Ο Ολυμπιακός είναι εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα ο κάτοχος του UEFA Conference League. Ο πειραϊκός σύλλογος υπερέβαλε εαυτόν, κατορθώνοντας να φέρει τον πρώτο ευρωπαϊκό συλλογικό τίτλο ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Αντίστοιχες υπερβολές, όμως, που γράφονται και λέγονται από σύσσωμο τον «ερυθρόλευκο» κόσμο και που σχεδόν αγγίζουν τα όρια της γραφικότητας, δεν γίνονται να παραμένουν αναπάντητες...
Σημ.: Παρακάμπτουμε τις νικολακοπούλειες θεωρήσεις περί «πεντακοσίων χιλιάδων φίλων του Ολυμπιακού στους δρόμους». Όπως αποδείχθηκε, ίσως οι οπαδοί του «δαφνοστεφανωμένου» που ξεχύθηκαν στο Πασαλιμάνι και σε ολόκληρη τη χώρα για να πανηγυρίσουν για την ομάδα τους να ήταν τελικά λιγότεροι και από τους «πράσινους» που έπραξαν κάτι ανάλογο έπειτα από την κατάκτηση της 7ης Ευρωλίγκας στην ιστορία του Παναθηναϊκού!
Κατ' αρχάς, ας ξεκινήσουμε από το ότι αν κάποιοι υποβάθμισαν πρώτοι τη διοργάνωση του Conference League, αυτοί είναι οι άνθρωποι του Ολυμπιακού! Ο Κώστας Καραπαπάς το αποκάλεσε "Milko Cup" όταν ο ΠΑΟΚ, την περίοδο 2021-22, προκρίθηκε στην προημιτελική του φάση (όπου αποκλείστηκε από τη Μαρσέιγ). Τον μιμήθηκε σε επίσημες ανακοινώσεις της η ίδια η Θύρα 7, και μάλιστα δύο φορές, ενώ και ο εθνικός μας τηλεπαρουσιαστής, Τάκης Τσουκαλάς, στις 18 Μαρτίου 2022, το χαρακτήρισε «διοργάνωση για ομαδούλες»!
Το Conference League είναι μια διοργάνωση «τρίτης διαλογής», που δημιουργήθηκε από την UEFA ακριβώς για να δώσει ευκαιρίες στις ομάδες μεσαίας και χαμηλής δυναμικότητας (κυρίως από όχι τόσο προηγμένα ποδοσφαιρικά κράτη) να διακριθούν. Ο Ολυμπιακός, μάλιστα, αγωνίστηκε εκεί κατόπιν «υποβιβασμού» του από τον όμιλο του Europa League στον οποίο προηγουμένως συμμετείχε (όπου δέχτηκε οκτώ γκολ συνολικά από τη Φράιμπουργκ και δεν κατάφερε να νικήσει εκτός έδρας την Μπάτσκα Τόπολα, παρότι προηγήθηκε 2-0). Δεν θα ψέξει βέβαια κανένας τον Ολυμπιακό που έπαιρνε μία μία τις προκρίσεις στους επόμενους γύρους, καλώς έκανε και εκμεταλλεύτηκε το δικαίωμα αυτό και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μαγκιά του κιόλας που αφοσιώθηκε εξ ολοκλήρου στο όραμα της ευρωπαϊκής διάκρισης, έχοντας προσλάβει στον πάγκο του και έναν έμπειρο προπονητή που μόλις πέρυσι (και όχι πριν από... 24 χρόνια) οδήγησε μια ισπανική ομάδα στην κατάκτηση ενός άλλου διεθνούς τίτλου, του Europa League.
Ένα άλλο στοιχείο που αναδεικνύει την όχι και τόσο μεγάλη σπουδαιότητά του είναι τα γήπεδα στα οποία έχουν διεξαχθεί οι τελικοί του: το 2022 ο τελικός φιλοξενήθηκε στο Air Albania Stadium των Τιράνων, χωρητικότητας 22.500 θεατών, το 2023 στο Fortuna Arena της Πράγας (19.400 θεατές) και φέτος στο OPAP Arena της Νέας Φιλαδέλφειας (31.100 θεατές). Αθροιστικά, και τα τρία αυτά γήπεδα δεν ξεπερνούν σε χωρητικότητα το παλιό Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, που μπορούσε να φιλοξενήσει περισσότερους από 75.000 ανθρώπους...
Εντελώς αντικειμενικά, ο Ολυμπιακός, με βάση την απόδοση των δύο ομάδων στον τελικό, κέρδισε μάλλον δίκαια. Και ο λόγος που κατέκτησε το τρόπαιο είναι πολύ απλός: ως οργανισμός το ήθελε περισσότερο από τους Ιταλούς. Θεωρώ ότι και η αγωνιστική πορεία του μέχρι τη Νέα Φιλαδέλφεια σε σχέση με εκείνη των «βιόλα» ήταν πιο δύσκολη, οπότε πιθανώς το άξιζε για έναν επιπλέον λόγο. Μπαλάρα δεν έπαιξε η ομάδα του Μεντιλίμπαρ, αλλά ούτε και η Φιορεντίνα έδειξε κάτι σπουδαίο στο χορτάρι. Μια φλύαρη ομάδα ήταν, με πολλές ψηλές μπαλιές, τζούφιες τελικές προσπάθειες, δίχως ειδικό βάρος, που δεν στρίμωξε επαρκώς και δεν φόβισε όσο θα έπρεπε τους Πειραιώτες. Κλασική ομάδα Conference League δηλαδή...
Ακούστηκε αρκετά στο ραδιόφωνο και γράφτηκε κατά κόρον από φίλους και δημοσιογράφους του Ολυμπιακού αυτές τις ημέρες το εξής: «πλέον ο Ολυμπιακός είναι δίχως καμία αντίρρηση ο Θρύλος του ελληνικού ποδοσφαίρου». Αυτό είναι μια έμμεση παραδοχή ότι ακόμα και οι ίδιοι οι Πειραιώτες, καίτοι κατέχουν τη μερίδα του λέοντος σε εγχώριους τίτλους (το πώς τους κέρδισαν αποτελεί άλλη ιστορία που γεμίζει τόμους ολόκληρους), μέχρι και την περασμένη Τετάρτη ένιωθαν μέσα τους το βάρος ή είχαν το «αγκάθι» να μην μπορούν αβίαστα να υποστηρίζουν ότι είναι η πιο πετυχημένη ποδοσφαιρική ομάδα στη χώρα, εξαιτίας των διάφορων ευρωπαϊκών επιτυχιών του Παναθηναϊκού (Γουέμπλεϊ, ημιτελικοί Κυπέλλου Πρωταθλητριών και Τσάμπιονς Λιγκ, προημιτελικοί, προκρίσεις από ομίλους, νίκες σε Άμστερνταμ, Μιλάνο κλπ.), που πάντοτε «σκέπαζαν» τα δικά τους «κατορθώματα».
Η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, λοιπόν, είναι η εξής: είναι ο Ολυμπιακός πλέον ο αδιαφιλονίκητα πρώτος στη συνείδηση του Έλληνα φιλάθλου, αφού έφτασε στην κατάκτηση ενός ευρωπαϊκού τίτλου, κάτι που δεν είχε καταφέρει μέχρι πρότινος καμία άλλη ελληνική ομάδα στην ιστορία των διασυλλογικών διοργανώσεων της UEFA;
Ψυχρά αντικειμενικά, η άποψη αυτή κατά τεκμήριο έχει βάση και ίσως να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει σοβαρός αντίλογος, που ίσως για κάποιους να μοιάζει με «χρύσωμα χαπιού» ή «παρηγοριά στον άρρωστο» και αναπόφευκτα θα λοιδορηθεί από τους «απέναντι», αλλά όσο περνούν οι μέρες και σταδιακά κοπάζουν οι πανηγυρισμοί των φίλων του Ολυμπιακού (και η προπαγάνδα από τα «ερυθρόλευκα» ΜΜΕ θα αρχίσει κάπως να εξασθενεί), θα πλησιάζει όλο και πιο κοντά στο να χαρακτηριστεί ως η πιο ορθή και τεκμηριωμένη οπτική.
Το -κατά Κώστα Καραπαπά και Θύρας 7- «Milko Cup», λοιπόν, δύναται να «σκεπάσει» τις διαχρονικές ευρωπαϊκές επιτυχίες του Παναθηναϊκού και, κυρίως, την πορεία μέχρι τον τελικό του Γουέμπλεϊ, την επέτειο του οποίου γιορτάζουμε σήμερα; Η απάντηση είναι μονολεκτική και σαφέστατη:
Όχι!
Οι επόμενες καίριες ερωταπαντήσεις που θα μπορούσαν να τεθούν, όσον αφορά το φλέγον ζήτημα που ανέκυψε έπειτα από την κατάκτηση του Conference League από τον σύλλογο του Βαγγέλη Μαρινάκη και που έχει μετατραπεί σε ένα ατέρμονο «πρασινοκόκκινο» debate, είναι οι εξής:
- Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία του Ολυμπιακού;
Αναμφισβήτητα... Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο πειραϊκός σύλλογος μόλις φέτος κατόρθωσε να βρεθεί σε ημιτελική φάση, ενώ, επί 65 ολόκληρα χρόνια παρουσιών του, μόλις δύο φορές έφτασε στα προημιτελικά οποιασδήποτε ευρωπαϊκής διοργάνωσης, το 1993 (Κύπελλο Κυπελλούχων) και το 1999 (Champions League).
- Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία συνολικά του ελληνικού ποδοσφαίρου (σε συλλογικό επίπεδο);
Φυσικά και όχι! Μην τρελαθούμε κιόλας! Σίγουρα όμως συγκαταλέγεται σε μία από τις κορυφαίες, αυτό δεν γίνεται να μην το παραδεχτούμε...
- Είναι τυχαίο ότι με το που θεσπίστηκε η διοργάνωση αυτή, πριν από τρία χρόνια, ο ΠΑΟΚ (ο οποίος μόνο μία φορά στην ιστορία του είχε φτάσει μέχρι τους «8», το μακρινό 1974, στο Κύπελλο Κυπελλούχων), προκρίθηκε δύο συνεχόμενες χρονιές στα προημιτελικά της;
Όχι. Το γεγονός αυτό, μάλιστα, αναδεικνύει ακόμα περισσότερο πως πρόκειται για μια διοργάνωση-ταμάμ (με σχετικά βατούς αντιπάλους και ουχί με υπερδυνάμεις του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου) για τους ελληνικούς συλλόγους να πραγματοποιήσουν μια αξιομνημόνευτη πορεία (το ότι ο Παναθηναϊκός τα θαλάσσωσε απέναντι σε Μακάμπι Χάιφα και Ρεν χρήζει ανάλυσης που δεν είναι όμως της παρούσης). Και δεν αποκλείω το ενδεχόμενο μια ελληνική ομάδα που θα πάρει πραγματικά στα σοβαρά το Conference League και δεν θα το σνομπάρει ως κάτι ευτελές (όπως συνέβη πολλάκις στο παρελθόν με το Europa League) στα προσεχή χρόνια να φτάσει εξίσου μακριά με τον φετινό Ολυμπιακό. Η ιστορία θα το δείξει...
Επίσης, δεν είναι ότι ο Ολυμπιακός της περιόδου 2024-25 διαθέτει κάποιο σύνολο που ξεχωρίζει σε σχέση με εκείνα των ανταγωνιστών του. Φέτος π.χ. συναντήθηκε έξι φορές με τον Παναθηναϊκό και όχι μόνο δεν κέρδισε σε καμία από αυτές (είχε τρεις ήττες, τρεις ισοπαλίες και έναν αποκλεισμό από το Κύπελλο Ελλάδας), αλλά σε όλες τις αναμετρήσεις εναντίον του αγωνιστικά ήταν χειρότερος! Το οξύμωρο είναι ότι μόνο μία ομάδα δεν μπόρεσαν να αποκλείσουν οι Πειραιώτες: τον ταλαιπωρημένο από μυϊκούς τραυματισμούς και ελλιπέστατο Παναθηναϊκό του Φατίχ Τερίμ! Ό,τι δηλαδή δεν κατάφεραν οι πολυδιαφημισμένοι και ακριβοπληρωμένοι άσοι της Άστον Βίλα και της Φενέρμπαχτσε το πέτυχαν οι «πράσινοι» με σέντερ φορ τον Ακαϊντίν και δεκάρι τον Κώτσιρα! Στην ουσία, ο φετινός Ολυμπιακός, δίχως να αμφισβητείται η έξοχη απόδοσή του στις διπλές αναμετρήσεις του με τους Άγγλους και τους Τούρκους, καθώς και στον επαναληπτικό με τους Ισραηλινούς της Μακάμπι Τελ Αβίβ, εκμεταλλεύτηκε με άψογο τρόπο τις συγκυρίες που του παρουσιάστηκαν και, όπως αναμενόταν, σχεδόν «ξεχείλωσε» επικοινωνιακά τον άθλο του.
Επιγραμματικά...
Το Κύπελλο Πρωταθλητριών, ακόμα και στις πιο εύκολες, παρελθοντικές versions του, τότε δηλαδή που δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο οι πρωταθλήτριες κάθε χώρας, και το πάντοτε δύσβατο (και απρόσιτο πια για τις ελληνικές ομάδες) Champions League επ' ουδενί μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο ζύγι με το Conference League. Ακόμα και το πανίσχυρο Κύπελλο UEFA, το Κύπελλο Εκθέσεων ή ακόμα και το Κύπελλο Κυπελλούχων διέθεταν μεγαλύτερη αίγλη από τη διοργάνωση που ορισμένοι θέλουν σήμερα να βαφτίζουν «Πρωτάθλημα Ευρώπης».
Τη δυνατότητα να κατακτήσει έναν ευρωπαϊκό τίτλο ο Παναθηναϊκός την είχε αρκετές φορές στο μακρινό ή στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Ένα ή δύο βήματα πριν από τον τελικό, όμως (ή και στον ίδιο τον τελικό), έπεφτε πάντοτε πάνω σε ομάδες-μεγαθήρια με βαριά φανέλα και ιστορία (Άγιαξ 1971 & 1996, Λίβερπουλ 1985, Μπαρτσελόνα 2002, Πόρτο 2003) και όχι φερ' ειπείν πάνω στην όγδοη ομάδα της Ιταλίας (με 37 βαθμούς απόσταση από την πρωταθλήτρια Ίντερ) τη Φιορεντίνα, σε ελληνικό έδαφος κιόλας (OPAP Arena). Παρεμπιπτόντως, θυμάστε πόσο προσπάθησαν πολλοί να απαξιώσουν τις Ευρωλίγκες που κατέκτησε ο μπασκετικός Παναθηναϊκός σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, χρησιμοποιώντας το κωμικό επιχείρημα «δεν μετράνε επειδή κατακτήθηκαν στην Ελλάδα»;
Επιστρέφοντας στον ποδοσφαιρικό Παναθηναϊκό, από ικανότητα καλό ήταν το Τριφύλλι και για τα δεδομένα μιας φτωχής σε διακρίσεις χώρα όπως η Ελλάδα τα πήγαινε εξαιρετικά, αγγίζοντας σε πλείστες περιπτώσεις το θαύμα. Η τύχη τού έλειπε... Και όταν ενίοτε διέθετε σύνολο με προοπτικές, δεν υπήρχαν ακόμα οι δεύτερες ευκαιρίες με τις μεταβάσεις από το ένα ευρωπαϊκό Κύπελλο στο άλλο όπως γίνεται σήμερα, που όσοι τερματίζουν στην τρίτη θέση του ομίλου τους (ή αποκλείονται στα προκριματικά) συνεχίζουν σε χαμηλότερης δυναμικότητας διοργανώσεις.
Ναι, ο Παναθηναϊκός δεν κατέκτησε ποτέ του έναν ευρωπαϊκό τίτλο και ας τον άγγιξε σε ορισμένες περιπτώσεις. Ωστόσο, επειδή, από τις 29 Μαΐου και έπειτα, πολλοί κάνουν λόγο για «νέο Γουέμπλεϊ», είναι σαν να συγκρίνουμε π.χ. την κατάκτηση από το κατά τ' άλλα συμπαθές Μαρούσι του μπασκετικού Κυπέλλου Σαπόρτα του 2001 (νίκησε τη γαλλική Σαλόν) με την παρουσία της ΑΕΚ του Γιάννη Ιωαννίδη ως φιναλίστ στον τελικό της Ευρωλίγκας το 1998, όπου ηττήθηκε από την Κίντερ Μπολόνια. Εσείς ποιο από τα δύο πιστεύετε ότι είναι πιο σημαντικό; Φιλτράρετε καλά τη σκέψη σας και απαντήστε με ειλικρίνεια...
Από την άλλη, υπάρχει πάντα και η συνείδηση του απλού κόσμου, που σπανίως λαθεύει. Μέσω αυτής υπαγορεύεται ότι όσο νωπή και αν είναι η ομολογουμένως ανεπανάληπτη επιτυχία του Ολυμπιακού, τα κατορθώματα του Panathinaikos αντέχουν και θα συνεχίζουν να αντέχουν στον χρόνο, επειδή είναι στιβαρά και πραγματικά δύσκολα (και πρέπει πάντοτε να κρίνονται με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε εποχής).
Και δεν είναι μόνο οι σπουδαίες νίκες ή οι κατά καιρούς επικές προκρίσεις του Τριφυλλιού στην Ευρώπη (όταν παράλληλα άλλοι κατέγραφαν αρνητικά ρεκόρ αποκλεισμών σε ομίλους του Champions League, σερί εκτός έδρας αποτυχημένων αποτελεσμάτων, συντριβές με επτά γκολ διαφορά κλπ.). Είναι μικρά ή μεγάλα πραγματάκια που δημιουργούν αργά και σταδιακά το όνομα, τη φήμη, το DNA ενός club, όπως:
• Η πρώτη θέση στον πλανήτη από την παγκόσμια στατιστική υπηρεσία IFFHS, τον Σεπτέμβριο του 2001.
• Η παρουσία -έστω και στη θέση του Άγιαξ- στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου (ή σωστότερα Κυπέλλου Κόσμου), με αμιγώς ελληνική (και σχεδόν εξ ολοκλήρου αθηναϊκή) σύνθεση.
• Είναι το 52% κατοχή μπάλας μέσα στο Ολντ Τράφορντ απέναντι στην τεράστια Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον (ανάμεσα σε όλες τις ομάδες που αγωνίστηκαν εκεί μόνο ο Παναθηναϊκός το πέτυχε). Σήμερα κάτι τέτοιο θεωρείται αδιανόητο για οποιονδήποτε ελληνικό σύλλογο.
• Είναι τα κολακευτικά λόγια του Ζοσέ Μουρίνιο, του Πελέ, του Γιόχαν Κρόιφ, του Ζαϊρζίνιο, του Βουγιαντίν Μπόσκοφ, του Αντόνιο Καμπρίνι, του Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι, του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον κ.ά.
• Είναι η 11η θέση στο UEFA Ranking την περίοδο 1995-96 (η ψηλότερη ever για ελληνικό σύλλογο).
• Είναι οι σκόπιμες καθυστερήσεις που έκαναν οι ποδοσφαιριστές της Μπαρτσελόνα, στις 17 Απριλίου 2002, στο Καμπ Νου, με τον Παναθηναϊκό να πολιορκεί την εστία των Καταλανών και το κοινό να εκλιπαρεί για το τελικί σφύριγμα της λήξης.
• Είναι το fair play ως ένδειξη σεβασμού απέναντι στους εννέα παίκτες της Γιουβέντους, στις 8 Νοεμβρίου 2000, στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας.
• Είναι τα δάκρυα λύπης του Ντάνι Μπλιντ στο Άμστερνταμ, δάκρυα που πρόδιδαν φόβο ότι ο πρωταθλητής Ευρώπης και Κόσμου, Άγιαξ, ίσως να μην προκρινόταν στον τελικό της Ρώμης και τη θέση του να έπαιρνε ο Παναθηναϊκός (με μόλις τρεις ξένους στη σύνθεσή του).
• Είναι η επική νίκη 1-0 στο Σαν Σίρο απέναντι στην παντοδύναμη Ίντερ (πρωταθλήτρια Ιταλίας και κάτοχος του τρεμπλ την επόμενη σεζόν), απέναντι σε ονόματα όπως Φίγκο, Ιμπραΐμοβιτς, Αντριάνο, Μπαλοτέλι, Ματεράτσι, Κόρντομπα, Μαϊκόν, Κουαρέσμα, Ζανέτι, Καμπιάσο. Μια νίκη που δεν χάρισε τίποτα περισσότερο από μία πρόκριση στις «16» καλύτερες ομάδες του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά που ο βαθμός δυσκολίας της ίσως να ξεπερνάει ακόμα και ολόκληρες πορείες.
Είναι αυτά και πολλά άλλα που δεν θα δείτε ποτέ, όσα Conference League και αν κερδίσετε, ούτε στο «πιο τρελό σας όνειρο»...