Θα μπορούσε να είναι και αρχή ανέκδοτου: Ήταν ένας Σουηδός, ένας Ουκρανός κι ένας Δομηνικανός… και μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα κατακτήσει τον τίτλο του κορυφαίου παίκτη στο αμερικανικό κολεγιακό πρωτάθλημα! Αυτό παρακολουθήσαμε τα ξημερώματα στο αχανές γήπεδο (χωρητικότητας 69.000 θεατών!) της Ιντιάνα, στον τελικό του NCAA μεταξύ του Μίσιγκαν και του Κονέκτικατ. Οι δύο ομάδες που μονομάχησαν για τον τίτλο της καλύτερης της σεζόν είχαν για μπροστάρηδες, για καλύτερους παίκτες, παιδιά που έχουν και διεθνές background, εκτός από αμερικανικό.
Το ανέκδοτο του προλόγου δεν λέει όλη την αλήθεια. Ο «Σουηδός» Έλιοτ Καντό του Μίσιγκαν, ο οποίος πήρε και τον τίτλο του καλύτερου παίκτη του Final Four, γεννήθηκε στο Μπρούκλιν και εκπροσωπεί τη Σουηδία επειδή έχει καταγωγή από τη μητέρα του.
Ο κυριότερος αντίπαλός του, ο Άλεξ Κάραμπαν του Κονέκτικατ, ήδη δύο φορές εστεμμένος πρωταθλητής (2023, 2024) με το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ, αλλά με καταγωγή από τη Λευκορωσία και την Ουκρανία και συζητάει ζωηρά το ενδεχόμενο να εκπροσωπήσει την Ουκρανία για να πάρει γεύση εθνικής ομάδας.
Όσο για τον Δομηνικανό, αυτός δεν είναι άλλος από τον Γιάξελ Λέντεμποργκ, δεύτερο σκόρερ του Μίσιγκαν στον τελικό, ο οποίος γεννήθηκε στο Πουέρτο Ρίκο από πατέρα Δομηνικανό και μάνα από το Τρίνινταντ-Τομπάγκο κι έχει εκπροσωπήσει τη Δομηνικανή Δημοκρατία σε επίπεδο ανδρών, αν και μόνο σε φιλικό ματς, όχι επίσημο.
Η έντονη παρουσία «ξένων» παικτών στο κολεγιακό πρωτάθλημα των ΗΠΑ, ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο, ασφαλώς δεν είναι κάτι καινούργιο. Μόλις πριν από τρία χρόνια ο τίτλος του καλύτερου παίκτη του Final Four πήγε στον Αντάμα Σανόγκο του Κονέκτικατ, ένα παιδί από το Μάλι που τώρα βγάζει το ψωμί του στη Χάποελ Χολόν του Ισραήλ.
Ακόμα και στις φετινές ομάδες, το Μίσιγκαν παρουσίασε στη θέση του σέντερ ένα ακραιφνώς «ξένο» δίδυμο, τον Ισπανό γίγαντα των 2μ.19 Αντάι Μάρα και τον 2μ.17 Γερμανό Μαλίκ Κορντέλ. Το Κονέκτικατ είχε στη σύνθεσή του μια πεντάδα ξένων, δύο από τη Γερμανία, έναν από τη Σερβία, έναν Τούρκο (με καταγωγή από το Κόσοβο) κι έναν Αυστραλό.
Παρατηρείται, όμως, το φαινόμενο εκτός από τους «ξένους» παίκτες, αυτούς που έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα, έμαθαν το μπάσκετ αλλού και μπήκαν στον χώρο του κολεγιακού μπάσκετ μέσω μιας αθλητικής υποτροφίας (η οποία τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται κι από ένα πολύ σημαντικό χρηματικό ποσό) ολοένα και περισσότεροι παίκτες να ψάχνουν τις εκτός ΗΠΑ ρίζες τους για να παίξουν με μια εθνική ομάδα. Το γνωρίζουν ότι για να αγωνιστούν με την εθνική των ΗΠΑ σε μια μεγάλη διοργάνωση πρέπει να είναι επιπέδου τοπ κλάσης στο ΝΒΑ, κάτι που συμβαίνει με ελάχιστους προφανώς.
Πολλές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής έχουν ανοιχτά τα μάτια τους για τέτοιες περιπτώσεις. Οι Σουηδοί π.χ. «τσέκαραν» τον Καντό τυχαία, όταν έπαιξε με το γυμνάσιό του ένα τουρνουά στη Σουηδία, και τους είπε ότι η μητέρα του είναι Σουηδέζα (κι ο πατέρας του από την Αϊτή). Αμέσως κινητοποιήθηκαν, του έδωσαν διαβατήριο από νωρίς, τον έβαλαν να παίξει στις «μικρές» εθνικές ομάδες, άρα για τη FIBA δεν λογίζεται ως νατουραλιζέ, αλλά σαν γηγενής.
Έκτοτε οι Σουηδοί έχουν «μεταφέρει» στις μικρές τους εθνικές ομάδες τουλάχιστον πέντε τέτοια παιδιά και συνεχώς ψάχνουν, αλλά σε ηλικίες πολύ μικρότερες των κολεγίων. Διότι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αν κάποιος αποκτήσει το διαβατήριο μιας χώρας μετά τα 18 του λογίζεται νατουραλιζέ, ακόμα κι αν και οι δύο γονείς του προέρχονται από τη χώρα.
Κάπως έτσι το ελληνικό μπάσκετ «χάνει» τον Τζον Πουλακίδα, το παιδί που γράφει συμμετοχές στο ΝΒΑ, αλλά στην εθνική ομάδα θα καταλάβει θέση νατουραλιζέ, αν και αποδεδειγμένα ελληνικής καταγωγής και από τους δύο γονείς του.
Στα 362 πανεπιστήμια και κολέγια που συγκροτούν την 1η κατηγορία του NCAA στο μπάσκετ συμμετείχαν ακριβώς 1.168 παίκτες που έχουν γεννηθεί εκτός ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον άλλοι τόσοι έχουν μεν γεννηθεί στις ΗΠΑ, αλλά αν το έψαχναν θα ανακάλυπταν μια άμεση ρίζα (ούτε καν δεύτερης γενιάς) με κάποια άλλη χώρα της Ευρώπης, της Αμερικής ή της Αφρικής. Αυτή η δεξαμενή των περίπου 2.000 παικτών, που μπορούν να παίξουν ρόλο στο παγκόσμιο μπάσκετ και σε επίπεδο εθνικών ομάδων, μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις στο μέλλον. Και το φαινόμενο αυτό, όπως δείχνει το φετινό Final Four, ολοένα και εξελίσσεται.