Κουζέλ στα τουρκικά σημαίνει «βόρειος». Η κατάληξη –ογλου είναι γνωστό ότι προσδιορίζει τον αρσενικό διάδοχο, τον γιο. Το παιδί από το βορρά, λοιπόν, ο Γιάννης Κουζέλογλου δικαιούται να λέει ότι έχει καταγράψει την πιο… αθόρυβη αξιόλογη καριέρα Έλληνα μπασκετμπολίστα τα τελευταία χρόνια. Στα 30 και κάτι χρόνια του, με όλη την ωριμότητα και την εμπειρία που έχει πια αποκομίσει από μία ντουζίνα περιόδους επαγγελματικού μπάσκετ, εντάσσεται στον Παναθηναϊκό για να του δώσει περισσότερο βάθος και… ελληνικότητα.
Αυτή η ελληνικότητα, που για άλλους είναι σαν την κότα που γεννάει χρυσά αυγά, τον ψηλό από τη Θεσσαλονίκη ουδέποτε τον απασχόλησε. Γι’ αυτό είναι και ένας από τους λίγους παίκτες σ’ αυτή την ηλικία όπου το ελληνικό διαβατήριο πληρώνεται αδρά, ο οποίος δεν είχε κανένα πρόβλημα να ξενιτευθεί, προκειμένου να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Κι όχι μία, αλλά τρεις φορές, μάλιστα την πρώτη πριν καν κλείσει τα 19 του χρόνια.
Γεννημένος την Πρωταπριλιά του 1995 στη Θεσσαλονίκη, ο Γιάννης ξεκίνησε την μπασκετική του καριέρα από τα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη. Εκεί, υπό την επίβλεψη του Μάκη Χασιώτη και την εποπτεία του Νίκου Κεραμέα, έβαλε τις βάσεις που τον μετέτρεψαν από ένα ψηλό και αδύναμο παιδί σε παίκτη επιπέδου εθνικής ομάδας.
Όσοι ασχολούνται με το μπάσκετ στις μικρές ηλικίες γνωρίζουν τη φιλολογία που έχει αναπτυχθεί για τους ψηλούς-late bloomers. Τη θεωρία, δηλαδή, που λέει ότι ο ψηλός παίκτης «ανθίζει» πιο αργά από τον κοντό και θέλει ειδική μεταχείριση για να αποδώσει στο 100%. Ο Γιάννης εξελίχθηκε στην εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ήταν ένας early bloomer, που του έλεγαν δύο και καταλάβαινε πέντε. Γι’ αυτό, άλλωστε, τον βοήθησε και το σώμα του και δεν έβαλε κιλά, αφού οι προπονητές του θεωρούσαν στα πρώτα χρόνια της μπασκετικής του ανάπτυξης ότι μπορούσε να παίξει και σμολ φόρργουορντ.
Μετά από τις διακρίσεις με την ομάδα των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη (3ος πανελλήνιος τίτλος εφήβων το 2012, πρωταθλητής σχολικού το 2013) και διαδρομή επτά χρόνων, η οποία τον έφερε σε ηλικία 15 ετών και κάτι μηνών να αγωνίζεται στην ανδρική ομάδα του συλλόγου, έγινε ένα τηλεφώνημα που φάνηκε να αλλάζει τη ζωή του.
Το καλοκαίρι του 2014 μετά από εισήγηση του Ντούσκο Βουγιόσεβιτς τον ζήτησε η Παρτίζαν Βελιγραδίου. Στην αρχή για να συμμετέχει σ’ ένα καλοκαιρινό καμπ προπονήσεων της ομάδας, αλλά στη συνέχεια και σε κανονική μεταγραφή. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου υπέγραψε συμβόλαιο τετραετές με τη σερβική ομάδα κι έγινε ο πρώτος Έλληνας που φόρεσε την ασπρόμαυρη φανέλα της. Πρόλαβε να παίξει 3 ματς με την ανδρική ομάδα της Παρτίζαν, ενώ αγωνιζόταν με την εφηβική ομάδα του συλλόγου.
Mε την επιστροφή του στην Ελλάδα ξεκίνησε και μια πορεία 11 χρόνων, με επτά διαφορετικούς σταθμούς. Σ’ αυτή την πορεία υπήρξαν δύο πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία δύσκολα τα συναντά κανείς.
Πρώτο: Σε όποια ομάδα κι αν πήγε, με όποιον προπονητή κι αν συνεργάστηκε και όποιον ρόλο κι αν είχε, άλλοτε πιο «μπροστά» στην επετηρίδα των ψηλών κι άλλοτε πιο πίσω, ο χρόνος συμμετοχής του δεν έπεσε ποτέ σε μονοψήφιο αριθμό. Αυτό σημαίνει πως όπου πήγαινε έπαιρνε κι ένα ρόλο, τον οποίο προσπαθούσε να φέρει εις πέρας.
Ούτε ο ίδιος διεκδίκησε μεγάλο αριθμό προσπαθειών, ούτε και ρόλο απόλυτου πρωταγωνιστή. Αλλά σ’ ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου οι ομάδες «επενδύουν» με κλειστά μάτια σε Αμερικανούς και δεν δίνουν χρόνο συμμετοχής σε Έλληνες, αυτός ήταν εκεί για να κάνει, τις περισσότερες φορές, αυτό που λέμε «βρώμικη δουλειά». Αυτή που πολλοί βλέπουν, αλλά λίγοι εκτιμούν.
Δεύτερο: Δύο από τις ομάδες που συνεργάστηκε τον επέλεξαν και σε μεταγενέστερο χρόνο για να γίνει μέρος του ρόστερ τους. Στο Λαύριο έπαιξε για τρεις σεζόν (2017-2020) με σταθερούς μέσους όρους κάτι λιγότερο από 20 λεπτά, κάτι περισσότερο από 5 πόντους και κάτι περισσότερο από 4,5 ριμπάουντ. Ο Χρήστος Σερέλης, που τον είχε επιλέξει και την πρώτη φορά, τον θυμήθηκε και πάλι όταν επέστρεψε στο Λαύριο τη σεζόν 2022-23, του έδωσε μεγαλύτερο ρόλο (24,1 λεπτά μέσο όρο) κι ο Γιάννης τον αντάμειψε με διψήφιο μέσο όρο πόντων (10,2) και «τίμιο» μέσο όρο ριμπάουντ (5,6).
Στην ΑΕΚ είχε δοκιμάσει για πρώτη φορά τη σεζόν 2021-22, επίσης με νούμερα πρωταγωνιστικά (23,9 λεπτά και 9,1 πόντοι, 5,9 ριμπάουντ), γι’ αυτό και στην τελευταία διετία τον… φώναξαν πάλι να γίνει βασικό στέλεχος του ροτέισιον, μιας ομάδας που, αν μη τι άλλο, έχει απαιτήσεις.
Η ευρωπαϊκή του περιπέτεια τον έβγαλε πρώτα στον γαλλικό νότο και την ιστορική Ορτέζ τη «δύσκολη» σεζόν 2020-21 (έπαιξε 13 ματς εκεί) και στο δεύτερο μισό της σεζόν 2022-23 στην ισπανική Σαν Πάμπλο Μπούργκος.
Τι καταλαβαίνει κανείς απ’ αυτό το βιογραφικό, ξέχωρα από τις ικανότητές του μέσα στο παρκέ; Ότι είναι ένας παίκτης που δεν δημιουργεί πρόβλημα. Μπαίνει στο κλίμα της ομάδας και βοηθάει, δεν γκρινιάζει, δουλεύει και προσφέρει. Επαγγελματική διάθεση και νοοτροπία.