Στο Τσαντ, αυτό το αχανές κράτος στην κεντρική Αφρική, που έχει έκταση όσο δέκα Ελλάδες και φιλοξενεί πάνω από 200 (!) διαφορετικές φυλές, καθεμιά με τη δική της γλώσσα και κουλτούρα, η κύρια έγνοια των περισσότερων ανθρώπων είναι να βρουν κάτι να φάνε και να τους βρει ζωνταντούς το επόμενο ξημέρωμα. Ο αθλητισμός περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Το Τσαντ μοιάζει σαν την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Ελάχιστοι γνωρίζουν τι συμβαίνει εκεί. Κι ακόμα λιγότεροι ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει εκεί. Ακόμα και τον σημερινό καιρό της (ποδοσφαιρικής) παγκοσμιοποίησης, λίγοι παίκτες απ’ αυτή τη χώρα σταδιοδρομούν στην Ευρώπη. Γι’ αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία να ψάξει κανείς την ιστορία του Μάριους Μουαντιλματζί, του νέου σέντερ φορ του Ολυμπιακού.
Γεννημένος στη Ντόμπα, μια κομβική πόλη στο νότιο Τσαντ όπου κυριαρχεί η φυλή των Σάρα, ο Μάριους πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε αυτοσχέδια χωμάτινα γήπεδα. Στην αρχή ως… τερματοφύλακας: Ήταν από μικρός ψηλός για την ηλικία του, γεροδεμένος, αλλά άτεχνος. Η τηλεόραση του Τσαντ δείχνει σχεδόν αποκλειστικά μόνο γαλλικό πρωτάθλημα, έτσι κι αυτός… ταυτίστηκε με τον Γκρέγκορι Κουπέ, που μεσουρανούσε τότε στην φοβερή και τρομερή Λυών.
Η θητεία του κάτω από τα δοκάρια δεν μακροημέρευσε. Το 2011, στα 13 του χρόνια, αποφάσισε να αφήσει τις αλάνες και να εγγραφεί σε έναν σύλλογο. Δεν είχε και πολλές επιλογές, η CF Doba ήταν η μοναδική του. Ο ίδιος θυμάται πως όλοι οι προπονητές που τον είδαν είπαν ότι έχει μεγαλύτερες προοπτικές αν παίξει στην… άλλη μεριά του γηπέδου, ως σέντερ φορ. Τους άκουσε.
Και δεν έχασε. Με το που συμπλήρωσε τα 18 του χρόνια, τον ζήτησαν από την πρωτεύουσα. Εκεί, δηλαδή, που εδρεύουν σχεδόν όλες οι σοβαρές ομάδες της υποβαθμισμένης Πρέμιερ Λιγκ της χώρας. Το ταξίδι του προς την φωτεινή πλευρά του φεγγαριού άρχισε από την Γκαζέλ, έναν ιστορικό σύλλογο, παρ’ ότι η οικογένειά του είχε εκφράσει αντιρρήσεις σ’ αυτή την επιλογή. Θεωρούσε το ποδόσφαιρο κάτι πολύ αβέβαιο.
Η πρώτη του σεζόν με την ομάδα ήταν ονειρική: Πέτυχε 20 γκολ σε 25 ματς. Αμέσως έψαξε το επόμενο βήμα, το οποίο ήταν πολύ πιο κοντά απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Η Κότονσπορ, ομάδα που έδρευε στο βόρειο μέρος του γειτονικού Καμερούν, ενδιαφέρθηκε να τον αποκτήσει με κανονική μεταγραφή. Στο Καμερούν το ποδόσφαιρο είναι αλλιώς οργανωμένο, υπάρχει άλλη σύνδεση με τις ευρωπαϊκές ομάδες, κοινώς θα μπορούσε να «εκτεθεί» περισσότερο.
Δεύτερη ονειρεμένη χρονιά στην Κότονσπορ, μια από τις μεγάλες δυνάμεις του Καμερούν: 18 γκολ σε 24 αγώνες! Συμπεριλαμβανομένου ενός γκολ που πέτυχε με τα… οπίσθια (περίπου στο 4:00 του βίντεο) και για το οποίο ο ίδιος διευκρίνισε ότι εκείνη τη στιγμή το ήθελε, αλλά αν του δινόταν πάλι η ευκαιρία δεν θα το ξαναέκανε, διότι δείχνει ασέβεια προς τον αντίπαλο…
Πλέον το όνομά του άρχισε να συζητείται και στην Ευρώπη. Κυρίως από το Βέλγιο υπήρξε ενδιαφέρον, από Γάνδη και Άντερλεχτ, και η ελβετική Ζυρίχη μπήκε στο κόλπο. Το καλοκαίρι του 2018, όμως, εντελώς ξαφνικά ανακοινώθηκε η συμφωνία του με την Πόρτο.
Γιατί προτίμησε την Πορτογαλία; Ο λόγος είχε ονοματεπώνυμο: Βίνσεντ Αμπουμπακάρ. Ο Καμερουνέζος επιθετικός, γέννημα-θρέμμα της Κότονσπορ, έπεισε τον νεαρό Μάριους ότι μπορούσε να γίνει η ιδανική «γέφυρα» προς την Ευρώπη. Η τύχη, μάλιστα, το’ φερε έτσι που στον ντεμπούτο του στην ανδρική ομάδα της Πόρτο στις 11 Αυγούστου αντικατέστηε τον Αμπουμπακάρ και σκόραρε κιόλας το τελευταίο γκολ στο 5-0 εναντίον της Τσάβες.
Παρά την εντυπωσιακή αρχή, στην Πόρτο τα πράγματα δεν ήλθαν όπως τα περίμενε. Φάνηκε ότι δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτό το επίπεδο και ο Σέρτζιο Κονσεϊσάο του έδινε μερικές ολιγόλεπτες συμμετοχές. Το 2020 δόθηκε δανεικός για ένα εξάμηνο στην Άβες, στην οποία έπαιξε 12 ματς χωρίς να σκοράρει. Τον Ιανουάριο του 2021 αποφάσισε να λύσει το συμβόλαιό του με την Πόρτο, ενώ είχε ακόμη διάρκεια 18 μηνών, αφού έβλεπε ότι ο σύλλογος δεν είχε σκοπό να του δώσει κάποια ευκαιρία.
Έμεινε χωρίς ομάδα για έξι μήνες. Στην αγορά που κυκλοφόρησε, οι προτάσεις που έγιναν ήταν μάλλον χαμηλού επιπέδου, από Β’ Ισπανίας, Β’ Τουρκίας και Σουηδία, αλλά δεν πτοήθηκε. Η Σεραϊνγκ από το Βέλγιο, που μόλις είχε ανέβει κατηγορία, του έδωσε το χαμηλότερο προβλεπόμενο συμβόλαιο τον Ιούλιο του 2021. Το προτίμησε κυρίως διότι θα μπορούσε να μιλήσει γαλλικά και να μην αλλάξει εντελώς κουλτούρα.
Στη Σεραϊνγκ έμεινε δύο χρόνια. Η πρώτη του χρονιά ήταν σχεδόν απαρατήρητη με 3 γκολ. Τη δεύτερη, όμως, πέτυχε 11 γκολ και αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας, το όνομά του «έπαιξε» και πάλι παρά τον υποβιβασμό της ομάδας του. Τότε ακριβώς ήλθε η πρόταση από τη Σαμσούνσπορ στην Τουρκία.
Την τριετία που πέρασε στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας τη διέκρινε η σταθερότητα. Τα γκολ του φλέρταραν με το διψήφιο νούμερο και τις τρεις χρονιές, ήταν από τους παίκτες που μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει «τίμιους»: Θα βάλουν αυτό που πρέπει. Βεβαίως τα επτά γκολ που πέτυχε με τη Σαμσούνσπορ στο περσινό Conference League συγκέντρωσαν πάνω του αρκετά περισσότερο τα φώτα της δημοσιότητας, μέχρι και η ιστοσελίδα της UEFA του έκανε αφιέρωμα.
Γι’ αυτό και η «αγοραία αξία» του σύμφωνα με το transfermarkt βρίσκεται σε ανοδική τροχιά: Όταν υπέγραψε στη Σαμσούνσπορ «άξιζε» 1,2 εκ. ευρώ, τώρα έχει εκτοξευθεί στα 7 εκ. ευρώ. Τι λέει αυτό; Τίποτα σίγουρο, εκτός του ότι δεν τον έχει εγκαταλείψει η φιλοδοξία να φτάσει ακόμα ψηλότερα.