Η «πράσινη» νύχτα του Βερολίνου σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια (26/5/2024) δεν ήταν απλώς μια βραδιά τελικού, ούτε «ακόμα μία κούπα». Δεν ήταν μονάχα ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο που μπήκε στη βιτρίνα του Παναθηναϊκού Aktor, αλλά η στιγμή που ο «γίγαντας» γύρισε από το... πουθενά (17η θέση την προηγούμενη σεζόν), κοίταξε στα μάτια ολόκληρη την Ευρώπη και την ανάγκασε να υποκλιθεί.
Ο ορισμός του «μάγκικου». Του «σπαθένιου».
Μια ομάδα χτισμένη μέσα στην αμφισβήτηση, τις ειρωνείες για τον προπονητή και τον αρχηγό της, τις ατάκες του στιλ «θέλει χρόνια». Στα «δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη». Και όμως έγινε. Με τρόπο εκκωφαντικό. Με τρόπο που έμοιαζε γραμμένος από σεναριογράφο που δεν φοβήθηκε να το παρακάνει.
Γιατί ποιος θα το πίστευε στα αλήθεια;
Ο Παναθηναϊκός, λίγους μήνες μετά τη χειρότερη ευρωπαϊκή σεζόν της σύγχρονης ιστορίας του, πήγε στο Final Four και διέλυσε τους πάντες. Με μπασκετάρα, με παίκτες πρωταγωνιστές, με πλάνο και με μια... λαοθάλασσα να πανηγυρίζει στο Βερολίνο.
Πρώτα τη Φενέρμπαχτσε στον ημιτελικό με 16π. διαφορά (73-57), με μπασκετικό τσαμπουκά και άμυνα που «τσάκισε κόκαλα». Με προσωπικότητα μεγάλης ομάδας. Ο ημιτελικός ήταν η πρώτη δήλωση, η στιγμή που οι «πράσινοι» έδειξαν ότι δεν πήγαν στο Βερολίνο για συμμετοχή. Πήγαν για να πάρουν αυτό που πίστευαν πως τους ανήκει.
Στον τελικό ο Κώστας Σλούκας έπαιζε σαν άνθρωπος που είχε προσωπική αποστολή. Κάθε κατοχή είχε leadership. Κάθε απόφαση είχε καθαρό μυαλό. Κάθε βλέμμα έβγαζε τη βεβαιότητα πως «δεν χάνεται αυτό». Ο αρχηγός του Παναθηναϊκού δεν κουβάλησε την πίστη ολόκληρου οργανισμού.
Και δίπλα του; Μια ομαδάρα.
Ο Κέντρικ Ναν ήρθε από το NBA και έμοιαζε λες και γεννήθηκε για τέτοιες βραδιές. Έβαζε καλάθια που «διέλυσαν» τη ψυχολογία των Μαδριλένων. Έπαιζε με θράσος, με ένστικτο, με εκείνη την καλώς εννοούμενη αλαζονεία που χρειάζονται οι πρωταθλητές. Ο Ματίας Λεσόρ ήταν κτήνος. Έπεφτε πάνω σε κάθε φάση σαν να ήταν η τελευταία της ζωής του. Έβγαζε ενέργεια που παρέσερνε τους πάντες. Ο Τζέριαν Γκραντ έκανε τη «βρώμικη δουλειά» αθόρυβα και τέλεια. Ο Χουάντσο έμοιαζε να βρίσκεται παντού. Ο Μήτογλου έβαλε μεγάλα σουτ.
Όλα αυτά υπό το βλέμμα και την καθοδήγηση του κόουτς Αταμάν. Ο άνθρωπος που μπήκε στον Παναθηναϊκό με το γνωστό του ύφος και είπε χωρίς φόβο ότι ήρθε για να πάρει την Euroleague. Τον είπαν υπερβολικό και προκλητικό. Εκείνος χαμογελούσε, γιατί ήξερε. Γνώριζε πως οι μεγάλες ομάδες δεν χτίζονται με φόβο, αλλά με προσωπικότητα.
Ο τελικός απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης έμοιαζε με το απόλυτο τεστ. Η πρωταθλήτρια Ευρώπης, ερχόμενη με... γκάζια από το Κάουνας μετά τη νίκη επί του Ολυμπιακού. Η πιο βαθιά ομάδα. Η πιο έμπειρη. Η «βασίλισσα». Ωστόσο, ο Παναθηναϊκός την έκανε να μοιάζει μικρή.
Δεκαπέντε πόντοι διαφοράς, τελικό σκορ 95-80. Σε τελικό Euroleague απέναντι στη Ρεάλ. Την πλήρη ομάδα του Τσους Ματέο, που είχε ακόμα στο ρόστερ της τον Γκερσόν Γιαμπουσέλε, τον Ρούντι Φερνάντεθ, τον Σέρχιο Ροντρίγκεθ, τον Ντζάναν Μούσα, τον Βενσάν Πουαριέ και τον Φαμπιέν Κοζέρ, αλλά και τον Έντι Ταβάρες «ετοιμοπόλεμο» να αγωνίζεται για 21' στον τελικό.
Ο Παναθηναϊκός έπαιξε σαν να ήθελε να μην αφήσει ούτε μισή αμφιβολία. Σαν να ήθελε να ουρλιάξει σε όλη την Ευρώπη ότι ο θρόνος άλλαξε χέρια.
Η εικόνα του δεύτερου ημιχρόνου ήταν η πλέον ενδεικτική. Οι παίκτες της Ρεάλ... χαμένοι. Το «τριφύλλι» να παίζει με ορμή, με αυτοπεποίθηση, με ψυχή που ξεχείλιζε από κάθε κατοχή. Το ΟΑΚΑ βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά έμοιαζε σαν να είχε μεταφερθεί ολόκληρο μέσα στην Uber Arena.
Κάθε καλάθι του Ναν ήταν ένα «χτύπημα» στη «βασίλισσα». Κάθε φάση του Λεσόρ ηλεκτροσόκ. Κάθε μεγάλο σουτ του Σλούκα ένα... μάθημα μπάσκετ. Και όταν η διαφορά άνοιξε, όταν όλοι κατάλαβαν ότι δεν γυρίζει, τότε άρχισε κάτι μεγαλύτερο από πανηγυρισμός.
Άρχισε η καθολική παραδοχή. Η Ευρώπη υποκλίθηκε. Χωρίς «ναι μεν, αλλά». Χωρίς διαιτητικές υπόνοιες.
Υποκλίθηκε στην επιστροφή ενός γίγαντα, σε μια ομάδα που μέσα σε λίγους μήνες πέρασε από την 17η θέση στην κορυφή. Υποκλίθηκε σε παίκτες που δεν λύγισαν ποτέ. Σε έναν προπονητή που πίστεψε από την πρώτη μέρα και σε έναν οργανισμό που ξαναβρήκε την ταυτότητά του.
Δεν ήταν απλώς επιτυχία το 7ο ευρωπαϊκό στο Βερολίνο, αλλά μια μπασκετική λύτρωση για το οικοδόμημα του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.
Και ίσως γι’ αυτό εκείνη η εικόνα του Σλούκα με το τρόπαιο στα χέρια να έμοιαζε τόσο αληθινή. Ούτε ψεύτικη ούτε με έναν ενθουσιασμό που κρύβει μέσα του ερωτηματικά και σκέψεις. Ήταν το βλέμμα ενός ανθρώπου που ήξερε τι πέρασε για να φτάσει εκεί, η δικαίωση όσων πίστεψαν όταν οι περισσότεροι γελούσαν.
Αυτή η ομάδα κατέκτησε τον σεβασμό ολόκληρης της μπασκετικής Ευρώπης.
Και τελικά, όπως έλεγε και ο Σλούκας: «Έχετε δει πιο ωραία ιστορία;».