Δεν ξέρω αν θα καταλάβουμε ποτέ την συμπεριφορά των ανθρώπων που έσπρωξαν τον Αντώνη στη θάλασσα. Προσωπικά βλέπω και ξαναβλέπω τη σκηνή και δεν μπορώ να βρω νόημα. Είναι πρακτικά αδύνατον να επεξεργαστώ όσα εξελίσσονται μπροστά στα μάτια μου (χάρη στα βίντεο που τραβήχτηκαν και απέτρεψαν πιθανή συγκάλυψη του εγκλήματος) και να καταλήξω σε κάποιο λογικοφανές συμπέρασμα. Η λέξη «απανθρωπιά» που κυκλοφόρησε πολύ ίσως και να είναι η πιο ταιριαστή διότι σε κάθε περίπτωση οι κινήσεις των κατηγορουμένων, όλο το σκηνικό, από το μοιραίο σπρώξιμο μέχρι την επακόλουθη, εκκωφαντική αδιαφορία και τον απόπλου του καραβιού, σαν να μη συνέβη τίποτα πραγματικά άξιο λόγου ή περαιτέρω καθυστέρησης, μοιάζουν μη ανθρώπινα. Κατασκευασμένοι από Chat GPT να ήταν οι εργαζόμενοι, περισσότερο συναίσθημα θα έδειχναν.
Τη συγκεκριμένη συμπεριφορά λοιπόν, όπως ανέφερα ήδη, δεν μπορώ να την επεξεργαστώ, Είναι μάλλον εκτός των αντιληπτικών μου εργαλείων. Σε πολλές άλλες, φριχτές περιπτώσεις καταφέρνω να δω πίσω από το γεγονός. Όχι να το δικαιολογήσω. Αλλά να «δω». Να βρω το ελατήριο, την αφετηρία ή έστω την αφορμή. Στην προκειμένη περίπτωση δυσκολεύομαι πολύ.
Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη όλων μας να τοποθετήσουμε το περιστατικό σε ένα γενικότερο μοτίβο ξεπεσμού ή και εκφασισμού της κοινωνίας μας. Το έκανα κι εγώ και θεωρώ πώς είναι μια προσέγγιση που έχει και ουσία και βάση. Η συζήτηση «τι μας έχει συμβεί και γίναμε έτσι» μπορεί, όταν δεν διεξάγεται εντελώς επιφανειακά , με συνθήματα ή με προφανή κομματική αφετηρία, να δώσει μερικά χρήσιμα συμπεράσματα.
Από την άλλη ενέχει και τον κίνδυνο της ρομαντικοποίησης του παρελθόντος και της εύκολης διαφυγής προς μια ψευδεπίγραφή νοσταλγία για τα «παλιά, καλά, αθώα χρόνια, όταν υπήρχε ακόμα ανθρωπιά». Ναι, εντάξει, μόνο που τα παλιά χρόνια, δεν ήταν ούτε καλά, ούτε αθώα, ούτε φυσικά η ανθρωπιά αποτελούσε το κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινότητας. Υπήρχε ακραίος σεξισμός, ακραία ομοφοβία, στίγμα για την ψυχική υγεία, βία, αγριότητα, μικροψυχία, συμπλέγματα που μας άφησαν βαθιά κατάλοιπα από τα οποία παλεύουμε να ξεφύγουμε. Και παρότι δεν έχουν γίνει όσο βήματα μπροστά θα έπρεπε, είναι ισοπέδωση να αναπολούμε εκείνες τις εποχές σε σχέση με το σήμερα.
Εντούτοις προφανώς και κάτι έχει συμβεί, κάτι μοιάζει να έχει αλλάξει προς το χειρότερο εσχάτως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, πιθανότατα και παγκόσμια.
Η μία ανάγνωση είναι ότι πάντοτε υπήρχαν φρικωδίες, απλώς δεν τις μαθαίναμε. Και επειδή πλέον τις μαθαίνουμε, πολλαπλασιάζονται κιόλας. Μια τρομακτική ανατροφοδότηση που επιβεβαιώνει ότι η ψυχολογία λειτουργεί με ιδιαίτερους τρόπους. ,αρκεί να σκεφτείτε ότι σε πολλές περιπτώσεις, το γεγονός ότι κάτι θα μαθευτεί ή θα γίνει viral, λειτουργεί και ως έξτρα κίνητρο για τον δράστη.
Η δική μου ανάγνωση μένει σε εκείνα που δημοσιογραφικά μπορώ να κρίνω καλύτερα: η υπερδεκαετής οικονομική, πολιτική και ηθική κρίση οδήγησε στην πλήρη άρση της -μικρής έτσι κι αλλιώς – εμπιστοσύνης των Ελλήνων στους θεσμούς και μαζί στην αποθράσυνση και στην τσογλανοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας που ακόμα και όταν πτώχευσε, «διδάχτηκε» από το κυρίαρχο πολιτικό και μιντιακό σύστημα ότι δεν έφταιξε στο παραμικρό – πάντα φταίνε οι άλλοι.
Η κυρίαρχη ευθύνη για τούτο ανήκει φυσικά στις πολιτικές ηγεσίες, που δίνουν πρώτες το παράδειγμα της ανευθυνότητας, της «τσογλανιάς», της περιφρόνησης στη δικαιοσύνη εκτός κι αν αφορά στο δίκαιο του ισχυρού, της απαξίωσης στους θεσμούς, της κατάχρησης εξουσίας.
Εδώ ερχόμαστε στο προκείμενο: Η κατάχρηση εξουσίας ως καθημερινή πρακτική πια που διαπερνά κάθετα την κοινωνία, δίνει ίσως και την πιο πειστική μα και πιο απεχθή εξήγηση της δολοφονίας (εξήγηση πάντως που και πάλι αφήνει πολλά ανεξήγητα και ακατανόητα): Ο Αντώνης πέθανε επειδή ήταν φτωχός και είχε νοητική στέρηση. Αν βρισκόταν στη θέση του κάποιος από εμάς δεν θα είχε την ίδια αντιμετώπιση. Η ύπαρξη του κάπως τους τους ενοχλούσε. Και ταυτόχρονα έδωσε μια πρόσκαιρη αξία στη δική τους. Πούλησαν μαγκιά και εντέλει δολοφόνησαν τον Αντώνη επειδή τους έπαιρνε, επειδή έτσι ένιωσαν καλύτερα με τον θλιβερό εαυτό τους, επειδή γιατί όχι;
Πρέπει φυσικά να τιμωρηθούν όλοι οι υπεύθυνοι, αυτό είναι το πρωταρχικό. Οι φυσικοί αυτουργοί που είδαμε, ο καπετάνιος και όποιος άλλος κριθεί ότι φέρει ευθύνη.
Πρέπει να διερευνηθεί η στάση του Λιμενικού.
Πρέπει επιτέλους να αρχίσουν να τηρούνται οι θεσπισμένοι κανόνες ασφαλείας.
Η εικόνα του πλοίου που ξεκινά πριν σηκώσει την μπουκαπόρτα πρέπει να πάψει να είναι από τις συνηθισμένες στα ελληνικά λιμάνια.
Πρέπει να δούμε και το ζήτημα της εταιρικής κουλτούρας στην συγκεκριμένη και σε άλλες εταιρείες μα και το ζήτημα της εκπαίδευσης του προσωπικού που είναι ολοφάνερα ελλιπής σε πρακτικά, πόσο μάλλον σε ψυχολογικά θέματα.
Και πρέπει κάποια στιγμή η Πολιτεία να απαντήσει αποφασιστικά, συντονισμένα, με αυστηρότητα και σχέδιο στο «γιατί όχι;». Μέχρι να μάθουμε στους ανθρώπους να σέβονται το διαφορετικό, κυρίως να σέβονται τους άλλους ουσιαστικά και χωρίς αστερίσκους, ώστε να μην καταφεύγουν σε κατάχρηση της όποιας εξουσίας τους όταν νοιώθουν ότι μπορούν , ας τους δείξουν τουλάχιστον το κράτος και οι θεσμοί ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν μπορούν, ποτέ δεν πρέπει, ποτέ δεν είναι ΟΚ. Και για αυτό όταν το πράττουν θα τιμωρούνται.
Δύσκολο ε;
Ανέφικτο μάλλον.
Αυτός όμως είναι ο δρόμος. Είτε απαιτούμε να διανυθεί με τη στάση, την διαρκή κριτική και τις επιλογές μας, είτε αρκούμαστε σε υπερσυναισθηματικά ποστ για τον Αντώνη και τον επόμενο Αντώνη.