Έχω δει πολλά πρωταθλήματα να ξεκινούν από συζητήσεις για μεταγραφές. Έχω δει ακόμα περισσότερα να ξεκινούν από κουβέντες για μπάτζετ, ρόστερ, φαβορί, ξένους, Έλληνες, γκαρντ, ψηλούς, βάθος πάγκου, τραυματισμούς, ισορροπίες και όλα τα γνωστά που ανοίγουν κάθε καλοκαίρι το μπασκετικό παζάρι.
Δεν θυμάμαι, όμως, πολλά πρωταθλήματα να ξεκινούν από τους προπονητές, όπως το προσεχές που θα ζήσουμε στην GBL. Όσο κοιτάζω το κάδρο της επόμενης σεζόν, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι το πιο ενδιαφέρον cast της Basket League ίσως να μη φοράει φανέλα, αλλά κοστούμι.
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας βρίσκεται ήδη στον πάγκο του Ολυμπιακού. Ο Βασίλης Σπανούλης έχει ήδη αναλάβει τον Άρη. Ο Αντρέα Τρινκιέρι σχεδιάζει ήδη τον ΠΑΟΚ. Το μόνο κομμάτι που απομένει για να ολοκληρωθεί το πιο ενδιαφέρον προπονητικό παζλ των τελευταίων πολλών ετών είναι η πιθανή επιστροφή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό.
Αν συμβεί κι αυτό, το ελληνικό μπάσκετ θα αποκτήσει -εκτός από τέσσερις μεγάλους προπονητές- τέσσερις διαφορετικές εκδοχές ηγεσίας. Τέσσερις διαφορετικές μπασκετικές σχολές, τέσσερις προσωπικότητες που από μόνες τους φτιάχνουν ιστορία, ένταση, αφήγημα και τηλεοπτικό προϊόν.
Κι όσο περισσότερο ψάχνεις για να θυμηθείς με ακρίβεια τι έχουν κερδίσει οι αφεντιές τους, τι έχουν πει, τι έχουν πει άλλοι γι’ αυτούς και πώς τους αναλύουν όσοι ασχολούνται σοβαρά με το παιχνίδι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι το θέμα δεν είναι μόνο οι φωνές, οι χειρονομίες, τα βλέμματα ή οι εκρήξεις.
Το θέμα φίλε οπαδέ (τοξικέ ή μη) είναι στο πώς πείθεις ανθρώπους να σε ακολουθήσουν. Αυτό είναι τελικά η προπονητική, μετα τα plays και τα συστήματα. Η ηγεσία είναι που μένει.
Να τους δούμε έναν-έναν; Τουλάχιστον, όπως τους έχω εγώ στο μυαλό μου;
Ο Αυτοκράτορας: Ζέλικο Ομπράντοβιτς
Οι καλοί προπονητές κερδίζουν τίτλους. Οι ηγέτες δημιουργούν εποχές και ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Οι αριθμοί του είναι σχεδόν εκτός συναγωνισμού. Εννέα κατακτήσεις Euroleague ως προπονητής: Παρτιζάν, Μπανταλόνα, Ρεάλ Μαδρίτης, Παναθηναϊκός πέντε φορές και Φενέρμπαχτσε. Στο ίδιο προφίλ καταγράφονται και τα τρία βραβεία Alexander Gomelsky Coach of the Year, το 2007, το 2011 και το 2017.
Στον Παναθηναϊκό, η ιστορία του ήταν... ιδρυτική. Πέντε ευρωπαϊκές κούπες, 11 πρωταθλήματα Ελλάδας, 7 Κύπελλα Ελλάδας. Αυτά τα τρόπαια είναι ωραία για τη βιτρίνα, αλλά είναι ακόμα πιο ωραία αν σκεφτεί κανείς ότι είναι ο λόγος που μια ολόκληρη γενιά φίλων του επτάστερου μετράει τον μπασκετικό χρόνο σε «πριν» και «μετά» Ζοτς.
Αλλά το πιο ενδιαφέρον με τον Ομπράντοβιτς είναι πώς πρόκειται για έναν άνθρωπο που η κάμερα τον έχει καταγράψει σε αμέτρητες εκρήξεις, έναν προπονητή που μπορεί να κοιτάξει έναν παίκτη και να τον κάνει να αναθεωρήσει όλη την κατοχή που μόλις έπαιξε, διότι έχει χτίσει την καριέρα του πάνω σε κάτι που ακούγεται σχεδόν αντίθετο, τη σχέση.
Ο ίδιος έχει μεταφέρει δημόσια τη φράση του Ρικ Καρλάιλ ότι στο ΝΒΑ «το 80% της προπονητικής είναι οι σχέσεις με τους παίκτες και το 20% το μπάσκετ». Δεν έχει σημασία αν συμφωνεί κανείς απόλυτα με το ποσοστό. Σημασία έχει ότι ο Ζοτς, ο κατεξοχήν προπονητής της απαίτησης, το χρησιμοποιεί για να εξηγήσει την προπονητική.
Αυτό είναι το κλειδί. Ο κόσμος τον βλέπει να φωνάζει και οι παίκτες του ξέρουν τι υπάρχει πριν και μετά τη φωνή.
Ο Δημήτρης Διαμαντίδης, που δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος της υπερβολής και της... λογοδιάρροιας, έχει μιλήσει για τον σεβασμό και την αγάπη που προκαλεί ο Σέρβος. Σε αναφορά του δε, για όσα έγιναν μετά την αποχώρηση του Ομπράντοβιτς από την Παρτιζάν, είπε ότι είναι «ο μόνος» που μπορεί να πετύχει τέτοια αγάπη και αποδοχή. Αυτό λέει περισσότερα από οποιονδήποτε αριθμό και ο λόγος είναι ότι πολλοί παίκτες μπορεί να φοβήθηκαν τον Ομπράντοβιτς, αλλά κανένας δεν τον ξέχασε. Και οι περισσότεροι, ακόμη κι όταν θυμούνται τις πιο σκληρές στιγμές, επιστρέφουν στον ίδιο πυρήνα. Οτι δηλαδή τους έκανε καλύτερους και τους έμαθε να σκέφτονται.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η δική του θέση σε αυτό το υποθετικό «The Coaches» είναι ο Αυτοκράτορας. Ο άνθρωπος που μπαίνει σε ένα δωμάτιο και αλλάζει τη θερμοκρασία του.
Μπασκετικά, ο κορυφαίος βάσει τίτλων δεν υπήρξε ποτέ προπονητής ενός μόνο συστήματος. Άλλο ο Παναθηναϊκός με Διαμαντίδη και Μπατίστ. Άλλο Φενέρ με Ντε Κολό και Βέσελι. Άλλη λογική με Σπανούλη, άλλη με Μποντιρόγκα, άλλη με παίκτες διαφορετικών εποχών και χαρακτηριστικών. Αυτό ήταν πάντα το μεγάλο του προσόν, δεν προσπαθούσε ντε και σωνει να βάλει τους παίκτες στο καλούπι του, προσπαθούσε να βρει πώς το καλούπι θα υπηρετήσει τους παίκτες που είχε.
Εδώ αρχίζει να βγαίνει η πρώτη μεγάλη αντίθεση του άρθρου. Ο 66χρονος κόουτς εκτός από άνθρωπος των τίτλων, έχει αποδείξει πως είναι ο άνθρωπος της επιρροής.
Ο Αρχιτέκτονας: Γιώργος Μπαρτζώκας
Αν ο Ομπράντοβιτς δημιούργησε σχολή ανθρώπων, ο Γιώργος Μπαρτζώκας, για να είμαστε τίμιοι, δημιούργησε σχολή μπάσκετ.
Ο «σκακιστής» δεν είναι ο ήρεμος φιλόσοφος που κάθεται στον πάγκο και παρατηρεί το ματς σαν καθηγητής αστρονομίας. Ο άνθρωπος ανεβαίνει στα κάγκελα, τσακώνεται, διαμαρτύρεται, βράζει. Μπορεί να δείχνει έτοιμος να μπει ο ίδιος μέσα στην κατοχή και να βάλει το σώμα του μπροστά σε ένα σκριν που δεν έγινε σωστά.
Αν γράψεις ότι δεν είναι νευρικός, γράφεις ψέμα. Αν γράψεις όμως ότι είναι μόνο νευρικός, γράφεις μισή αλήθεια. Και οι μισές αλήθειες στα μπασκετικά κείμενα είναι σαν κακή άμυνα στην αδύνατη πλευρά που θα φας το τρίποντο και δεν το θέλουμε αυτό.
Ο coach Μπαρτζώκας έχει κάτι που δεν το έχουν πολλοί Ευρωπαίοι προπονητές της εποχής και αυτό, για όσους μπορούν να δουν πέρα από χρώματα, είναι μπασκετική υπογραφή. Με ονοματεπώνυμο.
Πρωταθλητής Ευρώπης το 2013 με τον Ολυμπιακό, ξανά πρωταθλητής το 2026 με τον Ολυμπιακό, τρεις φορές Coach of the Year, το 2013, το 2022 και το 2023 και με ελληνικούς τίτλους στην πιο πρόσφατη περίοδο του Ολυμπιακού (2022, 2023, 2025, 2026).
Το βραβείο Coach of the Year δύο συνεχόμενες σεζόν δεν είναι λεπτομέρεια. Σημαίνει με απλά λόγια ότι η δουλειά του αναγνωρίστηκε από ολόκληρο το οικοσύστημα της EuroLeague.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι πώς τον αναλύουν στο εξωτερικό. Σε τακτικές αναλύσεις για τον Ολυμπιακό του Μπαρτζώκα, οι λέξεις που επανέρχονται είναι spacing, ball movement, motion offense, κοψίματα, πάσα, συνεργασία, ρόλοι, δομή. Το Clutch Data, σε ανάλυση για την επίθεση του Ολυμπιακού, στέκεται ακριβώς στη φιλοσοφία της συνεχούς κίνησης και της δημιουργίας πλεονεκτήματος μέσα από τη συνεργασία.
Είναι από εκείνους που δεν αγαπά το στατικό μπάσκετ. Δεν θέλει τέσσερις να κοιτάζουν και έναν να αποφασίζει, θέλει η μπάλα να κινείται, οι παίκτες να μετακινούνται, οι άμυνες να αλλάζουν πλευρά, τα κορμιά να κουράζονται, οι γωνίες να ανοίγουν. Θέλει το καλό σουτ να γίνει καλύτερο σουτ περισσότερο με επανάληψη σωστών αποφάσεων, παρά μετά από κάποια έμπνευση.
Εξ ου και ο χαρακτηρισμός «σκακιστής» που του έχουν δώσει πολλοί φίλοι του Ολυμπιακού έχει βάση, αλλά δεν τον καλύπτει -θεωρώ- πλήρως. Ο λόγος; Ο σκακιστής σκέφτεται κινήσεις. Ο Μπαρτζώκας χτίζει περιβάλλον και γι' αυτό στη... σειρά doc του κεφαλιού μου πήρε το ρόλο του ως «Αρχιτέκτονας».
Ο Killer: Βασίλης Σπανούλης
Ο kill Bill είναι η πιο ιδιαίτερη περίπτωση του... καστ. Οι συμπρωταγωνιστές του έγιναν θρύλοι ως προπονητές, την ώρα που εκείνος μπήκε στην ιστορία των πάγκων κουβαλώντας ήδη έναν τεράστιο μύθο από το παρκέ.
Τρεις EuroLeague ως παίκτης, μία με τον Παναθηναϊκό το 2009 και δύο με τον Ολυμπιακό το 2012 και το 2013, τρία Final Four MVP, EuroLeague MVP το 2012-13, παρουσία στην All-25 EuroLeague Team και στην ομάδα της δεκαετίας 2010-20.
Σε αφιέρωμα της EuroLeague ως Final Four club legend, τονίζεται ότι ολοκλήρωσε την καριέρα του ως πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στη διοργάνωση με 4.455 πόντους και ως ο μόνος παίκτης με πάνω από 4.000 πόντους και 1.500 ασίστ.
Αυτά είναι τα επίσημα στοιχεία. Μόνο που η ιστορία του Σπανούλη δεν είναι στα στοιχεία, είναι στο ότι ο Λαρισαίος ήταν ο παίκτης της τελευταίας απόφασης, που δεν φοβόταν τη μπάλα όταν τα... σπυριά της ζύγιζαν περισσότερο από ολάκερο το γήπεδο. Ο παίκτης που μπορούσε να έχει χάσει δέκα σουτ και να πάρει το ενδέκατο σαν να ήταν το πρώτο.
Αυτό μεταφέρεται στην προπονητική; Ακόμα το έργο είναι... στα γυρίσματα. Ο V-Span δεν προσπαθεί να γίνει ένας μικρός ή ένας νέος Ομπράντοβιτς και φυσικά ούτε ένας πιο νέος Μπαρτζώκας. Αυτό που προσπαθεί είναι να μετατρέψει τη δική του μπασκετική εμπειρία σε προπονητική γλώσσα.
Ο ίδιος, άλλωστε, έχει εξηγήσει πολύ καθαρά τη διαφορά. Ως παίκτης έχεις την μπάλα και αποφασίζεις, ως προπονητής πρέπει να εμπνεύσεις και να προετοιμάσεις τους παίκτες ώστε να πάρουν εκείνοι τις σωστές αποφάσεις. Αυτό (θεωρεί ότι) είναι το πέρασμα από το παρκέ στον πάγκο και δεν είναι εύκολο.
Ο Σπανούλης φαίνεται να καταλαβαίνει ότι δεν γίνεται να ζητήσει από όλους να είναι... Σπανούλης, Μπορεί όμως να τους ζητήσει να δουλέψουν, να αποφασίσουν, να αναλάβουν ευθύνη και κυρίβς να μη φοβηθούν.
Εδώ μπαίνει και η πιο δυνατή μαρτυρία που έχουμε για εκείνον. Ο Βασίλης Τολιόπουλος έχει πει ότι ο Σπανούλης τον δίδαξε να γίνει καλύτερος ηγέτης. Όχι καλύτερος σουτέρ. Όχι καλύτερος χειριστής. Όχι καλύτερος σκόρερ. Καλύτερος ηγέτης. Σκεφτείτε πόση σημασία έχει αυτό.
Ο προπονητής του Άρη είναι ο πιο «κυριλέ» του καστ με την έννοια ότι δεν «πουλάει» τόσο την έκρηξη. Δεν έχει το θεατρικό βάρος του Τρινκιέρι, ούτε τον ηφαιστειακό πάγκο του Μπαρτζώκα, ούτε την αυτοκρατορική αύρα του Ομπράντοβιτς.
Έχει, όμως, κάτι άλλο, το βλέμμα του ανθρώπου που έχει υπάρξει μέσα στη φωτιά και δεν χρειάζεται να σου εξηγήσει πώς καίει.
Στη Μονακό έφτασε μέχρι τον τελικό της EuroLeague το 2025, στην πρώτη του μεγάλη ευρωπαϊκή περιπέτεια ως head coach σε αυτό το επίπεδο, με την El País να περιγράφει εκείνη τη διαδρομή ως μέρος μιας ιστορίας δύο θρύλων, του Σπανούλη και του Γιασικεβίτσιους, που προσπάθησαν να γράψουν ιστορία πλέον από τους πάγκους.
Τώρα στον Άρη, η πρόκληση είναι διαφορετική, όντας ένας οργανισμός με ιστορία και πίεση, και μια πόλη που έχει ζήσει πολύ μπάσκετ.
Ο Performer: Αντρέα Τρινκιέρι
Ο Αντρέα Τρινκιέρι είναι ο πιο εύκολος από τους τέσσερις να παρεξηγηθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να δώσει συνέντευξη Τύπου και να σου αφήσει τίτλο, υπότιτλο, λεζάντα και story για Instagram πριν προλάβεις να καταγράψεις τίποτα. Δεν είναι τυχαίο ότι το Eurohoops τον έχει παρουσιάσει ως «quote machine», συγκεντρώνοντας ατάκες του που δείχνουν ακριβώς αυτή την ικανότητα να μετατρέπει μια συνέντευξη σε μικρή παράσταση.
Αλλά αν μείνεις εκεί, τον αδικείς. Ο Ιταλός, εκτός από καλός στα μικρόφωνα, είναι ένας προπονητής με βαθιά ευρωπαϊκή διαδρομή, τίτλους και προπονητικό αποτύπωμα. EuroCup Coach of the Year το 2014, τρία πρωταθλήματα Γερμανίας, τίτλο Λιθουανίας με τη Ζαλγκίρις το 2025, Κύπελλα σε Γερμανία και άλλα πολλά.
Ο 57χρονος επιστρατεύει συχνά-πυκνά την επικοινωνία. Μεγάλος μάστορας σε αυτό. Σε μεγάλη προπονητική συζήτηση γύρω από εκείνον, τα βασικά θέματα δεν είναι μόνο τα pick and roll, οι άμυνες ή τα plays. Είναι η σύγκρουση και η επικοινωνία που είπαμε λίγες λέξεις παραπάνω.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την ανάλυσή μα διότι ο νέος τεχνικός του ΠΑΟΚ είναι ο μόνος από τους τέσσερις που μοιάζει να λέει τόσο ανοιχτά ότι η σύγκρουση δεν είναι πάντα πρόβλημα, αλλά ότι μπορεί κάλιστα να αποτελέσει εργαλείο. Προσοχή, δε μιλάμε για φθηνή σύγκρουση ώστε να δημιουργηθεί θόρυβος. Αλλά για σύγκρουση που βάζει τους ανθρώπους απέναντι στην ευθύνη τους.
Γι’ αυτό και τον λέω Performer με προσοχή. Όχι επειδή παίζει θέατρο, αλλά επειδή καταλαβαίνει τη σκηνή και επειδή, πρωτίστως, αντιλαμβάνεται ότι ο προπονητής δεν μιλά μόνο στους παίκτες. Μιλά και στον οργανισμό, στον κόσμο, στα αποδυτήρια, στους δημοσιογράφους, στους χορηγούς, σε όσους παρακολουθούν.
Στον ΠΑΟΚ αυτό ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, επειδή πήρε έναν άνθρωπο που μπορεί να βοηθήσει την ομάδα να ξαναμιλήσει για τον εαυτό της με φιλοδοξία.
Τέσσερις διαφορετικοί τρόποι να κερδίζεις
Που καταλήγουμε, αν καταλήγουμε; Στο ότι ο Ομπράντοβιτς πείθει με κύρος, σχέση και γνώση. Είναι ο προπονητής που μπορεί να σε διαλύσει σε ένα τάιμ άουτ και μετά να σε κάνει να νιώσεις ότι το έκανε επειδή πιστεύει πως μπορείς να γίνεις καλύτερος.
Ο Μπαρτζώκας πείθει με δομή. Σου δίνει ρόλο, σου δίνει χώρο. Σου υπόσχεται ότι αν υπηρετήσεις το σύστημα, το σύστημα θα σε υπηρετήσει πίσω.
Ο Σπανούλης έχει ζήσει την πίεση και δεν χρειάζεται να δώσει διάλεξη για μεγάλα σουτ. Τα έχει πάρει. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε προπονητική διάρκεια. Τα πρώτα δείγματα λένε ότι δεν πουλάει παραμύθι.
Ο Τρινκιέρι πείθει με επικοινωνία και πρόκληση. Μπορεί να σε τραβήξει, να σε πιέσει, να σε εκθέσει, να σε κάνει να γελάσεις, να σε βάλει να σκεφτείς. Και ίσως αυτό να χρειάζεται ένα project όπως ο ΠΑΟΚ, αφήγηση.
Γιατί αυτή η τετράδα είναι τηλεοπτικό προϊόν
Το «τηλεοπτικό προϊόν» δεν το λέω υποτιμητικά. Το λέω κυριολεκτικά.
Το σύγχρονο μπάσκετ πουλάει αποτέλεσμα, αλλά πουλάει και ιστορίες. Χαρακτήρες, εντάσεις, πρόσωπα που μπορείς να παρακολουθήσεις ακόμα κι όταν η μπάλα δεν είναι στα χέρια τους.
Αν, λοιπόν, ολοκληρωθεί και το κομμάτι Ομπράντοβιτς, θα έχουμε να περιμένουμε κάτι σπάνιο.
Εκτός από Παναθηναϊκός εναντίον Ολυμπιακού, θα έχουμε να ζήσουμε Ομπράντοβιτς απέναντι στον Μπαρτζώκα.
Δεν θα έχει Άρη και ΠΑΟΚ. Θα έχει και Σπανούλη κόντρα στον Τρινκιέρι σε δύο πάγκους με την ιστορία που θυμόμαστε.
Θα έχει cast: Ο Αυτοκράτορας, ο Αρχιτέκτονας, ο Killer, ο Performer.
Ακούγεται σαν σειρά, αλλά είναι μπάσκετ. Ποιος θα κερδίσει; Μάλλον ένα από τους δύ πρώτους για να μην κοροϊδευόμαστε. Κι απ' αυτούς τους δύο, θα κερδίσει όποιος πείσει καλύτερα τους παίκτες του να ακολουθήσουν.
Αυτό είναι το έργο. Λίγο πιο πίσω από τη γραμμή του παρκέ, στους πάγκους.