MENU

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '20 στην Ελλάδα δεν υπήρχε καν σκέψη να συσταθεί Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Το ποδόσφαιρο ήταν ακόμα στα σπάργανα, ο αθλητισμός σαν θέαμα κάτι πολύ ξένο στην υψηλή κοινωνία και στα ανώτερα πολιτειακά κλιμάκια.

Όταν κάποια στιγμή το ελληνικό κράτος αποφάσισε καθυστερημένα να οργανωθεί, το ποδόσφαιρο είχε ήδη αποκτήσει λαϊκό έρεισμα, δεν ήταν τόσο «υποδεέστερο» όσο το λόγιζαν οι προύχοντες. Η ίδρυση και σύσταση της Ομοσπονδίας έφερε για πρώτη φορά σε ευθεία αντιπαράθεση τον κρατικό μηχανισμό με τους μεγάλους συλλόγους της Αθήνας και του Πειραιά.

Για Θεσσαλονίκη και υπόλοιπη επαρχία ούτε λόγος, αφού εκείνη την εποχή οι αποστάσεις φάνταζαν πραγματικά δυσθεώρητες και μόνον οι πλούσιοι είχαν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν τόσο μακριά. Ένα ταξίδι Αθήνα-Θεσσαλονίκη ήταν πραγματικά μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Άλλωστε εκείνα τα χρόνια, στην επαρχία το άθλημα δεν ευρέως διαδεδομένο. Υπήρχαν και οι τρεις μεγάλοι των Αθηνών και του Πειραιά, αλλά πλήρως «κατανεμημένοι». Η ΑΕΚ ήταν η ομάδα των προσφύγων, ο Ολυμπιακός του λιμανιού (που εκείνη την εποχή θεωρούνταν τελείως διαφορετικό και ξεχωριστό πράγμα από την Αθήνα) και ο Παναθηναϊκός η ομάδα κυρίως των Αθηναίων αστών.

Υπήρχαν και ο πολύ δυνατός Πανιώνιος - επίσης σωματείο προσφύγων – ο Απόλλων Αθηνών, ο Ατρόμητος Πειραιά, πολλές ομάδες απ’ άκρη σ’ άκρη της πρωτεύουσας, γιατί το ποδόσφαιρο γοήτευε τις λαϊκές τάξεις και ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για κοινωνική εκτόνωση.

Όταν ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά η σύσταση και η συγκρότηση της ΕΠΟ, το ποδόσφαιρο αποτελούσε ατραξιόν για τον Έλληνα και τον Αθηναίο των λαϊκών στρωμάτων, βαθμηδόν αύξανε τους οπαδούς του και από στόμα σε στόμα ξεπηδούσαν καινούριοι λαϊκοί ήρωες.

Το Νοέμβριο του 1926 λοιπόν, ιδρύεται η Ελληνική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, η γνωστή μας μέχρι σήμερα ΕΠΟ. Σχεδόν άμεσα, κατόπιν ευθείας ρήξης με τον Ολυμπιακό εκδίδει μια πρωτόγνωρη απόφαση αποκλείοντας τους Πειραιώτες από κάθε εγχώρια διοργάνωση της δικαιοδοσίας της, συμπεριλαμβανομένων και των φιλικών αγώνων εντός επικράτειας.

 Η απόφαση της ΕΠΟ ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών από μέρους του Ολυμπιακού, ο οποίος εν αντιθέσει με τις σημερινές πρακτικές βρίσκει πρόθυμους συμμάχους απέναντι στη διοργανώτρια αρχή, τους αιώνιους μετέπειτα αντιπάλους του: τον Παναθηναϊκό και την ΑΕΚ.

Κάπως έτσι, την 31η Οκτωβρίου του 1927 γεννιέται το περίφημο «Π.Ο.Κ.» ένα ακρώνυμο που θα στοίχειωνε για πάρα πολλά χρόνια τις συζητήσεις των Ελλήνων φιλάθλων και θα παρέμενε ως σταθερά για περισσότερα από 35 χρόνια, αλλάζοντας επί της ουσίας τον ρου της ιστορίας του ποδοσφαίρου στη χώρα μας.

Ο «Ποδοσφαιρικός Όμιλος Κέντρου» θρυλείται ότι πήρε το όνομά του από τα αρχικά των τριών δυνατών ομάδων του κέντρου, του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού και της Α.Ε. Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι σε ένα αρραγές μέτωπο εναντίον της ΕΠΟ, αποφάσισαν μια πρωία να αυτονομηθούν και επί της ουσίας να δημιουργήσουν μια δική τους "εσωτερική" λίγκα, προσβλέποντας στις πενιχρές - αλλά σημαντικές για την εποχή - εισπράξεις από μεμονωμένα τουρνουά που διεξάγοντο τρεις εποχές του χρόνου: το Κύπελλο Σεπτεμβρίου, το Κύπελλο Χριστουγέννων και το Κύπελλο Πάσχα.

Πρωτεργάτες αυτής της πρωτοφανούς πρωτοβουλίας, ο Θανάσης Μέρμηγκας από τον Ολυμπιακό, ο Απόστολος Νικολαΐδης από τον Παναθηναϊκό και ο Κωνσταντίνος Κωνσταντάρας από την ΑΕΚ, η οποία με την άρνησή της να αγωνιστεί εναντίον του Απόλλωνα για το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα της ΕΠΟ, σφράγισε τη συμφωνία των «παρτιζάνων» μεγάλων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η ΕΠΟ συνεχίζοντας τη λυσσαλέα κόντρα, τιμωρεί αρχικά με τετράμηνο αποκλεισμό τις ομάδες και κατόπιν προχωρά σε ακόμη δραστικότερα μέτρα διαγράφοντάς τες από τα μητρώα της Ομοσπονδίας.

Το 1928 βρίσκει τις τρεις μεγαλύτερες ομάδες στην Ελλάδα, τυπικά εκτός ποδοσφαιρικού χάρτη, να διοργανώνουν φιλικά παιχνίδια μεταξύ τους, σαν να επρόκειτο για παρέες. Εκείνο που η ΕΠΟ δεν περίμενε και δεν κατάφερε να διαχειριστεί, ήταν η λαοφιλία των συλλόγων που απέκλεισε, με αποτέλεσμα τα φιλικά των ομάδων του Π.Ο.Κ. να συγκεντρώνουν τον διπλάσιο και τριπλάσιο όγκο φιλάθλων από τις υπόλοιπες ομάδες των «νόμιμων» τουρνουά της Ομοσπονδίας.

Η εισπρακτική επιτυχία τεράστια, το ενδιαφέρον του ευρισκόμενου σε αργία και με γεμάτες τσέπες εν όψει εορτών κοινού στα ύψη. Το ολοκαίνουριο γήπεδο στην Περιβόλα Αμπελοκήπων, τεράστια ατραξιόν για τους Αθηναίους και τους Πειραιώτες που αποφάσιζαν να κάνουν τότε το ταξίδι για να φτάσουν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Προτού ο πατριάρχης του Παναθηναϊκού Γιώργος Καλαφάτης αποφασίσει να μεταφέρει την έδρα της ομάδας από το οικόπεδο Καραπάνου στην Πατησίων στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, ο χώρος ήταν ένα αγροτεμάχιο που χρησιμοποιείτο ως βοσκοτόπι. Ο αστικός μύθος μάλιστα λέει, ότι οι βέροι Αμπελοκηπιώτες το είχαν ακουστά περισσότερο ως το άντρο του τρελο-Τσακαγιάννη, ενός βοσκού που πετούσε πέτρες και καβαλίνες στους περαστικούς και είχε μετατρέψει το χώρο σε δικό του βασίλειο.

Οι αντιδράσεις του Τσακαγιάννη κάμφθηκαν, οι πρόσφυγες που είχαν καταφθάσει με την καταστροφή του '22 τελικά μεταφέρθηκαν στα προσφυγικά των Αμπελοκήπων, κοντά στα Δικαστήρια. Τότε στο σημείο δέσποζαν οι φυλακές Αβέρωφ και ο Άγιος Σάββας από την απέναντι πλευρά της Λεωφόρου. Ένα μικρό κομμάτι μεταφέρθηκε στα «Κουντουριώτικα», το Δημοτικό Κτήμα Αμπελοκήπων πίσω από το γήπεδο της Λεωφόρου και ο Δήμος Αθηναίων επί Γεωργίου Τσόχα και Γεωργίου Χατζόπουλου μετά, παραχώρησε το αγροτεμάχιο στον Παναθηναϊκό. Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η γέννηση της ιστορικής έδρας του Παναθηναϊκού, της «Λεωφόρου».

 Στην αρχή επρόκειτο για ένα γήπεδο έξι χιλιάδων θεατών, μετά τη διοργάνωση του πρώτου τουρνουά του ΠΟΚ (ένα «κύπελλο Πάσχα») όμως, έγινε κατανοητό ότι η χωρητικότητα του γηπέδου έπρεπε να αυξηθεί. Πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν να θαυμάσει από κοντά τους τρεις μεγάλους του Κέντρου, μαζί με τις εξωτικές για την εποχή Μπεογκράτσκι από τη Γιουγκοσλαβία και μια μεικτή ρουμάνικη ομάδα αποτελούμενη κυρίως από ποδοσφαιριστές της Σπάρτα και της Βένους Βουκουρεστίου.

Η επιτυχία της διοργάνωσης ήταν τόσο μεγάλη, που εξανάγκασε το Δήμο να καλλωπίσει το γήπεδο και να αυξήσει τη χωρητικότητά του της αμέσως επόμενη σεζόν. Για την ιστορία, την πρώτη διοργάνωση κατέκτησε ο «αδικημένος» από την ΕΠΟ Ολυμπιακός πανηγυρικά.

Η πρώτη νίκη του ΠΟΚ εναντίον της ΕΠΟ ήταν πλέον γεγονός, ενώ οι εισπράξεις λόγω της παρουσίας και των ξένων ομάδων πολύ ανώτερες από ένα συμβατικό παιχνίδι είτε του αθηναϊκού είτε του πειραϊκού πρωταθλήματος. Τον κόσμο δεν τον ενδιέφερε η κόντρα του ΠΟΚ με την Ομοσπονδία, το κοινό απλώς διψούσε για ποδόσφαιρο.

 

Το 1928 υψώθηκε από την πλευρά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας η πρώτη ξύλινη εξέδρα σε ελληνικό γήπεδο, χωρητικότητας 1200 θεατών και με τη νέα χρονιά το ΠΟΚ ξεπέρασε εαυτόν. Προσκάλεσε και έφερε στην Αθήνα τις φημισμένες Φερεντσβάρος και Ούιπεστ, δύο θαυμάσιες ουγγρικές ομάδες που αποτέλεσαν την απόλυτη ατραξιόν για το διψασμένο για ποδόσφαιρο κοινό.

Ο Ολυμπιακός ανακηρύχθηκε ξανά κυπελλούχος και για το 1929, ενώ το ΠΟΚ ανά τακτά διαστήματα «προσαρτά» κι άλλους αντάρτες. Τρεις φορές μέσα στη σεζόν το ΠΟΚ έγινε ΠΟΚΑ (το Α του Απόλλωνα), ΠΟΚΑΑ (προστέθηκε το Α του Αθηναϊκού) και ΠΟΚΕ (Εθνικός Πειραιώς). Η ΕΠΟ έχει νικηθεί κατά κράτος παρά τις προσπάθειές της να επιβάλλει το δικό της τουρνουά χρησιμοποιώντας ακόμη και πολιτικούς άρχοντες.

Η Ομοσπονδία δεν διέθετε ένα από τα σημαντικότερα συστατικά της επιτυχίας του αθλήματος: κοινό πρόθυμο να πληρώσει για να παρακολουθήσει τους αγώνες. Η οικονομική δυσπραγία, οι πολιτικές πιέσεις και ο διαφαινόμενος οικονομικός στραγγαλισμός, υποχρέωσαν την Πολιτεία να πιέσει την Ομοσπονδία και για να βρεθεί – έστω μια πρόσκαιρη – λύση.

Η ΕΠΟ υπό πίεση αποφασίζει να κάνει πίσω, αποδέχεται την ήττα της και αίρει τις τιμωρίες. Το κύριο επιχείρημα ήταν ότι Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου χωρίς Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και ΑΕΚ, ήταν αδύνατον να διεξαχθεί.

 Το ΠΟΚ είχε νικήσει κατά κράτος και παρά τη διεξαγωγή του εθνικού πρωταθλήματος, εξακολουθούσε να διοργανώνει δικά του τουρνουά και να ψάχνει ακόμη και τη διεύρυνσή του. Έπεσε στο τραπέζι και η ιδέα δημιουργίας ακόμη και μιας «μεικτής ΠΟΚ», η οποία όντως έγινε και ταξίδεψε για το πρώτο διεθνές φιλικό στην Τουρκία.

Στην Κωνσταντινούπολη αντιμετώπισε μια άλλη μεικτή αποτελούμενη από ποδοσφαιριστές κυρίως της Φενέρ και της Γαλατά, σε ένα ματς που έγινε στο Ταξίμ το φθινόπωρο του 1931. Η ελληνική μεικτή πήρε δύο παληκαρίσιες ισοπαλίες από τους Τούρκους σκορπίζοντας ενθουσιασμό πίσω στην πατρίδα και ανανέωσε το ραντεβού μαζί τους σε ελληνικό έδαφος τρεις μήνες αργότερα.

Η Λεωφόρος πια είχε αποκτήσει εξέδρα από μπετόν, χωρητικότητας άνω των 1500 θεατών, η οποία στο σπλάχνο της έκρυβε χώρους και για άλλα αθλήματα, όπως η ξιφασκία, η πυγμαχία, η γυμναστική. Ο αθλητισμός στην Ελλάδα είχε αποκτήσει σοβαρό έρεισμα, ο κόσμος ακολουθούσε και σε αρκετές περιπτώσεις ήταν διατεθειμένος να πληρώσει αδρά για να παρακολουθήσει το θέαμα.

Η άτυπη ρεβάνς με τη μεικτή Φενέρ-Γαλατά στην Αθήνα, έγινε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα happening στην πρωτεύουσα. Περισσότεροι από 10 χιλιάδες άνθρωποι θα πανηγυρίσουν την επικράτηση της μεικτής ΠΟΚ εναντίον των Τούρκων με 4-1 και λίγες μέρες αργότερα θα ξαναπαρακολουθήσουν τα ινδάλματα της εποχής να έρχονται ισόπαλα με τους Τούρκους με τελικό σκορ 2-2.

Μετά από μια σύντομη διακοπή για τις διεθνείς υποχρεώσεις με την εθνική, αλλά και ορισμένους αγώνες φιλανθρωπικού χαρακτήρα στη βόρεια Ελλάδα (όπως το τουρνουά στη Χαλκιδική το 1932 υπέρ των σεισμοπαθών της Ιερισσού) το ΠΟΚ ήταν τόσο δυνατό που ήλεγχε πλήρως την ποδοσφαιρική ζωή της χώρας.

Εν τω μεταξύ, το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ολοένα και καλλωπιζόταν. Συνεχώς βελτιωνόταν και γινόταν ακόμη λειτουργικότερο. Το 1933 απέκτησε την πρώτη σκεπαστή εξέδρα στην Ελλάδα (στην πλευρά της οδού Τσόχα) και το 1936 ανακαινίστηκε πλήρως από τον τότε δήμαρχο της Αθήνας Κωνσταντίνο Κοτζιά.

 Μέχρι να χτυπήσει την Ελλάδα ο πόλεμος, σημειώθηκαν και οι πρώτες κατακτήσεις τροπαίων πλην Ολυμπιακού: Εθνικός το 1937, ΑΕΚ το 1938, Παναθηναϊκός το 1940. Όπως θα διδάξει η ίδια η ιστορία, ο

Εθνικός είναι και η μοναδική ομάδα εκτός ΠΟΚ που κατακτά το τρόπαιο προπολεμικά, λεπτομέρεια που στη συνέχεια θα διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ιστορία.

Στην κατοχή η Λεωφόρος θα χρησιμοποιηθεί ως νοσοκομείο και οι αίθουσες κάτω από τα τσιμέντα θα μετατραπούν σε τάξεις για τα ορφανά παιδιά, θύματα των εισβολέων. Όταν πλέον οι Γερμανοί θα μπουν στην Αθήνα, θα επιταχθεί και θα υποστεί βαρύτατες ζημιές όταν το 1942 το βομβαρδίζουν οι αντάρτες. Με το τέλος του πολέμου, μέρος των ζημιών αποκαθίσταται και σιγά σιγά με πολύ κόπο θα επανέλθει σε ένα λειτουργικό ποδοσφαιρικό γήπεδο ικανό να φιλοξενήσει αγώνες παρουσία θεατών.

Ο λαός είναι ρημαγμένος, με μίσος ριζωμένο βαθιά μέσα του και το ποδόσφαιρο ήταν από τα ελάχιστα πράγματα που τον ένωναν. Το ποδόσφαιρο ήταν μια από τις ελάχιστες ευκαιρίες να ξαναβρεθούν δίπλα-δίπλα οι Έλληνες, να πανηγυρίσουν ή να στενοχωρηθούν μαζί.

Στη διοργάνωση του 1948, ήλθαν και τα πρώτα επεισόδια, τα πρώτα φαινόμενα βίας. Ο τελικός δεν τελείωσε ποτέ και απλώς απονεμήθηκε άτυπα ο τίτλος στον «φιλοξενούμενο» από το ΠΟΚ Άρη Θεσσαλονίκης για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Το ποδόσφαιρο τελικά ήταν μια πολύ πιο σοβαρή υπόθεση σε σχέση με αυτά που θεωρούσαν στα πολιτικά γραφεία.

Από την αρχή και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το γήπεδο της Λεωφόρου έχει αποκτήσει προβολείς και το πέταλο που έχει «πλάτη» στο Λυκαβηττό. Το συγκεκριμένο πέταλο είναι η ιστορική αργότερα «θύρα 13» η οποία πρωτοϋψώθηκε το 1950 και περατώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το κολυμβητήριο του Παναθηναϊκού.

Οι Αθηναίοι εξακολουθούν να συρρέουν μαζικά στο χωρητικότητας 13 χιλιάδων πλέον γήπεδο και να παρακολουθούν από κοντά τις μάχες του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ στα χώματα της Λεωφόρου. Οι «αιώνιοι» μεταλλάσσονται στους τίτλους, κατακτούν από δύο τρόπαια προτού σπάσει το δίπολο η ΑΕΚ το 1955. Ο κόσμος όμως έχει αρχίσει να κουράζεται με το ίδιο ξαναζεσταμένο φαγητό.

Τα τουρνουά που διοργανώνει το ΠΟΚ αρχίζουν και φθίνουν, το κοινό θέλει κάτι διαφορετικό, πολλές φορές αντιλαμβάνεται τον εμπαιγμό και ότι προσπαθούν να το ξεγελάσουν με στόχο τις εισπράξεις. Η συμμαχία των μεγάλων για πρώτη φορά δοκιμάζεται, γιατί όπως γινόταν και θα γίνεται πάντα, ο νικητής μπορεί να είναι μόνο ένας. Το ΠΟΚ δεν είναι πλέον τόσο αρραγές και η αντιπαλότητα μεταξύ των τριών δυνάμεων αρχίζει και ανεβαίνει.

 Τα παιχνίδια γίνονται ακόμη πιο σκληρά, ξεφεύγουν από το φιλικό χαρακτήρα και οι αγώνες προσφέρονται μόνον ως «ρεβάνς» για ήττες στα τοπικά πρωταθλήματα ή για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Έπειτα

υπήρχαν και οι κακές χρονιές και οι «μικροί» που τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι. Το πιο τρανό παράδειγμα απ’ όλα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, είναι ο Εθνικός.

Το 1957, η θρυλική ουγγρική Χόνβεντ έκανε περιοδεία ανά τη Μεσόγειο με στόχο τα μέλη της να κερδίσουν κάποια χρήματα για να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους. Όταν οι Ούγγροι πάτησαν Ελλάδα, οι Έλληνες φίλαθλοι δεν ήταν απλώς εκδηλωτικοί, οι αντιδράσεις τους και η υποδοχή τους υπήρξε μοναδική στα μέχρι τότε χρονικά.

Φίλαθλοι υποδέχτηκαν κατά χιλιάδες τους Ούγγρους στο αεροδρόμιο, επικράτησε ένας άνευ προηγουμένου παροξυσμός και όταν διέρρευσαν οι πρώτες φήμες περί συμφωνίας των μεγάλων αστέρων της Χόνβεντ με τον Εθνικό, το ελληνικό ποδόσφαιρο εκτοξεύθηκε από την ανυποληψία στην κορυφή του ενδιαφέροντος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Πούσκας, Τσίμπορ, Γκρόσιτς και Κόκσιτς, ήταν ασύλληπτα καλοί ποδοσφαιριστές, τους διεκδικούσαν ευρωπαϊκές ομάδες του διαμετρήματος της Ίντερ, της Μίλαν, της Ρεάλ. Η είδηση ότι ο Δημήτρης Καρέλλας, ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης τότε στην Ευρώπη εταιρείας κλωστοϋφαντουργίας "ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Ε", συμφώνησε μαζί τους και τους έκλεισε για τον Εθνικό, έκανε το γύρο του κόσμου. Ήταν η πρώτη φορά που το ΠΟΚ διαισθάνθηκε κίνδυνο αφανισμού. Δεν είχε φοβηθεί κυβερνήσεις, επεισόδια, πριμοδοτήσεις και τιμωρίες από την ΕΠΟ, έτρεμε όμως τον Εθνικό του Καρέλλα.

Η ουσία είναι ότι ο Εθνικός είχε συμφωνήσει με τους Ούγγρους αστέρες και με αρκετούς ποδοσφαιριστές της Εθνικής Ελπίδων της Ουγγαρίας, κορυφαίος εκ των οποίων ήταν ο επονομαζόμενος «νέος Πούσκας», ονόματι Ζάμπο.

Με μια κίνηση ματ ο Εθνικός είχε μετατραπεί στο απόλυτο φαβορί όχι απλώς για τους εγχώριους τίτλους, αλλά ακόμα και για τις τότε ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Το ΠΟΚ κινητοποιήθηκε άμεσα, η πίεση σε πολιτικά και μη γραφεία υπήρξε ασφυκτική. Έπρεπε με κάθε τρόπο να αποφευχθεί η πραγματοποίηση εκείνου του τρελού ονείρου του Καρέλλα, γιατί ο Εθνικός θα «εξαφάνιζε» Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό και ΑΕΚ.

Σε εκείνο το τουρνουά του ΠΟΚ το Πάσχα, ο Εθνικός είχε χρησιμοποιήσει απλώς για ένα ημίχρονο τους Πούσκας και Κόκσιτς. Ήταν αρκετό για να θορυβηθούν άπαντες, διότι η διαφορά που έκαναν τα δύο μέλη της άλλοτε Χρυσής Ομάδας της Ουγγαρίας στο γήπεδο, ήταν τεράστια.

Το ΠΟΚ διαισθανόμενο τον κίνδυνο της αλλαγής του status quo στο ελληνικό ποδόσφαιρο, μετήλθε κάθε μέσου και χρησιμοποιώντας εν αρχή την ΕΠΟ και κατόπιν την (τότε) πάντοτε βολική και πρόθυμη Προοδευτική, κατόρθωσε να αποτρέψει την επανάσταση.

 Το σχέδιο αφανισμού του Εθνικού προχώρησε σκαιότατα, αφού η Προοδευτική τον κατήγγειλε για μια αστεία απόπειρα δωροδοκίας και η ΕΠΟ με κυβερνητική στήριξη προχώρησε στην πιο άδικη τιμωρία από

καταβολής ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Ο Εθνικός αποβλήθηκε από τις εθνικές διοργανώσεις και μηδενίστηκε σε όλα τα παιχνίδια προκειμένου να μην κατακτήσει το πρωτάθλημα.

Το μπάχαλο που ξέσπασε στην Ελλάδα ήταν παροιμιώδες, οι Ούγγροι προεξέχοντος του Πούσκας παρέμειναν για ένα δίμηνο στην Ελλάδα περιμένοντας κάτι θετικό και ο Καρέλλας μάταια κυνήγησε την υπόθεση στα δικαστήρια.

 Ήταν τέτοια η φρενίτιδα εκείνη την εποχή, που ειδικά ο Πούσκας, είχε προσκληθεί στο ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού στο Στάδιο Καραϊσκάκη, σαν ατραξιόν. Στο ματς είχαν γίνει και πάλι επεισόδια εξ αιτίας των σκανδαλωδών αποφάσεων του διαιτητή και ζητήθηκε από το μακαρίτη τον Φέρεντς να κάνει μέχρι και το διαιτητή μετά την οριστική διακοπή στο μισάωρο του αγώνα.

Προφανώς ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ο Καρέλλας πιεζόμενος υπαναχώρησε και οι Ούγγροι έφυγαν από την Ελλάδα. Όταν η ΕΠΟ έκανε άρση της τιμωρίας του Εθνικού και η Προοδευτική εγγράφως παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχε καμία απόπειρα δωροδοκίας, ο Κόκσιτς με τον Τσίμπορ είχαν υπογράψει με τη Μπαρτσελόνα και ο Πούσκας με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι μέχρι και σήμερα είναι η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Από αγκάθι βγαίνει ρόδο συνηθίζει να λέει ο θυμόσοφος λαός και η συγκεκριμένη υπόθεση όντως έδωσε το έναυσμα για να κινηθεί σοβαρά η Πολιτεία και να ασχοληθεί επιτέλους θεσμικά με το ποδόσφαιρο. Καθιερώνεται η Α’ Εθνική, με την προϋπόθεση ότι η ΕΠΟ θα επιτρέπει στο ΠΟΚ να διοργανώνει τα τουρνουά του. Τα πράγματα όμως έγιναν ακόμη χειρότερα, αφού οι ομάδες παρουσιάζονταν εντελώς αδιάφορες ή επιδίδονταν απλώς σε φτηνά κόλπα δημιουργίας εντυπώσεων.

 Ήταν πια φανερό ότι το ΠΟΚ μετά τη διαφυγή του κινδύνου που λεγόταν Εθνικός, πλησίαζε στο τέλος του. Ούτως ή άλλως το ενδιαφέρον του κοινού είχε μειωθεί δραματικά, ο κόσμος δικαίως προτιμούσε τους αγώνες του εθνικού πρωταθλήματος και του κυπέλλου.

Οι ποδοσφαιριστές πλέον έχοντας το παράδειγμα των ξένων συναδέλφων τους, είχαν περισσότερες απαιτήσεις, δεν αρκούνταν σε ένα χαρτζιλίκι ή «μια πορτοκαλάδα» όπως είχε πει με πίκρα ο Δομάζος για τα πρώτα του χρόνια στον Παναθηναϊκό.

Το ποδόσφαιρο δεν ήταν πια τόσο παρακατιανό όπως το θεωρούσαν οι παλιοί, είχαν ξεπηδήσει τα πρώτα εξειδικευμένα περιοδικά, οι πρώτοι έρωτες μεταξύ των αστεριών της μπάλας με πρωταγωνίστριες σινεμά, τα οικονομικά και τα κοινωνικά μεγέθη κινούνταν σε άλλα επίπεδα.

Η Λεωφόρος είχε πλέον χορτάρι αντί για χώμα και χαλίκι, μπορούσε να φιλοξενήσει πάνω από 18 χιλιάδες θεατές και το κυριότερο είχε μετατραπεί στην απόλυτη έδρα του Παναθηναϊκού, αφού Ολυμπιακός και ΑΕΚ σιγά σιγά μετακόμισαν σε Καραϊσκάκης και Νέα Φιλαδέλφεια.

Οι ρομαντικές εποχές του Μαρόπουλου και του Μεσσάρη, των ποδοσφαιριστών ΑΕΚ και Παναθηναϊκού που είχαν μετατρέψει έναν φιλικό αγώνα σε αντιπολεμική πορεία, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο καθένας διεκδικούσε όσα περισσότερα μπορούσε, στο «παιχνίδι» είχαν μπει και οι ομάδες της Θεσσαλονίκης, της επαρχίας, το ΠΟΚ είχε πάψει να είναι δυνατό και ενωμένο.

Το 1963 ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος μια συμμαχίας που είτε φανερά είτε άτυπα προσπάθησε να πάρει από το ποδόσφαιρο όσα περισσότερα μπορούσε. Έγινε μια ψευτο-προσπάθεια αναβίωσής του μια χρονιά αργότερα με τη διοργάνωση ενός τουρνουά, αλλά δεν στέφθηκε με επιτυχία, αφού το κοινό το περιφρόνησε.

Τα χρόνια πέρασαν, κάθε ομάδα διέγραψε τη δική της πορεία, εμπλούτισε την ιστορία της, ήταν όμως τόσο έντονη εκείνη η μακρά περίοδος που ο φίλαθλος κόσμος δεν έχει διαγράψει από τη μνήμη και το λεξιλόγιό του «το ΠΟΚ». Η ιστορία είναι πάντα εδώ, διδάσκει και καθοδηγεί, ποτέ όμως δεν αποτελεί πραγματικό οδηγό για τον μέλλον και την εξέλιξη. Ιερές και ανίερες συμμαχίες γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται. Το ζητούμενο είναι να μην πληγώνουν το ίδιο το άθλημα στο βωμό μιας κοντόφθαλμης προσέγγισης της επιτυχίας. 

SDNA Google news
ΜΑΘΕΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ - ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ SDNA logo ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η ιστορία του ΠΟΚ
EVENTS