MENU

Εκείνο το βράδυ της 4ης Ιουλίου 2004, χωρίς να το ξέρω, θα έπαιρνα το πρώτο μου ποδοσφαιρικό μάθημα. Όχι από κάποια ανάλυση τακτικής ή από ένα εντυπωσιακό γκολ, αλλά από τα συναισθήματα. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει ποδόσφαιρο. Όχι ως άθλημα, αλλά ως βίωμα, ως τρόπος να νιώθεις, να ανήκεις και να ονειρεύεσαι.

Η Ελλάδα του Ότο Ρεχάγκελ είχε ήδη κάνει το αδιανόητο, φτάνοντας στον τελικό του Euro. Είχε αποκλείσει την Γαλλία του Ζιντάν, την Τσεχία του Νέντβεντ, και τώρα έπαιζε εναντίον της οικοδέσποινας Πορτογαλίας του Φίγκο, του Ρονάλντο, του Ντέκο. Και εμείς περιμέναμε το θαύμα με μάτια παιδικά και καρδιές που χτυπούσαν σαν ταμπούρλα.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλά από τον αγώνα αλλά θυμάμαι ακόμα τη φάση του γκολ λες και έγινε χθες. 57ο λεπτό, κόρνερ από δεξιά, ο Άγγελος Μπασινάς εκτελεί, ο Χαριστέας πετάγεται στο πρώτο δοκάρι και με κεφαλιά καρφώνει τη μπάλα στα δίχτυα του Ρικάρντο. Πριν η μπάλα ακουμπήσει το δίχτυ, σηκώθηκα όρθιος χωρίς να το καταλάβω. Ο καφές σείστηκε. Άνθρωποι αγκαλιάζονταν, φώναζαν, έκλαιγαν. Εγώ δεν μπορούσα να το εξηγήσω με λόγια. Μόνο με ανατριχίλα, με μια αίσθηση βαθιά μέσα μου ότι κάτι μοναδικό συνέβαινε.

Και όταν ήρθε το τελευταίο σφύριγμα, ξεκίνησε το δεύτερο ημίχρονο αυτής της εμπειρίας. Όχι στο χορτάρι, αλλά στους δρόμους. Με φίλους, συγγενείς, γείτονες. Με σημαιάκια στα χέρια, κορναρίσματα, κλάματα και φωνές. Ο γύρος της περιοχής ήταν σαν πομπή λύτρωσης. Ένας λαός που δεν είχε συνηθίσει σε τέτοιες χαρές, ξεσπούσε. Πανηγυρίζαμε σε κάθε διασταύρωση, σε κάθε γωνιά που υπήρχε έστω κι ένας άνθρωπος να φωνάζει για το κατόρθωμα αυτό.

Κάποιος φώναξε να ανέβουμε στην εθνική οδό και να πάμε στα διόδια. Και εκεί εγίνετο αδιανόητο. Κλείσαμε τα διόδια. Κυριολεκτικά. Κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα και αρχίσαμε να πανηγυρίζουμε. Κι άλλοι οδηγοί, άγνωστοι, σταματούσαν, κατέβαιναν και πανηγύριζαν μαζί μας. Ήμασταν όλοι ένας λαός. Ήμασταν όλοι Ελλάδα. Εκείνο το βράδυ δεν υπήρχαν ηλικίες, επαγγέλματα, διαφορές. Μόνο συναισθήματα.

Τώρα, 21 χρόνια μετά, ως ενήλικας πια, κοιτάζω πίσω σ’ εκείνη τη μέρα με ακόμη μεγαλύτερη συγκίνηση. Καταλαβαίνω πλέον ότι δεν ήταν απλά μια μεγάλη αθλητική επιτυχία. Ήταν ένα σημείο αναφοράς για μια γενιά. Ένα «ήμουν κι εγώ εκεί», ακόμα κι αν δεν βρέθηκα ποτέ στο Ντα Λουζ. Ήμουν εκεί, στο χωριό, στην εθνική, στις αγκαλιές, στα δάκρυα, στη σημαία που ανέμιζε.

Εκείνη τη μέρα η Ελλάδα δεν νίκησε απλώς. Πήρε πίσω το δικαίωμα να ονειρεύεται. Και εμείς, όσοι μεγαλώσαμε με εκείνη τη νύχτα μέσα μας, μάθαμε τι σημαίνει να χτυπάει η καρδιά σου με κάθε πάσα, κάθε σουτ, κάθε γκολ. Μάθαμε ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα παιχνίδι.

Γιατί όσα χρόνια κι αν περάσουν, όποια άλλη στιγμή κι αν ζήσουμε, εκείνο το καλοκαίρι του 2004 θα είναι για πάντα δικό μας.

Η νύχτα που γίναμε βασιλιάδες.

 

 

4 Ιουλίου 2004: Η μέρα που «έμαθα» ποδόσφαιρο