Πόσες μέρες έχουν περάσει;
Νομίζω 635.
Κάτσε… Από πότε;
Μπερδεύτηκα, άσε με.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε.
Πόσες μέρες έχουν περάσει;
Νομίζω 607.
Κάτσε… Από πότε;
Μπερδεύτηκα, άσε με.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε.
Πόσες μέρες έχουν περάσει;
Νομίζω 268.
Κάτσε… Από πότε;
Μπερδεύτηκα, άσε με.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε.
Πόσες μέρες έχουν περάσει;
Νομίζω 119.
Κάτσε… Από πότε;
Μπερδεύτηκα, άσε με.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε.
Τι περνάει από το μυαλό ενός ανθρώπου που βρίσκεται στη φυλακή; Φυλακή της ψυχής, φυλακή της ζωής, φυλακή του μυαλού. Πώς περνάνε οι μέρες; Πώς αντέχει τις μέρες; Τι γράφει στο ημερολόγιο, τι σβήνει από το ημερολόγιο; Πόσες σκέψεις μπορεί να αντέξει; Πόσες σκέψεις να διαχειριστεί; Πόση ευθύνη να καταπραΰνει; Πόσες απαντήσεις να δώσει στον εαυτό του; Όσες ερωτήσεις κι αν σου κάνουν οι άλλοι, εκείνες που κάνεις εσύ στον εαυτό σου είναι οι πιο αιχμηρές. Πονάς; Πόσο πονάς; Γιατί πονάς; Πότε θα σταματήσεις να πονάς; Πότε θα το ξεπεράσεις; Πότε θα συνέλθεις επιτέλους; Πότε θα βρεις τον εαυτό σου;
635 οι μέρες από τον αγώνα της Αρμάνι με τον Παναθηναϊκό. 607 από την επίσημη ανακοίνωση ότι βρέθηκε θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ. 268 από την ημερομηνία που ανακοινώθηκε η τιμωρία του. 119 από την ημέρα που ανακοινώθηκε η αθώωσή του. Χθες ήταν η ημέρα μηδέν. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη του συμμετοχή με τον Παναθηναϊκό. Μπορεί να μην ήταν η πρώτη του σπουδαία εμφάνιση. Αλλά πιο πολύ από ποτέ πριν ο Ντίνος Μήτογλου επέστρεψε.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε.
Και κλάψε. Κλάψε όσο χρειάζεται. Κλάψε όσο χρειάζεσαι. Γιατί νίκησες το μυαλό σου και νίκησες τη φυλακή σου.
«Η διαδικασία απαιτεί μεγάλα ψυχικά αποθέματα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι: «Τι κάνω εγώ εδώ;», «γιατί έγινε αυτό;». Δοκιμάζεις την προσωπικότητα σου, το εγώ σου, την ύπαρξη σου. Όχι μόνο ως αθλητή, αλλά κυρίως ως ανθρώπου. Είτε αφήνεις το βάρος να σε νικήσει είτε το νικάς εσύ. Μέση οδό δεν υπάρχει. Κάπου στα μισά της περιπέτειας υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα νικηθώ. Έγινα πιο δυνατός, βρήκα τρόπους να γυμναστώ ακόμα πιο σκληρά. Δεν έκανα κακό σε κανέναν, δεν έκλεψα από κανέναν, δεν βίασα, δεν σκότωσα. Απομονώθηκα για ένα χρόνο πλήρωσα το χρέος μου για ένα προσωπικό λάθος και έμαθα από το πάθημα μου. Η ζωή προχωράει και δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν».
Νίκησες… Και δεν ήταν η πρώτη φορά.
Take me to church!
Ένα single του Hozier το φθινόπωρο του 2014 σαρώνει παγκοσμίως τα charts. Και είναι εκείνη ακριβώς η εποχή που μια εκκλησία θα σταθεί αφορμή για να αντέξει ο Ντίνος Μήτογλου την αμερικάνικη αλλαγή στη ζωή του και τα παιχνίδια εγκατάλειψης που του έπαιζε τότε το μυαλό του. Έμοιαζε σα μια συνηθισμένη Κυριακή στο Γουίνστον-Σάλεμ της Βόρειας Καρολίνας. Ο χειμώνας είχε αρχίσει να απειλεί τη μικρή αυτή πόλη, στην οποία δύο διαφορετικοί κόσμοι συνυπάρχουν. H πανεπιστημιούπολη αφενός και η καπνοβιομηχανία του Reynolds αφετέρου. Η λειτουργία θα ξεκινούσε το πρωί, στις 8.45 ακριβώς, όπως κάθε Κυριακή. Ο Τάσος και η Ρούλα, εκλεκτά μέλη της κοινότητας και μετανάστες τριάντα χρόνια πια στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν πάρει τις θέσεις τους μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που βρίσκεται στο νούμερο 435 του Keating Drive. Η Ρούλα αντιλήφθηκε μια καινούργια παρουσία στην εκκλησία. Και να ήθελε, δε γινόταν να την αγνοήσει.
«Χριστέ μου, είναι τόσο ψηλός», αναφώνησα.
«Είμαι Έλληνας», μού απάντησε.
«Έλληνας; Δεν ήξερα ότι μπορούν οι Έλληνες να είναι τόσο ψηλοί».
«Είμαι από τη Θεσσαλονίκη», είπε. «Εκείνη την ημέρα γνωριστήκαμε».
Η οικογένεια Καζάκου έγινε μια δεύτερη οικογένεια για τον Ντίνο Μήτογλου. Η Ρούλα έγινε η γιαγιά του, ο Τάσος ήταν ο παππούς του. Στα 18 του χρόνια είχε το τρομαγμένο βλέμμα στα μάτια του, το οποίο μπορούσαν να αναγνωρίσουν όσοι τον έβλεπαν για πρώτη φορά. «Ερχόμενος εδώ, δεν είχα ιδέα ότι η ελληνική κοινότητα είναι τόσο μεγάλη. Πήγαινα στην εκκλησία κάθε Κυριακή πρωί και όλοι με καλωσόριζαν. Ένιωσα αμέσως τη ζεστασιά τους. Με τον καιρό ένιωσα κι εγώ κομμάτι μιας μεγάλης οικογένειας και ήταν κάτι που με έκανε ευτυχισμένο».
Ο νεαρός φόργουορντ είχε δεσμευτεί με το πανεπιστήμιο του Wake Forest μερικούς μήνες πριν. Η επιμονή της μητέρας του Σοφίας τον βοήθησε να βάλει στην άκρη τις αμφιβολίες του και να σκεφτεί ότι ο καιρός μακριά από την οικογένειά του θα περνούσε γρήγορα. Δεν ήταν, όμως, έτσι ακριβώς… «Πέρασαν οι πρώτοι δυο-τρεις μήνες και σκεφτόμουν «εντάξει, τα κατάφερα». Ήμουν ευτυχισμένος. Μετά, ήρθε το σοκ. Ανάμεσα στους τέσσερις με έξι μήνες ήταν το χειρότερο διάστημα για μένα. Άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο καιρό θα λείπω από το σπίτι μου. Μου έλειπαν όλα. Αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι εδώ δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει. Πιθανότατα, θα είχα επιστρέψει στην Ελλάδα».
Ξαφνικά, όλα ήταν πιο δύσκολα για τον Ντίνο. Το κρύο στη Βόρεια Καρολίνα πιο έντονο απ’ όσο θα περίμενε. Χρειαζόταν να φοράει δύο ή τρία φούτερ για να αντέξει και να παραγγείλει ένα χοντρό μπουφάν από τη μητέρα του, η οποία θα τον επισκεπτόταν τα Χριστούγεννα. Το εστιατόριο του Γιάννη Βγενόπουλου ήταν ένα καταφύγιο για να παίρνει δύναμη και να νιώθει πιο κοντά στην Ελλάδα. Είχε γνωρίσει τον ιδιοκτήτη μαζί με την οικογένειά του, όταν ακόμα ήταν στη διαδικασία επιλογής κολεγίου.
«Θυμάμαι ότι τότε ήταν ανάμεσα σε τρία ή τέσσερα κολέγια. Του είχα πει να διαλέξει το Wake Forest επειδή η κοινότητα εδώ είναι ισχυρή. Δεν ξέρω αν με άκουσε, όμως βγήκε σε καλό του. Ήταν δύσκολα για τον Ντίνο στην αρχή. Όλοι προσπαθήσαμε να τον βοηθήσουμε να προσαρμοστεί. Όλοι, όχι μόνο εγώ», θα παρατηρήσει ο Βγενόπουλος με την «Αθηνά» (σ.σ. όνομα του εστιατορίου του) να προσφέρει συχνά στον Μήτογλου μνήμες από την Ελλάδα. «Είναι ένα πολύ ξεχωριστό αγόρι. Φοβερός τύπος. Φοβερός», καταλήγει ενώ σπεύδει και εκείνος στην κουζίνα για να ετοιμαστεί για το ελληνικό φεστιβάλ, το οποίο κάθε άνοιξη διοργανώνεται στο Γουίνστον-Σάλεμ.
«Οι άνθρωποι εδώ διατηρούν καλύτερα από την Ελλάδα τα έθιμα. Πηγαίνουν στην εκκλησία, χορεύουν παραδοσιακούς χορούς, τιμούν την παράδοση της χώρας μας περισσότερο. Η βοήθειά τους όταν δεν γνώριζα κανέναν είναι ανεκτίμητη. Είναι εκπληκτικοί άνθρωποι με φανταστικές οικογένειας και μου έδειξαν τι σημαίνει αληθινή φιλοξενία», σχολιάζει ο Ντίνος Μήτογλου, που βρήκε στις Ηνωμένες Πολιτείες περισσότερα απ’ όσα φανταζόταν όταν έπαιρνε την απόφαση το 2014. Μια απόφαση, που στηριζόταν στην παρουσία του Ντάνι Μάνινγκ, αλλά και στην επιθυμία του να σπουδάσει. Εξ ου και η επιμονή του να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο ψυχολογίας. Πόσο ανάγκη, αλήθεια, θα το είχε ανάγκη στην πορεία του και πώς καμιά φορά η ζωή φροντίζει για όλα, ενώ εμείς έχουμε μαύρα μεσάνυχτα για το μέλλον που μας περιμένει;
«Δε με ενδιαφέρει μόνο η αγωνιστική μου εξέλιξη σαν παίκτη, αλλά και μια πιο σφαιρική βελτίωση. Αν ήθελα κάτι τέτοιο, θα επέλεγα να μείνω και στον Άρη, που με καλύπτει απόλυτα. Ανοίγονται άλλοι ορίζοντες για μένα. Με κέρδισε το γεγονός ότι τεχνικός είναι ο Ντάνι Μάνινγκ, με τον οποίο θα έχω τη δυνατότητα να μάθω τα μυστικά της θέσης μου, γιατί αγωνιζόταν στην ίδια».
Ακαδημαϊκά, ο Ντίνος Μήτογλου τα κατάφερνε μια χαρά. Ήταν τέτοια η λαχτάρα για το πτυχίο στην ψυχολογία που λίγο έλειψε να αρνηθεί τον Παναθηναϊκό το 2017 για να μείνει στην Αμερική και να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Επέμεινε ότι θα το κάνει. Συνέχισε για κάποιο διάστημα να μαθήματα και ακόμα μέσα του θέλει να γίνει το παιδί που θα φορέσει την τήβεννο, θα πετάξει το καπέλο, και θα βιώσει τον επίλογο που επιθυμεί για τα χρόνια που πέρασε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον Μήτογλου μιλάμε – λογικά θα το καταφέρει. Εδώ κατάφερε να παίξει μπάσκετ, την εποχή που όλοι τον περίμεναν να συνθέτει αμυντικό δίδυμο μαζί με τον αδερφό του!
Ο Δημήτρης, ο Σίμος και το… πορτοκάλι!
Οι αναφορές στην οικογένειά του είναι συχνότατες. Μια δεμένη οικογένεια που έχει «φρούριο» στη Θεσσαλονίκη, με τη Σοφία να είναι η δυναμική μητέρα και τον Δημήτρη να φέρει το μικρόβιο που μετέδωσε στα παιδιά του. Μόνο που κάπου στο δρόμο η μηλιά δεν έριξε μόνο μήλο στο έδαφος, αλλά και ένα πορτοκάλι. Ο Δημήτρης Μήτογλου είναι βετεράνος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ και της Δόξας Δράμας. Με κανονικές συμμετοχές και κανονική καριέρα, όχι από τους «κάπως, κάποτε, ίσως, παραλίγο». Ο μικρός του γιος, Σίμος, ε… όλο και κάπου θα τον έχετε ακούσει, δεν μπορεί!
Ο μεγάλος του γιος, ο Κώστας ή Ντίνος, έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι την ηλικία των 12 ετών. «Το ύψος μου παραήταν μεγάλο, αν και για κάποιο διάστημα έπαιζα ποδόσφαιρο. Όταν πήρα την οριστική μου απόφαση και την είπα στον πατέρα μου έπαθε ταράκουλο». Φυσικά και τον στήριξε. Κατευθείαν τον πήγε στα μίνι του ΠΑΟΚ και έμεινε τρία χρόνια, χωρίς να καταφέρει να πείσει τους ανθρώπους του δικεφάλου πως πρόκειται για κάτι αξιόλογο ή έστω ενδιαφέρον. Ο Θόδωρος Ροδόπουλος είδε ό,τι οι άλλοι δεν κατάφεραν και τον πήρε στα «Αστέρια».
«Ο Κωνσταντίνος έχει δουλέψει πάρα πολύ και ποτέ δεν παραμέλησε τα μαθήματά του. Εμείς σαν οικογένεια ήμασταν πάντα δίπλα του, να τον στηρίξουμε, αλλά και αυτός είναι ένα παιδί εργατικό, με δυνατό χαρακτήρα και με στόχους. Το γεγονός ότι και εγώ στα νιάτα μου ήμουν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, με βοήθησε να έχω μια μεγαλύτερη εμπειρία στην καθοδήγησή του. Ποτέ όμως δεν σταμάτησε να προσπαθεί και να δουλεύει», θα πει ο πατέρας του, ο οποίος – κάτι που σπανίζει – ουδέποτε προσκολλήθηκε στο δικό του παρελθόν και όρισε την τύχη των παιδιών του για να διασφαλίσει την υστεροφημία του.
Αμφότεροι οι γιοι του δοκίμασαν στον ΠΑΟΚ, αλλά κατέληξαν στον Άρη! «Ο ΠΑΟΚ δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον, σε αντίθεση με τον Άρη που επέμεινε πολύ και έδειξε μεγάλη επιθυμία να προχωρήσει σε συνεργασία με το παιδί», δηλώνει λίγο μετά την εποχή, στην οποία ο Βαγγέλης Αγγέλου θα πιέζει τη διοίκηση του Άρη για να αποκτήσει τον Κώστα Μήτρογλου στο δυναμικό της. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν το καλοκαίρι του 2013 και μετά το αρχικό ναυάγιο, βρέθηκε ο Ντίμης Παπαϊωάννου να καλύψει τις απαιτήσεις των 50.000 ευρώ του Ροδόπουλου και να ολοκληρωθεί η μεταγραφή.
Στις 6 Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε η μεταγραφή και ο Ντίνος Μήτογλου θα γινόταν μέλος μιας εκλεκτής ελίτ ελπιδοφόρων παικτών, όπως ήταν ο Μποχωρίδης, ο Βεζένκοφ, ο Γκίκας, ο Λαρεντζάκης και ο Πουλιανίτης. «Είναι πολύ μεγάλη η χαρά μου που ολοκληρώθηκε η μεταγραφή μου στον Άρη, σε μία τεράστια ομάδα, με ιστορία και τίτλους. Αποτελεί την ύψιστη τιμή για μένα το γεγονός ότι θα φοράω τη φανέλα αυτής της ομάδας», δήλωνε τότε ο Μήτογλου, ωστόσο καλώς ή κακώς δε θα προλάβαινε να φορέσει για πολύ καιρό την κιτρινόμαυρη φανέλα.
Το ριζικό του ήταν να φορέσει την πράσινη. Την πράσινη του Wake Forest, την πράσινη του Παναθηναϊκού.
Πόσες μέρες έχουν περάσει;
Νομίζω 1965.
Κάτσε… Από πότε;
Μπερδεύτηκα, άσε με.
Σβήσε. Γράψε. Άντεξε. Και κλάψε. Κλάψε όσο χρειάζεται. Κλάψε όσο χρειάζεσαι.
Στις 7 Ιουνίου του 2018, ο Ντίνος Μήτογλου δεν είχε παίξει δευτερόλεπτο στη νίκη του Παναθηναϊκού στο ΣΕΦ. Έπαιξε στο ίδιο γήπεδο μετά από πέντε χρόνια και τρεις μήνες. Νίκησε. Έκλαψε. Και για πρώτη φορά επέτρεψε στον εαυτό του να ξεχάσει όσα πέρασε…