΗ, γιατί ήταν η ομάδα μου. Η ζωή μου ήταν στο Ηράκλειο. Εγώ έμεινα στην ομάδα για να δουλέψω από άλλη θέση. Αυτό δεν τους άρεσε και με έδιωξαν» είχε πει στο «sport24».

Τα επόμενα χρόνια πέρασε από τους πάγκους του ΑΠΟΕΛ και του Ηρακλή, ενώ είχε αναλάβει ρόλο τεχνικού συμβούλου και αργότερα αρχισκάουτερ στην ΑΕΚ. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην Κύπρο με τον ΑΠΟΕΛ τα είχε πάει περίφημα, καθώς είχε κατακτήσει το κυπριακό πρωτάθλημα τη σεζόν 2001-02 και έφτασε πολύ κοντά στους ομίλους του Champions League, όμως αποκλείστηκε στον τελευταίο προκριματικό γύρο από την ΑΕΚ λόγω των εκτός έδρας γκολ. Τελευταία του ομάδα ήταν η Παναχαϊκή, στην οποία έκατσε για ένα διάστημα μόλις δύο μηνών το 2010.

Όταν σταμάτησε την ενεργή ενασχόληση με το ποδόσφαιρο, η κύριά του ασχολία ήταν η παραγωγή κρασιού από τα αμπέλια του. Μάλιστα, το κρασί που έβγαζε έφερε την επωνυμία «Γκεραρντάκης», παρατσούκλι που του είχε δοθεί, επειδή τα περισσότερα κρητικά ονόματα έχουν την κατάληξη «-άκης» κι εκείνος πλέον ήταν ένας Κρητικός. Ωστόσο, μέχρι να καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι δεν σταμάτησε να πηγαίνει στα γήπεδα και να βλέπει τον ΟΦΗ, τον Εργοτέλη ή ακόμη και ομάδες στις τοπικές κατηγορίες του Ηρακλείου. Άλλωστε, στη θύρα 9 του «Γεντί Κουλέ» του είχε δοθεί μόνιμη θέση, η οποία έγραφε το όνομά του.

Τα «παιδιά του»
Κάτι που είχε ζητηθεί από τον Ευγένιο Γκέραρντ, αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία του ΟΦΗ, ήταν να δουλεύει περισσότερο με νέα παιδιά. Αυτό ήταν κάτι, που τήρησε στο ακέραιο, καθώς υπό τις οδηγίες του άφθονοι ήταν οι παίκτες που ανέδειξε η ομάδα. Οι Νίκος Μαχλάς, Νίκος Νιόπλιας, Ηλίας Πουρσανίδης, Πέτρος Μαρινάκης, Γιάννης Σαμαράς, Κώστας Κωνσταντινίδης, Αλέξης Αλεξούδης, Γιάννης Αναστασίου, Κώστας Κιάσσος είναι μόνο μερικοί από αυτούς.

Πέραν των Ελλήνων όμως, ο Γκέραρντ είχε «μάτι» και κατάφερνε να βρίσκει και σπουδαίους παίκτες από το εξωτερικό, όπως οι Χάιμε Βέρα, Αλεσάντρο Ίσις, Ντράγκαν Τζουγκάνοβιτς, Ρόναλντ Γκόμες ή Μαχαμαντού Ντιαρά. Ο τελευταίος μάλιστα, παρότι έμεινε μόνο μια χρονιά στον ΟΦΗ, πουλήθηκε με 1,5 εκατομμύριο δολάρια στη Φίτεσε και έφτασε να αγωνιστεί μέχρι και στη Ρεάλ Μαδρίτης. Στους «μελανόλευκους» έπαιζε ο αδερφός του, Αρούνα, ο οποίος είχε συστήσει τον Μαχαμαντού στον Γκέραρντ. Εκείνος πήγε και τον παρακολούθησε σε ένα παιχνίδι της Εθνικής Νέων του Μάλι. Αμέσως κατάλαβε ότι έχει χτυπήσει «φλέβα χρυσού» και εισηγήθηκε την απόκτησή του.
Για τον Ευγένιο Γκέραρντ οι ποδοσφαιριστές που ανέδειξε, ήταν κάτι παραπάνω από παίκτες του, ήταν τα «παιδιά» του και για εκείνους ήταν ο ποδοσφαιρικός τους «πατέρας». Αυτό έγινε κατανοητό σε όλους στο φιλικό που στήθηκε προς τιμήν του στις 20 Νοεμβρίου του 2017 ανάμεσα σε «παιδιά» και «φίλους» Γκέραρντ. Ο Ηλίας Πουρσανίδης, που ήταν ο εμπνευστής της εκδήλωσης, έγραψε χαρακτηριστικά στη σχετική ανακοίνωση για τη διεξαγωγή του παιχνιδιού: «εμείς, τα “παιδιά” του Ευγένιου Γκέραρντ και του ΟΦΗ, ήρθε η στιγμή να αποδώσουμε στον ποδοσφαιρικό μας “πατέρα” την τιμή που του αρμόζει».
Ο κόσμος του ΟΦΗ είχε γεμίσει το «Γεντί Κουλέ» και φώναζε από τις εξέδρες «δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, Ολλανδέ!». Συνολικά 52 ποδοσφαιριστές μπήκαν στην ομάδα «παιδιά Γκέραρντ» και άλλοι 32 σ' εκείνη των «φίλων Γκέραρντ». Ορισμένοι διένυσαν τρομερές αποστάσεις για να τιμήσουν τον άλλοτε σπουδαίο προπονητή, όπως ο Χάιμε Βέρα, που ταξίδεψε από τη Χιλή. Πολλοί από τους παίκτες, των οποίων οι καριέρες σημαδεύτηκαν από τον Γκέραρντ, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους.

Επρόκειτο για την ύψιστη τιμή που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού γενικότερα σε ένα δρώμενο μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα. Ήταν κάτι που το περίμενε πώς και πώς και του έδινε κίνητρο να αντέξει λίγο παραπάνω, καθώς ήταν φανερά καταβεβλημένος από τα προβλήματα της υγείας του. Η σύζυγός του Κατερίνα είχε δηλώσει σχετικά: «Ήταν κάτι που ήθελα πολλά χρόνια να γίνει, γιατί το αξίζει αυτός ο άνθρωπος. Η αγάπη που του έχουν τα παιδιά είναι τεράστια. Όλο αυτό είναι μοναδικό, το αξίζουν όλοι οι άνθρωποι που τον αγαπούν και έχουν γεμίσει το γήπεδο. Περίμενε πολύ. Του έλεγα πάντα γι' αυτή τη μέρα, γιατί περάσαμε δύο εβδομάδες δύσκολες στο νοσοκομείο και αυτή η μέρα τον κράτησε».

Η κληρονομιά του
Το Βαρδινογιάννειο Αθλητικό Κέντρο, οι πολυάριθμοι παίκτες που ανέδειξε και που τον αγάπησαν σαν πατέρα, οι τρομερές αναμνήσεις που χάρισε στους φίλους του ΟΦΗ με τις μοναδικές επιτυχίες της ομάδας, ο καθολικός σεβασμός της φίλαθλης Ελλάδας αποτελούν την κληρονομιά του. Έναν χρόνο μετά το θάνατό του συνεχίζει να επιδρά στην ιστορία του κρητικού συλλόγου. Ήταν ουσιαστικά εκείνες οι στιγμές στο πλαίσιο του φιλικού προς τιμήν του, που επανένωσαν τους παλιούς παίκτες του ΟΦΗ γύρω από τον Γκέραρντ και άναψε σε μερικούς, όπως ο Ηλίας Πουρσανίδης και ο Γιάννης Σαμαράς, τη σπίθα για να ασχοληθούν ενεργά ξανά με την ομάδα.
Ο Ηλίας Πουρσανίδης από το πόστο του εκτελεστικού διευθυντή του ΟΦΗ πλέον, το παραδέχτηκε πριν από λίγες ημέρες στο μνημόσυνο του Γκέραρντ: «Ό,τι συμβαίνει τώρα στην ομάδα, οφείλεται στον Ευγένιο Γκέραρντ. Ήταν εκείνος, που μας ένωσε ξανά». Ήταν ο Γιάννης Σαμαράς και ο γιος του Γιώργος, που εξέφρασαν στον Μιχάλη Μπούση το όραμά τους για τον ΟΦΗ και τον έπεισαν να αναλάβει τα διοικητικά ηνία της ομάδας, κάτι που τόνισε ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας στη συνέντευξη τύπου, που είχε παραχωρήσει όταν η ΠΑΕ πέρασε και τυπικά στα χέρια του: «Έχουμε έναν κοινό φίλο εγώ και ο Γιώργος και ο Γιάννης. Μιλήσαμε τον Μάιο στο Σικάγο και γνωριστήκαμε. Μου είπαν τα παιδιά το όνειρο που είχαν για τον ΟΦΗ και τι ήθελαν να κάνουν στην Κρήτη. Μετά από μερικές ώρες που περάσαμε και άκουσα το όνειρό τους, κοίταξα κι εγώ μερικά πράγματα και σιγά - σιγά πίστεψα αυτό το όνειρο για να κάνουμε κάτι καλύτερο».
Έτσι, όπως είπε επίσης στο μνημόσυνο ο νυν προπονητής του ΟΦΗ, Νίκος Παπαδόπουλος, για τον Ευγένιο Γκέραρντ: «είναι πάντα γύρω μας. Σαν να έχει ένα μαγικό ραβδάκι από εκεί ψηλά, που μας καθοδηγεί».
