Ανέκαθεν ο αθλητισμός ήταν κάτι που προσέλκυε εκατομμύρια κόσμου. Κάθε πολιτικής ιδεολογίας, κάθε οικονομικής επιφάνειας. Αυτόματα δινόταν στο... πιάτο μια μεγάλη δεξαμενή επηρεασμού. Απλά και μόνο επειδή ο οπαδισμός και τα χρώματα, διώχνουν τη λογική και την ορθή σκέψη σε πολλές περιπτώσεις.
Δυστυχώς μέχρι και εμφύλιοι πόλεμοι έχουν αρχίσει λόγω του αθλητισμού. Η καλλιέργεια του μίσους, της έχθρας, των άκρων, είναι ευκολότερη αν την συνοδεύσει κάποιος με κασκόλ. «Δικό μας» ή «εχθρού». Σε όποια πλευρά κι αν ανήκει ο καθένας.
Τον τελευταίο καιρό το φαινόμενο αυτό, δυστυχώς παίρνει διαστάσεις στην Ελλάδα. Σε τέτοιο σημείο που γυρίζουμε πίσω. Τότε που έμπαινε στη χώρα ο Πέταρ Ναουμόφσκι και γινόταν θέμα το διαβατήριό τους. Τότε που υπήρχαν αντιδράσεις για Τούρκους αθλητές.
Ο Εργκίν Αταμάν είναι στον πάγκο του Παναθηναϊκού, όπως και η Σελέν Ερντέμ. Είναι από την Τουρκία. Αυτό τους καθιστά... εύκολους στόχους. Γιατί είναι ευκολότερη η επικοινωνιακή φθορά τους. Μόλις αισθανθούν κάποιοι πως τους βρίσκουν «μπόσικους», ορμάνε με λύσσα. Έχοντας το «άλλοθι» της εθνικότητας. Πάνω στην οποία «πατούν» για να πείσουν για όλα τα υπόλοιπα.
Ποτέ ξανά στο ΣΕΦ δεν εμφανίστηκαν τόσες ελληνικές σημαίες. Ποτέ δεν υπήρξε πανό με Κολοκοτρώνη. Έγινε για να πικάρουν τον Αταμάν. Δεν το ανέφερε κανείς ως κάτι που ίσως γεννά μίση, χωρίς να υπάρχει εθνικό θέμα.
Μέσα στο καλοκαίρι στο Eurobasket, ο Αταμάν επέδειξε σεβασμό στην Εθνική Ελλάδας. Σε σημείο που πανηγύρισε ελάχιστα τον θρίαμβο της Τουρκίας -της οποίας είναι προπονητής- από σεβασμό όπως ξεκαθάρισε αμέσως. Ακόμη και να μην το εννοούσε, το θέμα είναι πως το έκανε. Δεν προκάλεσε, στην μεγαλύτερη επιτυχία του τουρκικού μπάσκετ σε εθνικό επίπεδο.
Στην Ελλάδα για μέρες διαβάζαμε για... mind games του «κακού» Αταμάν. Ειρωνείες για το αν ο Όσμαν ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά του πούλμαν, παρότι τραυματίας. Κοινός παρονομαστής ήταν το από που προέρχονταν αυτές οι αναφορές. Κι εκεί υπήρχε διαφορετικό χρώμα οπαδικού κασκόλ, από τον σύλλογο που εργάζεται ο Αταμάν.
Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται διαρκώς, όποτε ο κόουτς των «πράσινων» κάνει αναφορά στη χώρα του. Γιατί στην Ελλάδα, την χώρα της δύσης, την προηγμένη, την πολιτισμένη σε αντίθεση με την απέναντι πλευρά όπως θέλουμε να λέμε, δεν γίνεται να αποδεχτούμε πως ένας Τούρκος ίσως είναι καλύτερος από τους δικούς μας. Έστω κι αν αυτό αφορά τον αθλητισμό.
Αυτό το «δηλητήριο» έφτασε ακόμη και σε αυτούς που όπως είπε ο Αταμάν, τον έβριζαν αυτές τις μέρες στα social media. Προτάσσοντας στις αναφορές την εθνικότητά του. Κανένα κακό να αγαπά κάποιος την πατρίδα του. Τεράστιο κακό να μην μπορεί να αντιληφθεί πως όλοι είμαστε άνθρωποι και κρινόμαστε απότο καλός ή κακός, θετικός ή αρνητικός. Όχι από τη σημαία ή την οπαδική ταυτότητα.
Επικοινωνιακά, με εντελώς βρώμικο τρόπο, παρατηρείται η εκμετάλλευση της νοοτροπίας... φουστανέλας. Απλά για να ζημιωθεί η επαγγελματική/αθλητική υπόσταση αυτού που «βλέπουμε» ως αντίπαλο. Επικίνδυνα μονοπάτια, για την εξυπηρέτηση της προπαγάνδας.
Με την Σελέν Ερντέμ δυστυχώς παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Για λόγους που περισσότερο παραπέμπουν σε συμπεριφορά... ζηλοφθονίας απατημένου, ο ΠΑΣ Γιάννινα μέσω του βοηθού προπονητή και αδερφού του προέδρου, εξαπέλυσε επίθεση στην προπονήτρια του Παναθηναϊκού. Τουρκάλα, άρα στα μυαλά τους φαντάζει πανεύκολος στόχος.
Άντε κι αυτοί το έκαναν. Η έκταση που πήρε η αντίδραση, με προβολή μέσω συγκεκριμένης πλευράς εξυπηρέτησης συλλογικών συμφερόντων -άσχετης με τον ΠΑΣ Γιάννινα- είναι αναλόγως επικίνδυνη. Όταν φτάνει στο σημείο ένα επαρχιακό σωματείο και αρκετά Μέσα/ρεπόρτερ να «θυσιάζουν» μια γυναίκα που εργάζεται στην Ελλάδα με «σφαίρα» για να την «τραυματίσουν» την καταγωγή της, τότε κάτι πάει πολύ λάθος.
Χωρίς να έχει προκαλέσει ποτέ παρά μόνο επιφωνήματα θαυμασμού για τη δουλειά της, τον χαρακτήρα ή την εξωτερική της εμφάνιση, ξαφνικά έπρεπε να προσπαθήσουν κάποιοι να την «κατεβάσουν» ώστε να νιώσουν ισοϋψείς.
Ακόμη και η επικοινωνιακή προσπάθεια μείωσης επαγγελματιών που δεν εργάζονται στα χρώματα που γουστάρουν/εξυπηρετούν ορισμένοι, μπορεί να γίνει χωρίς καλλιέργεια μίσους, έχθρας, ακροτήτων που δεν έχουν θέση στον αθλητισμό.
Αν φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε κακό προπονητή τον Αταμάν επειδή είναι Τούρκος και καλό κάποιον άλλον επειδή είναι Έλληνας, τότε το πρόβλημα δεν έχει λύση. Αν είναι ακραία η συμπεριφορά Τουρκάλας προπονήτριας η οποία συνηθίζει να γυρίζει την πλάτη στις παρουσιάσεις των ομάδων, αλλά φυσιολογικό να κάνουν Έλληνες χειρονομίες σε αντιπάλους οπαδούς, τότε δεν υπάρχει γιατρειά.