Στον αθλητισμό υπάρχουν up και down, χαρές και λύπες. Καμία ομάδα, που λέει το κλισέ, δεν έχει συμβόλαιο με την επιτυχία. Καμία εκτός από μία. Τον μπασκετικό Παναθηναϊκό. H σεζόν 1994-95 ήταν η τελευταία που δεν πηρε τίποτα. Κι έπειτα ακολούθησαν μόνο επιτυχίες. Μικρές, μεγάλες ή μεγαλύτερες.
Δύσκολα θα βρεθεί ομάδα στο παγκόσμιο στερέωμα, σε οποιοσδήποτε σπορ, που να έχει καταφέρει επί 23 χρόνια να κατακτά πρωτάθλημα, κύπελλο, ευρωπαϊκό, ένα από τα τρία, δυο από τα τρία ή και τα τρία μαζί, την ίδια σεζόν.
Συμπληρώθηκαν δυο δεκαετίες και ο Παναθηναϊκός συνεχίζει. Πώς το καταφέρνει; Η υπόθεση δεν σηκώνει αγωνιστικές αναλύσεις. Αν και το χθεσινό ματς σηκώνει. Γιατί ο Παναθηναϊκός κερδίζει όταν ο Τσάβι διαπιστώνοντας πως στην επίθεση παίζει με 4 παίκτες, εγκλωβισμένος στο παγιδευμένο μυαλό του Καλάθη, ρίχνει Τζέιμς και Παππά πηγαίνοντας στην απλή, δοκιμασμένη, σίγουρη λύση του ένας εναντίον ενός στην επίθεση.
Και τη βρήκε την ακρη στο σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Ο Τσάβι των... 1000 συστημάτων, βγήκε από το σύστημα, άφησε τη μπάλα στα χέρια τους και δικαιώθηκε διότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να ξεκολλήσει το κάρο από τη λάσπη των 31π του πρώτου μέρους.
Ωστόσο το subject του συγκεκριμένου blog δεν αφορά την επιμέρους ανάλυση του πέμπτου τελικού. Πώς κατάφερε ο Παναθηναϊκός σε 23 χρόνια να τελειώσει κάθε χρόνια με μίνιμουμ ένα τίτλο; Η επίδοση του κλειδώνει χωρίς αντίπαλο την πρωτοκαθεδρία στην καλύτερη ομάδα που ανέδειξε ο ελληνικός αθλητικός. Πώς συνέβη όμως αυτό;
Την απάντηση, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν θα τη βρείτε σε καμία διείσδυση του Τζέιμς, στο κάρφωμα του Παππά ή σε έμπνευση του Τσαβι. Η απάντηση είναι αυτή.

Ένας 86χρονος κι ένας 44χρονος να κλαίνε γοερά, μαζί. Τέσσερις μέρες μετά το τελευταίο αντίο στον Πατριάρχη της οικογένειας. Ήξεραν ότι το μοναδικό αντίδοτο στη θλίψη τους ήταν εκεί, στο ΟΑΚΑ. Θα τους μάλωνε ο Παύλος, αν έλειπαν για να τον πενθήσουν.
Ο Δημήτρης με τον Θανάση δεν τα είχαν πάντα καλά. Αλλά μπροστά στον Παναθηναϊκό άφηναν τα πάντα στην άκρη και ο ένας... διόρθωνε τον άλλον, τώρα τα τελευταία χρόνια που ο Παύλος για λόγους υγείας είχε αποσυρθεί από το προσκήνιο. Η σχέση τους πέρασε από χίλια κύματα αλλά ο «προορισμός» παρέμενε πάντα ο ίδιος: Ο Παναθηναϊκός.
Αυτή η χθεσινή εικόνα, στα δικά μου μάτια, θυμίζει εκείνη της Βαρκελώνης το 2011, όταν οι στρατηγοί εντός και εκτός παρκέ, δημιούργησαν το ενσταντανέ της δεκαετίας.

Ο Ζοτς κι ο Διαμαντίδης ήταν τα κορυφαία διαμάντια στην αστραφτερή συλλογή των Γιαννακόπουλων. Που με τα λάθη τους και τον παρορμητισμό τους, παραμένουν εκεί. Να βάζουν λεφτά, να επενδύουν στην τρέλα τους, να μην δέχονται μύγα στο σπαθί τους και οτιδήποτε λιγότερο από το 50-50 για τον Παναθηναϊκό.
Οι Τζέιμς πάνε κι έρχονται στον Παναθηναϊκό. Αύριο θα φύγουν, μεθαύριο θα έρθει κάποιος άλλος. Την αυτοκρατορία όμως την έχτισε εκείνος που χθες δεν ήταν εκεί. Αλλά ήταν το πνεύμα του.
Ο Παύλος έφερε τον Ντομινίκ, τον Μποντιρόγκα, τον Ομπράντοβιτς, τα έξι ευρωπαϊκά αστέρια, τα αμέτρητα πρωταθλήματα και Κύπελλα. Περισσότερο όμως, από οτιδήποτε άλλο κληροδότησε στον Παναθηναϊκό μια οικογένεια «άρρωστων» με τον σύλλογο, τον πρωταθλητισμό, την επιτυχία.
Ο Παύλος με τον Θανάση δημιούργησαν κάτι που δεν έχει προηγούμενο. Μια οικογένεια να βάζει ασταμάτητα επί 30 χρόνια ατελείωτα λεφτά σε έναν τρύπιο κουβά, όπως είναι η επένδυση στο μπάσκετ, μόνο και μόνο για να βλέπει τον Παναθηναϊκό τροπαιούχο.
Δεν ξέρω τι μπορεί να ειπώθηκε μεταξύ του Δημήτρη και του Θανάση στη συγκεκριμένη, συγκλονιστική, στιγμή. Μπορώ μόνο να φανταστώ, ότι μέσα στον πόνο τους βρήκαν φάρμακο τον Παναθηναϊκό. Μια οικογένεια φαρμακοβιομηχάνων που, τι ειρωνία, «γιατρεύουν» την ψυχή τους με ψήγματα χαράς από το δημιούργημα του ανθρώπου που έφυγε.
Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, ο Παύλος θα αναρωτιόταν χθες βράδυ γιατί σε τέτοια μέρα χαράς κλαίνε ο γιος του και ο αδελφός του. Άλλωστε μόνο το σώμα του έλειπε. Το πνεύμα του, οι διάδοχοι του, τα «παιδιά» του, η αυτοκρατορία του, ήταν εκεί.
Κι η ιστορία εξάλλου, συνεχίστηκε στο μοτίβο που ξεκίνησε να τη γράφει ο ίδιος...