MENU

…έκανε ένα βήμα. Κι ένα δεύτερο. Έπειτα, έστρεψε το βλέμμα στην τεράστια μαρκίζα και τα μάτια του έλαμψαν σα να τον είχε ξανά μπροστά του, ολοζώντανο με τον πλήρη «εξοπλισμό» του: το 24 στην πλάτη, το μανίκι στο δεξί χέρι, να δαγκώνει τη φανέλα λίγο πριν χαμηλώσει τα γόνατα και επιτεθεί στο ανυποψίαστο μπασκετικό του θύμα. 

Ο άντρας με παρουσιαστικό εφήβου και καρδιά εγκλωβισμένη στο δημοτικό το εξέλαβε ως σημάδι: θα κέρδιζε τον διαγωνισμό αφήγησης για τον οποίον είχε οδηγήσει από την άλλη πλευρά της πόλης έως εδώ, στο κέντρο του Λ.Α. Μόλις έμπαινε σε Black Mamba mode, οι υπόλοιποι δε θα είχαν τύχη. 

Και, μεταξύ μας, πώς να έχουν; Η πρώτη διαγωνιζόμενη είπε την πιο βαρετή ιστορία από καταβολής κόσμου, με αποτέλεσμα οι κριτές να μεταμορφωθούν σε επικριτές και να της ζητήσουν ευγενικά να φύγει. Ακολούθησαν δύο τύποι που έριξαν τους πάντες αναίσθητους (κυριολεκτικά: όλοι στο ακροατήριο αποκοιμήθηκαν), και στο τέλος μια κοπέλα που έμοιαζε να έχει πάρει τον όρκο της σιωπής, καθώς έλεγε τρεις λέξεις ανά ώρα. 

Ύστερα, έφτασε η σειρά του: ανέβηκε με θάρρος στη σκηνή του Staples, άφησε λίγο το φως των προβολέων να χαϊδέψει το πρόσωπό του, καθάρισε τον λαιμό του για να μη φαλκιδεύσει ο ίδιος τις ελπίδες του και τότε, εν μέσω πλήρους ησυχίας, μίλησε: 

«Ήταν καταπληκτικός. Αλήθεια σας το λέω: ήταν.

Από τότε που μπήκε στη λίγκα, στα όρια της ενηλικίωσης, έκανε πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, τα είχαμε ξαναδεί από Εκείνον- τον Μάικλ.

Εδώ, όμως, δεν είχαμε να κάνουμε με το αέρινο, θεόσταλτο ταλέντο του τύπου στο Σικάγο. Είχαμε να κάνουμε με τον πιο σκληρό καργιόλη που αντίκρισε ποτέ ο μπασκετικός πλανήτης. Έναν παίκτη που δούλεψε, ίδρωσε, μάτωσε, βρήκε τα όριά του και τα ξεχείλωσε όπως ουδείς μπορούσε να προβλέψει όταν τον έβλεπε για πρώτη φορά με το άφρο μαλλί και το 8 στη μοβ/κίτρινη φανέλα. 

Ζητώ για λίγο, μόνο, την προσοχή σας. Κοιτάξτε τις εικόνες: το footwork του, τα fade-away σουτ του από μέση και μακρινή απόσταση, τα εκκωφαντικά καρφώματα, τα buzzer-beaters, τα νικητήρια καλάθια. 

Ήταν απίστευτος.

Αν είστε λάτρεις της λάμψης, ιδού: ένα πρωτάθλημα με τον ασταμάτητο Σακ, δεύτερο, τρίτο. Έπειτα, μετά το 2004, χωρισμός. Μία δύσκολη περίοδος, ο Πάου στο πλευρό του, τέταρτο δαχτυλίδι, πέμπτο- ένα για κάθε δάχτυλο του κατακερματισμένου δεξιού του χεριού. Διάολε, ο τύπος κατάφερε να «βάλει» στη θέση του τον δείκτη του μεσούσης μιας αναμέτρησης και να συνεχίσει σα να μη συνέβαινε τίποτα. 

Ήταν φοβερός, το εννοώ. 

Ξέρω τι σκέφτεστε: και τα χρόνια της αγωνιστικής πτώσης; Αχίλλειος, ώμος, γόνατο, αστράγαλος; Μήπως έχετε ένα νηπενθές τραγούδι έτοιμο; Αν όχι, μπορώ και α καπέλα, δεν πειράζει: 60 πόντοι στο ακροτελεύτιο ματς της καριέρας του. Μια πρωτοφανής επικράτηση της θέλησης έναντι της σάρκας, της καρδιάς εις βάρος του χρόνου. Ένα κουφάρι, στην πραγματικότητα, που πίεζε και πίεζε και πίεζε, μέχρι που δεν έμεινε πια καθόλου αίμα στο αγωνιστικό του ρεζερβουάρ. 

Έπειτα, μια ζωογόνος τελετή απόσυρσης της φανέλας: και το 8 και το 24 στον ουρανό, μια καθολική αποθέωση, ένας πορτοκαλί κόσμος να εκτελεί ιπποτικά μία από τις πιο ζηλευτές υποκλίσεις στα χρονικά. 

Αυλαία.

Ήταν μοναδικός, εντάξει;». 

Ο άντρας πήρε μια ανάσα. Ήταν κάθιδρος, μα δεν τον ένοιαζε: είχε κερδίσει, σωστά; Πώς θα μπορούσε να χάσει από τον οποιονδήποτε; 

Οι κριτές, όμως, ήταν συνοφρυωμένοι. Τον ρώτησαν για ποιο λόγο είχε επιλέξει την 26η Ιανουαρίου του 2026 για να πει μια τέτοια ιστορία. Μήπως είχε ξεχάσει τι έγινε πριν από 6 χρόνια, τότε που ο κόσμος σταμάτησε, έστω και για λίγο, να γυρίζει; 

Ο άντρας είπε πως δεν αντιλαμβανόταν τι του λένε. Του είπαν κάτι ακαταλαβίστικα για ελικόπτερα, συγκρούσεις και άλλα αποκρουστικά. 

«Μα», ψέλλισε, «δεν καταλαβαίνω». 

Του εξήγησαν πως η ιστορία του ήταν προβληματική. Έφταιγε, λέει, ο χρόνος ενός ρήματος. 

Ήταν

Αντί για «είναι». 

Τον αποχαιρέτησαν με μία ατάκα και ο άντρας, με παρουσιαστικό υπερήλικα και τραυματισμένη καρδιά εγκλωβισμένη στο γηροκομείο, άνοιξε την πόρτα του θεάτρου και επέστρεψε αποκαμωμένος σπίτι. 

«Στη χώρα του πόνου ο καθένας μας είναι μόνος». 

O άνθρωπος που ηττήθηκε στον διαγωνισμό αφήγησης αποφάσισε ν’ αφήσει τις εικόνες να μιλήσουν: άνοιξε την τηλεόραση και πάτησε το play.

Ο Κόμπι ευστοχούσε σ’ ένα δίποντο. Μετά κάρφωνε, έβαζε τρίποντο με ταμπλό από τα 9 μέτρα, κέρδιζε τον αγώνα για τους Λέικερς. 

Όταν όλα έγιναν παρελθόν, είπε: “Mamba out”. 

Ο άντρας αισθάνθηκε μια περίεργη ζεστασιά. 

Μα, γιατί να είμαστε μόνοι; 

 

Στη χώρα του πόνου