Με την Παραγουάη, τα είπαμε, δεν ήταν αρκετά καλό. Με την Ουγγαρία, ήταν αρκετά καλύτερο. Επαιξε ρόλο φυσικά, και η ατμόσφαιρα. Το ακροατήριο. Αλλο να παίζεις (εντός έδρας μεν, αλλά) μπροστά σε πέντε χιλιάδες θεατές, άλλο να παίζεις (ας είναι και εκτός έδρας) μπροστά σε πενήντα χιλιάδες θεατές. Αν δεν μπορείς να έχεις το...τρίτο σενάριο που είναι το ιδανικό, δηλαδή να παίζεις εντός έδρας μπροστά σε πενήντα χιλιάδες θεατές, τότε για τον ποδοσφαιριστή σίγουρα προτιμότερο είναι το δεύτερο από το πρώτο. Οι, έστω "αντίπαλοι", πενήντα χιλιάδες θεατές. Σου βγάζουν, και παίρνεις για τα ενενήντα λεπτά, την εξτρά ενέργεια που χρειάζεσαι. Είναι διαφορετική συζήτηση ότι η σύγκριση της εικόνας (Καραϊσκάκη και Πούσκας Αρένα) στην κερκίδα, ενόσω Ελλάδα και Ουγγαρία διέρχονται φάση κοινής απογοήτευσης για τον αποκλεισμό από το Παγκόσμιο Κύπελλο, φέρνει πάσης φύσεως σκέψεις. Δεν είναι η συζήτηση που θα κάνουμε εδώ και τώρα.
Το αληθινά καλό των ημερών, είναι το συμπέρασμά μου, δεν συνέβη ούτε με την Παραγουάη ούτε με την Ουγγαρία. Συνέβη...στο μεταξύ, μετά την Παραγουάη και πριν την Ουγγαρία. Μία, επιτέλους, αναφορά ενός παίκτη (Μουζακίτης) "πρέπει να γίνουμε πιο μαχητικοί". Χμ! Μία, επιτέλους, αναφορά του προπονητή "θα κάνουμε και προσαρμογές στο παιγνίδι μας όταν ο αντίπαλος επιβάλλει να τις κάνουμε". Μακρινή, σε σχέση με το ανήκουστο φθινοπωρινό "εμείς δεν προσαρμοζόμαστε στον αντίπαλο". Δεύτερο χμ! Ειπώθηκαν αυτά, απλώς διαπιστωτικά; Ειπώθηκαν, και αυτοκριτικά; Δεν έχει τόση σημασία. Οση σημασία έχει, να αρχίσει το γκρουπ να καταλαβαίνει τι πραγματικά τους συνέβη Σεπτέμβριο/Οκτώβριο στα καταστροφικά προκριματικά. Μαχητικότητα. Τικ. Προσαρμογή στην εκάστοτε συνθήκη και στον εκάστοτε αντίπαλο. Τικ. Πώς να μη γράφεις ήττα, εκεί που δεν είναι εφικτή η νίκη. Τικ. Εν περιλήψει, back to basics.
Η Εθνική στη Βουδαπέστη, τίκαρε. Τα τρεξίματα, η διάθεση, η επιθυμία στη μονομαχία, οι μεταβάσεις και στις δύο πλευρές, η σωστή ισορροπία άμυνα/επίθεση. Ενα, γενικώς, ισότιμο ματς. Ο γκολκίπερ, οι σέντερ-μπακ, ακόμη και ο δεύτερος γκολκίπερ σε μία θαρραλέα έξοδο, έβαλαν τα κορμιά για ασπίδα ανάμεσα στη μπάλα που χτυπούσε ο Ούγγρος και στην ελληνική εστία. Να μη περάσει. Ο πανηγυρισμός του Βαγιαννίδη για ένα κερδισμένο πλάγιο σε 1-v-1 με τον Κέρκεζ, μετράει. Δείχνει. Με όλα αυτά, άντεξε η Ομάδα. Βγήκε αλώβητη, ιδίως σε εκείνο το κομμάτι του δεύτερου ημιχρόνου στο οποίο η Ουγγαρία ανέβασε πολύ ψηλά την ένταση της πίεσης που έκανε στη μπάλα. Ο Σόμποσλαϊ, ναι, ήταν ένας παραδειγματικός αρχηγός, όλη νύχτα έπαιζε σαν να μη τον περιμένει αμέσως μετά, Σάββατο μεσημέρι, κύπελλο με τη Λίβερπουλ στην έδρα της Μάντσεστερ Σίτι. Αλλά και κανείς Ελληνας δεν "συνελήφθη" να υστερεί σε αυτό. Μετράει, επίσης.
Τα λοιπά κομμάτια, έρχονται μετά. Η Εθνική, είναι τρίτο σερί ματς που δεν βάζει γκολ. Αν θέλετε, είναι άλλο ένα ματς που δεν μας δείχνει κάτι στις στατικές φάσεις, σαν εκείνο που έδειξαν, το ζήλεψα ομολογώ, οι Παραγουανοί όταν σκόραραν το γκολ στο Νέο Φάληρο. Η έκφραση επιθετικής δημιουργίας, σε προσπάθεια ήταν ικανοποιητική. Σε επίπεδο αντίληψης των καταστάσεων και ευστοχίας των αποφάσεων, ήταν χαμηλή. Εξ ου και τα αναμενόμενα γκολ, 0.90 η Ουγγαρία 0.39 η Ελλάδα. Αυτά ωστόσο, τα sophisticated, θα τα βρούμε καθ' οδόν. Η ποιότητα, πιστεύουμε πως είναι διαθέσιμη. Προέχει, να ξαναβρούμε αυτά που χάθηκαν. Τα basics. Και, ακριβώς επειδή χάθηκαν, σε ένα μήνα ισοπεδώθηκε δουλειά ενός χρόνου. Δεν τα ξαναβρίσκει κανείς, όσα χάθηκαν, μονομιάς. Είναι βήματα, steps. Η Βουδαπέστη ήταν ένα (πρώτο) βήμα. Η Ουγγαρία συμπαρέσυρε την Ελλάδα, ένα φιλικό ματς να παιχτεί σαν επίσημο.
Και η όλη διαχείριση του κόουτς, ήταν προσέγγιση επίσημου ματς. Εμοιαζε να παίζαμε, σαν να χρειαζόμασταν κατ' ελάχιστον...τον βαθμό της ισοπαλίας. Που όντως, το(ν) χρειαζόμασταν! Οχι τον βαθμό. Το αποτέλεσμα, για πιστοποίηση και κατοχύρωση του βήματος.