Ήταν μία μικρή, ασήμαντη, ανεπαίσθητη στιγμή, σαν αυτές που περνάν και χάνονται. Δεν επηρέασε ποτέ την ροή του ματς, δεν καταγράφηκε ποτέ στα χάι - λάιτ, ο σκηνοθέτης της χάρισε ένα μικρό πλάνο και επέλεξε να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Ίσως και δικαίως.
Στα δικά μου μάτια ήταν σαν μία αποκάλυψη. Μία στιγμή που σηματοδοτεί το αγωνιστικό πέρασμα σε ένα new era, το σλόγκαν που χρησιμοποιεί ο ΠΑΟΚ για να νοηματοδοτήσει τη μετάβαση σε μία νέα, διαφορετική εποχή.
Ο Δικέφαλος μόλις είχε κερδίσει ένα πέναλτι. Πραγματικά, το είχε κερδίσει όμως. Για να πειστεί ο Ιταλός Κολόμπο ότι έχασε μία οφθαλμοφανή φάση χρειάστηκε ένα μαζικό πέσιμο από ένα τσούρμο παίκτες με ασπρόμαυρες φανέλες, που ήθελαν να διεκδικήσουν το δίκιο τους μέσω του VAR.
Μόνο που δεν έμειναν εκεί. Τα δύο ντερέκια της ομάδας, τα δυο πρωτοπαλίκαρα, νιόφερτοι και οι δύο, έκαναν κάτι που παραέξω μπορεί πια να είναι ο κανόνας, μα εδώ είναι η εξαίρεση.
Ο Σερίφ Εντιαγέ πήγε και κατσικώθηκε στην βούλα του πέναλτι, ώστε να βεβαιωθεί ότι κανείς αντίπαλος δεν θα σκεφτεί το ενδεχόμενο δολιοφθοράς, να σκάψει μια λακούβα, η χειρότερη παγίδα για κάθε εκτελεστή.
Έμεινε εκεί. Ακούνητος. Βράχος. Πως να κουνήσεις ένα βουνό από τη θέση του;
Δίπλα του, σε ρόλο σωματοφύλακα για παν ενδεχόμενο, ο Ντιέγκο Κόστα. Μόνο και μόνο το παρουσιαστικό του Βραζιλιάνου, φωνάζει δυνατά δύο λέξεις: δεν μπλέκεις!
Οι δυο τους, αυθόρμητα, πήγαν και προστάτευσαν τα κεκτημένα. Κανείς αντίπαλος δεν μπόρεσε καν να προσεγγίσει την βούλα του πέναλτι.
Οι πιο σκληροί του γηπέδου είχαν επιβάλλει τον δικό τους νόμο. Κάτι εντελώς παράταιρο για τον ΠΑΟΚ, που εδώ και χρόνια είχε μάθει να επιβάλλεται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο: την ποιότητα. Την αίσθηση της ποιοτικής υπεροχής / ανωτερότητας.
Αστραπιαία, το μυαλό γύρισε μερικά λεπτά πιο πίσω. Στην πρώτη κατεβασιά του Άρη στο ματς.
Ο Τζόντζο Κένι με ένα σχεδόν αχρείαστα σκληρό τάκλιν, πήγε και σήκωσε στον αέρα τον Γιαννιώτα στο πρώτο λεπτό του ματς, με ένα old school κλάδεμα.
Πήρε αμέσως την κίτρινη κάρτα. Μα συνάμα, έδωσε και τον τόνο, το ύφος του ντέρμπι. Πέρασε το μήνυμα, ότι απόψε, εδώ, θα πέσουν κορμιά.
Στα επίσημα, ο Λέο Μάτος θα χαμογελούσε σαρδόνια γεμάτος καμάρι. Αυτά τα δυνατά τάκλιν, στο πρώτο, στο δεύτερο λεπτό ήταν το δικό του μήνυμα στον προσωπικό του αντίπαλο, ότι απόψε δεν θα περάσει καλά.
Αν σκεφτεί κανείς τα δύο γκολ απέναντι στον Άρη, είναι δύο γκολ της νέας εποχής. Δεν έχουν φινέτσα, δεν έχουν κλάση, δεν έχουν ατομική ή ομαδική ποιότητα. Είναι γκολ προσπάθειας, μόχθου, πάθους, ορμής, ωμής δύναμης.
Το πρώτο ξεκινάει από μία στατική φάση και την επιμονή για μία κερδισμένη δεύτερη μπάλα.
Στο δεύτερο, η πρώτη ζώνη πρέσινγκ, με μπροστάρη τον νέο… Σερίφη του ΠΑΟΚ κυνηγάει λυσσασμένα να κλέψει μια μπάλα στο κέντρο κι από εκεί ξεκινάει που ολοκληρώνεται σε 6 δευτερόλεπτα και οδηγεί τον Ζίβκοβιτς να μπει σχεδόν με την μπάλα στα δίχτυα.
Μέχρι το απόγευμα της Κυριακής, ο ΠΑΟΚ έψαχνε για αγωνιστικό προσανατολισμό, για ύφος, για στιλ, για ταυτότητα. Αίφνης, φαίνεται να αποκτά μία κατεύθυνση. Να οδηγείται προς κάπου.
Ο Δικέφαλος δεν είναι πλέον soft.
Ο brutal Ντιέγκο Κόστα ήρθε να σκληρύνει και τον Γιάννη Μιχαηλίδη που ήταν αλάνθαστος.
Ο Γιάκιτς ήρθε για να συμπληρώσει με ωμή δύναμη μία μεσαία γραμμή που δεν έχει γλυκά χαρακτηριστικά, αλλά βασίζεται στα τρεξίματα (Ζαφείρης) το ύψος, τον όγκο (Ούγκρεσιτς).
Οι μπροστινοί του (Εντιαγέ, Μπανζά) δεν βασίζονται στο συμμετοχικό ποδόσφαιρο, ούτε στην τεχνική τους, αλλά στα μούσκουλα, τη σβελτάδα, την αντοχή, την αλτικότητα, το physicality.
Δεν ξέρω αν ο ΠΑΟΚ το βρήκε.
Δεν ξέρω καν αν αυτό είναι το συμπέρασμα της μιας βραδιάς λόγω της ιδιαιτερότητας που κρύβει το ντέρμπι με τον συμπολίτη.
Υπάρχει, όμως, ένα αποτύπωμα. Μία δήλωση πως ο Δικέφαλος αλλάζει ποδοσφαιρικό ύφος.
Εγκαταλείπει την… δαντέλα και πάει σε ένα πιο ωμό, τραχύ, σκληρό στιλ, στο οποίο κανείς δεν θα φοβάται να λερωθεί.
Σε ένα αρχέγονο στιλ που ξαφνικά μπορεί να ξυπνήσει οπαδικά ένστικτα που είχαν καταλαγιάσει για καιρό…