(Σκηνή πρώτη. Ο πρωταγωνιστής πλάτη. Δωμάτιο, σκοτεινό)
«Με ρωτάς ποιος είμαι στην καρδιά μου; Αν είμαι Ρώσος ή Ουκρανός; Ανάμεσα στα δύο, είμαι σίγουρα Ρώσος».
(Σκηνή πρώτη. Ο πρωταγωνιστής κοιτάζει την κάμερα. Δωμάτιο, φωτεινό)
«Το ξέρω ότι είναι ερώτηση παγίδα… Πολιτική και business. Άκουσέ με, όμως: Είμαι το παιδί των γονιών μου. Και από τη στιγμή που ο πατέρας μου είναι Αφρικανός και η μητέρα μου Ρωσίδα, εγώ είμαι και τα δύο. Αν με ρωτάς για την ψυχή μου, τότε σίγουρα είμαι Ρώσος. Μεγάλωσα, όμως, στην Αμερική. Μετακομίσαμε εκεί όταν ήμουν τριών ετών και ζω στις ΗΠΑ πάνω από είκοσι χρόνια. Οι συνήθειές μου, ο τρόπος ζωής μου προφανώς και είναι αμερικάνικος. Μέσα μου, ωστόσο, νιώθω Ρώσος. Και από τη στιγμή που γύρισα στη Ρωσία, παίζω σε ρωσική ομάδα και έχω καταγωγή από τη χώρα, τότε η υπηκοότητα μού φαίνεται πολύ λογική απόφαση».
Αγάπη μου τα κάναμε (ρωσική) σαλάτα.
(Σκηνή τρίτη / εξωτερικά γυρίσματα)
Κόκκινη πλατεία, Μόσχα... Σοβιετική Ένωση. Μια παρέα κοριτσιών περπατάει.
«Εδώ είναι το μέρος, ακριβώς εδώ. Περπατούσαμε με κάτι φίλες μου και ήρθαν κάτι αγόρια και μας ζήτησαν να βγάλουμε φωτογραφίες».
Η Τατιάνα ήταν στα κορίτσια. Ο Τζόσεφ ήταν στα αγόρια. Η Τατιάνα γηγενής Ρωσίδα. Ο Τζόσεφ από την Κινσάσα, τότε ακόμα Ζαΐρ. Σήμερα και από το 1997 γνωστό ως Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η Τατιάνα σπούδαζε. Ο Τζόσεφ είχε αποδεχτεί μια από τις δεκάδες υποτροφίες που είχε για να σπουδάσει. Είχε επιλέξει τη Μόσχα, διότι δεν είχε αρκετά χρήματα για να ζήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η φωτογραφία λήφθηκε, το χέρι γύρισε πάνω δεξιά (ή αριστερά) το μοχλό προώθησης φιλμ, ετοιμάστηκε για την επόμενη φωτογραφία, και για το σκοτεινό δωμάτιο, όπου λίγο καιρό μετά θα εμφανίζονταν οι φωτογραφίες. Η ιστορία έληξε εκεί. Για λίγο…
Μερικές ημέρες αργότερα ο Τζόσεφ και η Τατιάνα θα αντάμωναν σε οδοντιατρική κλινική. Η Τατιάνα είχε φοβερό πονόδοντο και καμία όρεξη για κουβέντα (ή φωτογραφίες). Ο Τζόσεφ ήταν εκεί για έναν απλό έλεγχο και πολύ περισσότερη όρεξη (για φλερτ). «Κοπελιά με θυμάσαι;».
«Τι να του πω εκείνη τη στιγμή; Δεν ήθελα να μιλήσω. Το δόντι μου πονούσε και δεν ήθελα να με βλέπει με το πρόσωπό μου πρησμένο».
«Με θυμάσαι, Τάνια, με θυμάσαι;».
Άντρες...
«Η ζωή μας ένωσε και είμαστε μαζί από τότε».
Μερικά χρόνια αργότερα…
Αρκετά περιγραφικός ο μεσότιτλος που θα έπεφτε στο ντοκυμαντέρ. Σε μαύρο και άσπρο φόντο, βγαλμένο από τα ημίωρα του Benny Hill ή του Σταν με τον Όλι. Στις 24 Ιανουαρίου του 1994, ακριβής ημερομηνία την οποία μπορούν όλα τα διαβατήρια να σου επιβεβαιώσουν, γεννήθηκε ο Τζόελ Μπολομπόι. Το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά και μοναδικό αγόρι της οικογένειας. Γεννήθηκε στο Ντόνετσκ, ως ένα μικρό παιχνίδι της ζωή να περιπλέξει περισσότερο την ιστορία και το γενεαλογικό του δέντρο.
«Δεν έχω καν μνήμες από το Ντόνετσκ. Ξέρω μόνο ότι γεννήθηκα εκεί και οι γονείς μου έφυγαν για να βρουν μια καλύτερη ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες». Έφυγε παιδί. Μπορεί να ήταν δύο, τριών ή τεσσάρων ετών – ίσως και έξι. Κάθε διήγηση έχει έναν διαφορετικό αριθμό, αλλά σημασία δεν έχει ο αριθμός, σημασία έχει το ταξίδι. Από την Ουκρανία, βρέθηκε στο Τέξας. Παιδί είναι θα συνηθίσει τον καιρό. Κάτσε πρώτα να συνηθίσει τη γλώσσα. Α, ναι. Λεπτομέρεια: Ο Τζόσεφ μιλούσε γαλλικά στο σπίτι. Η Τατιάνα μιλούσε ρωσικά και στο Fort Worth είχαν την τάση να μιλάνε αγγλικά. Τι θα κάνει το παιδί;
«Τους πρώτους δύο μήνες στο σχολείο καθόμουν σαν κούκλα μέσα στην τάξη. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Μετά με έβαλαν στο πρόγραμμα «αγγλικά ως δεύτερη γλώσσα» και άρχισα να μαθαίνω». Παράλληλα, δίδασκε και τη μητέρα του, με την οποία πάντως συνήθιζαν να μιλάνε ρωσικά στο σπίτι. «Σίγουρα ήταν άκρως τολμηρό το εγχείρημα των γονιών μου. Ο πατέρας μου γνώριζε ελάχιστα, η μητέρα μου καθόλου, και όμως ήθελαν το καλύτερο για μας».
Το καλύτερο ήταν σε κάποιες περιπτώσεις η ιατρική. Σε μία περίπτωση, δηλαδή.
«Τζόελ, η ιατρική είναι σημαντική σε αυτή τη χώρα. Νομίζω πρέπει να γίνεις γιατρός».
«Μαμά, δεν πρόκειται να γίνω γιατρός. Θα γίνω μπασκετμπολίστας».
Ο διάλογος, πιθανότατα στα ρωσικά και αυτός, έγινε σχετικά αργά στη ζωή του Τζόελ Μπολομπόι. Η μητέρα του ήθελε να τον δει χειρούργο και έκατσαν να κάνουν την κουβέντα λίγο πριν ενηλικιωθεί. Μα, τόσο αργά θα αναρωτηθείτε; Δικαιολογημένα, ωστόσο το μπάσκετ δεν ήταν στη ζωή του από νωρίς. Πρώτα έπαιξε τένις. Δοκίμασε τον στίβο. Συμμετείχε σε ορχήστρα. Έπαιξε αμερικάνικο ποδόσφαιρο. Μετά; Ε, μετά είχε ζέστη!
«Ήταν τρομακτικό να είσαι στο Τέξας και να φοράς όλο αυτό τον εξοπλισμό με 40 βαθμούς Κελσίου έξω. Ένιωθα άβολα και ένιωθα ότι δεν ήταν για μένα. Τότε, είπα να ξεκινήσω μπάσκετ. Κατευθείαν σταμάτησα να σκέφτομαι οτιδήποτε άλλο. Αυτό ήταν για μένα και ο πατέρας μου με στήριξε». Ο Τζόελ Μπολομπόι ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ 13 ετών. Περίπου την ίδια εποχή ξεκίνησε και να ψηλώνει τρία εκατοστά κάθε χρόνο. Έκανε προπονήσεις μαζί με έναν φίλο του και τον πατέρα του φίλου του, που ήταν προπονητής. Αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να καταφέρει κάτι ένα χρόνο πριν τελειώσει το λύκειο. Είχε προσφορές για υποτροφία. Είχε και μεγάλα κολέγια να τον προσεγγίζουν, με τον όρο όμως ότι θα τον άφηναν εκτός δράσης για έναν χρόνο.
Μα, ο Τζόελ δεν ήθελε να κάτσει ένα χρόνο. Έτσι επέλεξε εκείνους που τον πίστεψαν. Δεσμεύτηκε με το Weber State και το Weber State δεσμεύτηκε στον Τζόελ Μπολομπόι ότι θα τον στηρίξει και θα τον βοηθήσει να βελτιωθεί. Ναι, ε;
Θεέ μου, τι σου κάναμε!
Θυμίζει - δε θυμίζει λίγο η ιστορία του τη γαλλική ταινία; Αν την περιέγραφαν τα πεθερικά μπορεί και να τη θύμιζε περισσότερο. Προπόνηση πρώτη στο κολέγιο. Ή, τέλος πάντων, μία από τις πρώτες.
Ο Φιλ Μπέκνερ ήταν τότε ένας από τους προπονητές στο πανεπιστήμιο του Weber. Σήμερα είναι κατά κύριο λόγο προπονητής ατομικής βελτίωσης με τα παράσημα του Ντάμιεν Λίλιαρντ να τον ακολουθούν.
«Σε μια από τις πρώτες προπονήσεις βάλαμε τρεις καρέκλες μέσα στη ρακέτα και σε κάθε καρέκλα είχε μια μπάλα. Απλό. Ο παίκτης έπαιρνε τις μπάλες, έκανε πίβοτ και έπρεπε να σκοράρει με χουκ».
Προσπάθεια πρώτη για τον Τζόελ: Airball. Δεύτερη: Airball. Τρίτη: Airball.
«Θεέ μου, πώς θα καταφέρουμε να τον ξεφορτωθούμε», αναρωτήθηκε τότε ο Μπέκνερ και δεν είχε πρόβλημα να το παραδεχτεί αργότερα στην καριέρα του. Το παράδειγμα, φυσικά, δε χρησιμοποιείται για να μειώσει τον Μπολομπόι, αλλά για να εξυψώσει τη βελτίωσή του. «Ήταν τόσο άγουρος. Πραγματικά δεν ήξερε πώς να παίζει το παιχνίδι, αλλά φαινόταν ότι μπορούσε να γίνει σπουδαίος», προσθέτει ο Ράντι Ρέιχ, προπονητής του στο Weber State και εν γένει προπονητής του πανεπιστημίου από το 2006 ως το 2022. Ο Ράντι είχε δίκιο. Ο Μπολομπόι προχώρησε να γίνει ο κορυφαίος ριμπάουντερ στην ιστορία του κολεγίου και το καλοκαίρι του 2016 έγινε talk of the town. Απλά, όχι της town που μέχρι τότε τον ήξερε.
Όταν προπονούταν για το ντραφτ εκείνης της χρονιάς, έπρεπε να περάσει από όλα τα στάδια και τις δοκιμασίες που πρέπει να αντέξει ένας παίκτης αν θέλει να επιλεγεί στη διαδικασία. Ταξίδια, προπονήσεις, γυμναστήρια, μετρήσεις, συνεντεύξεις… Τα πήγε εξαιρετικά. Ξεχώριζε για την αθλητικότητά του – αλίμονο, εξάλλου ο Ντένις Ρόντμαν ήταν το πρότυπό του. Είχε 95 εκατοστά κάθετο άλμα, καλύτερο από οποιονδήποτε αθλητή δήλωνε συμμετοχή στο ντραφτ το 2016. Επελέγη από τη Γιούτα στο νούμερο 52. Not bad… Έπαιξε λίγο στους Τζαζ, έπαιξε λίγο στη G-League, αγόρασε σπίτι στο Salt Lake, γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, αποφάσισε ότι εκεί θα είναι η πόλη του.
Α, και άκουγε να του μιλάνε συνέχεια για τον Αντρέι Κιριλένκο. Μα, τι σχέση μπορεί να έχει αυτό;
Strike three…
Μπέιζμπολ δεν έπαιξε, αλλά δεν μπορεί να μη γνωρίζει. Έστω τα βασικά… Η Ευρώπη τον φλέρταρε από καιρό. Βλέπετε, δε μένουν μυστικά τέτοια πράγματα, όπως η καταγωγή και η δυνατότητα ένας Ευρωπαίος στην καρδιά να γίνει Ευρωπαίος και στο διαβατήριο. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον και τους μάνατζερ, γνωστή η παροιμία. Το 2017, ο Μάικ Φρατέλο τον κάλεσε στην Εθνική Ουκρανίας. Ο Τζόελ Μπολομπόι, ακόμα κολεγιόπαιδο πήγε με όνειρο και προοπτική να παίξει στο Παγκόσμιο. Επέστρεψε τραυματίας, με ένα ευμέγεθες οστικό οίδημα στο γόνατο και χαρούμενος που είχε γλιτώσει τα χειρότερα. Όχι ότι έφταιγε η Ουκρανία, ή ο Φρατέλο ή η Ευρώπη. Η κακιά η στιγμή. Ή η καλή…
Πέρασε τους επόμενους μήνες αγνοώντας την οποιαδήποτε κλήση από την Ουκρανία. Μέχρι που το 2018 ήρθε η Ρωσία. Και η ΤΣΣΚΑ. Η ομάδα της καρδιάς του. Η χώρα της καρδιάς του και της οικογένειάς του. Υπέγραψε στην ΤΣΣΚΑ πήρε σε συνοπτικές διαδικασίες - και λογικό – το ρωσικό διαβατήριο και έπαιξε στην Εθνική Ρωσίας, παρότι δεν ήταν και όλοι περήφανοι χειροκροτητές του γεγονότος. «Δεν καταλαβαίνω τι τον χρειαζόμαστε… Πού ακριβώς θα δυναμώσει την ομάδα; Ούτε καν τον έχω ακούσει».
Λατρεμένος και πάντα ταπεινός Αλεξέι Σβεντ, αλλά ευτυχώς ο Τζόελ δεν του έδωσε και πολύ σημασία. Ενημερώθηκε για τα λεγόμενα του μετέπειτα συμπαίκτη του, έβαλε 15 πόντους σε 18 λεπτά στο ντεμπούτο του και συνέχισε τη ζωή του χαρούμενος στη Μόσχα. Χαρούμενος, μέχρι που η Ρωσία αποφάσισε την εισβολή στην Ουκρανία. Και τα πράγματα έγιναν πολύ πολύπλοκα για τον Μπολομπόι και η σχέση του με την ΤΣΣΚΑ ακόμα πιο περίπλοκη.
«Με ρωτάς ποιος είμαι στην καρδιά μου; Αν είμαι Ρώσος ή Ουκρανός; Ανάμεσα στα δύο, είμαι σίγουρα Ρώσος».
Για τίποτα δεν είναι σίγουρος, ούτε καν ο ίδιος. Μόνο ο Ολυμπιακός μπορεί να είναι σίγουρος. Ο Τζόελ Μπολομπόι είναι παίκτης του και αν είχε ρόλο σε κατασκοπική σειρά, θα ήταν σίγουρα εκείνος που «σκοτώνει» τους αντιπάλους…