MENU

15.000.000 ο Βαγιαννίδης. 5.000.000 ο Μαξίμοβιτς. Μέσα σε λίγες μέρες ο Παναθηναϊκός έβαλε στα ταμεία του χρήματα που δεν είχε ξαναδεί από πωλήσεις. Λεφτά τα οποία πήρε για έναν παίκτη που κόστισε μόνο το ποσό που πληρώθηκε για την εξαγορά του ποσοστού μεταπώλησης που είχε η Ίντερ, ενώ για τον άλλον είναι δικό του ατόφιο το ποσό καθώς είχε αποκτηθεί ως ελεύθερος.

Μεγάλες πωλήσεις έχουν γίνει από ελληνικές ομάδες. Ιστορικά όμως, όχι από τον Παναθηναϊκό. Είτε επειδή υπήρχε πάντα η νοοτροπία πως είναι κακό να πουλάς παίκτη, είτε γιατί οι οικονομικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί σε κάποιες εποχές, καθιστούσαν την ανάγκη για χρήματα μεγαλύτερη απ’ το να μάθει να πουλάει το κλαμπ.

Ο Παναθηναϊκός που τώρα έβγαλε τόσα απ’ τον Βαγιαννίδη για παράδειγμα, είναι το ίδιο σωματείο που έχασε τσάμπα τον Λάμπρου (τότε ήταν μεγάλο ταλέντο), δεν πήρε κάτι από τον Βαγιαννίδη όταν ο νεαρός έφυγε για πρώτη φορά στο εξωτερικό (Ίντερ), ενώ δεν πήρε τίποτα ούτε απ’ τον Ρομάνο. Υποθέσεις που είναι σα να τις χειρίστηκε άλλη ομάδα συγκριτικά με το τι συμβαίνει τώρα.

Δεν πάμε πιο πίσω στην πώληση του Βλαχοδήμου για παράδειγμα, όταν η ανάγκη έφερε την αφαίρεση του αρχικά προγραμματισμένου ποσοστού μεταπώλησης, για κάποια χρήματα περισσότερα. Τότε βέβαια το διακύβευμα ήταν η σωτηρία της ομάδας οικονομικά, άρα δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση.

Το πρώτο βήμα λοιπόν, είναι πως ο Παναθηναϊκός έμαθε να πουλάει. Έμαθε να έχει στάση η οποία δε στέλνει σε κανέναν μηνύματα ξεπουλήματος. Αν ήταν έτσι, ο Μαξίμοβιτς θα είχε φύγει νωρίτερα για την Οβιέδο, ενώ ο «Βάγια» θα είχε πωληθεί πάνω-κάτω στα 10 εκατ. Τότε που η Σπόρτινγκ έλεγε πως δεν μπορεί να φτάσει στα 15 που ζητούσε το «Τριφύλλι». Τελικά το ποιος δικαιώθηκε φάνηκε.

Το στάτους του κλαμπ, καθορίζεται απ’ τη στάση σε αυτά τα ζητήματα. Η αγορά εκεί που ήξερε πως παίρνει όποιον θέλει, όπως θέλει απ’ τον Παναθηναϊκό, ξαφνικά βρίσκει… τοίχο. Για τον Ιωαννίδη δίνονταν 30 εκατ. περίπου και η στάση του «Τριφυλλιού» δεν άλλαξε ποτέ ένα χρόνο πριν. Φέτος αυτό συνεχίστηκε με Βαγιαννίδη και Μαξίμοβιτς που παραχωρήθηκαν. Στους όρους και το τίμημα που όρισε ο Παναθηναϊκός.

Παράλληλα, πρέπει να «χτιστεί» και η εμπιστοσύνη απέναντι στην ίδια την οικογένεια του Παναθηναϊκού. Καλώς να γίνονται οι πωλήσεις στην κατάλληλη τιμή. Όμως στο τέλος αυτό που μένει είναι η ομάδα. Η δυναμική και οι δυνατότητες της οποίας, δεν πρέπει να χαμηλώνουν. Αντίθετα, μέσω αυτής της διαδικασίας χρειάζεται να επιτυγχάνεται και η βελτίωση του γκρουπ.

Όταν πωλείται ο Βαγιαννίδης με 15 εκατ. ευρώ και στη θέση του έρχεται ο 28χρονος πρώην αρχηγός της Μίλαν, Καλάμπρια, τότε οι πάντες είναι ευχαριστημένοι. Και το κλαμπ σε οικονομικό επίπεδο και ο προπονητής με τον κόσμο σε αγωνιστικό επίπεδο.

Το περασμένο καλοκαίρι για τον Παναθηναϊκό ήταν αυτό της… τρέλας. Ξαφνικά σκόρπαγε χρήματα για να φέρει παίκτες. Οι περισσότεροι του βγήκαν, αλλά το έκανε με τρόπο που δε θα μπορούσε να διαρκέσει. Είτε γιατί δεν μπορεί πάντα ο ιδιοκτήτης να σκορπά τρελά ποσά, είτε γιατί το cost control δε θα το επιτρέψει. Κάτι που έγινε κιόλας.

Τόσο στην ποιοτική αναβάθμιση του ρόστερ, στη συσσώρευση εμπειρίας αλλά και εξαιρετικών ηλικιών, ο Παναθηναϊκός ως τώρα τα έχει πάει πολύ καλά φέτος. Ο βαθμός επιτυχίας του αυξάνεται συνυπολογίζοντας και το οικονομικό σκέλος. Μέσω των πωλήσεων που έχουν γίνει.

Το πουλάω παίκτες, δεν είναι απλή διαδικασία. Είναι σύνθετη. Ο Παναθηναϊκός ένωσε τα κομμάτια του παζλ σωστά μέχρι τώρα. Και αυτή ακριβώς η λογική, πρέπει να του γίνει παράδειγμα για το μέλλον. Μόνο έτσι θα μπορεί να ορθοποδήσει σε σταθερή και υγιή βάση. Ούτε με τα… λαβράκια που έψαχνε κάποτε με φθηνά συμβόλαια, ούτε με τα all-in του περασμένου καλοκαιριού.

Έμαθε να πουλά σωστά, χωρίς να αποδυναμώνεται και με τους δικούς του όρους