MENU

Μπορείς σε ηλικία 12 ετών να πεις ότι έχεις… μπουχτίσει από κάτι; Οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, πόσο μάλλον το ποδόσφαιρο; Ο Λόβρο Μάγερ, ο 28χρονος Κροάτης χαφ που συμφώνησε με την ΑΕΚ, το’ χει περάσει κι αυτό. Ίσως διότι από τότε που ξεκίνησε την καριέρα του μέχρι και σήμερα παραμένει ένας καλλιτέχνης και έχει τέτοια άποψη, «καλλιτεχνική», για τη μπάλα. Κι αυτό στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι ευχή και κατάρα μαζί.

Στα 28 του χρόνια, στην πιο ώριμη φάση της καριέρας του, ο Μάγερ έχει προλάβει να αλλάξει διαφορετικές ταμπέλες. Από το «καλό κι εργατικό παιδί» της αρχής μέχρι το «μεγάλο ταλέντο», αλλά και το «όχι αρκετά σκληρός», από το «ένας νεότερος Μόντριτς» σε «παίκτης που δεν αξιοποίησε το ταλέντο του όσο μπορούσε». Γνώρισε τον ποδοσφαιρικό κόσμο από την καλή και την ανάποδη. Κι αυτό είναι ένα επιπλέον εφόδιο.

Γεννημένος στο Ζάγκρεμπ το 1998, ξεκίνησε να παίζει μπάλα στα σωματεία που βρίσκονταν πιο κοντά στο σπίτι του, την Ποσάβινα και μετά την Κουστόσιγια. Η Ντινάμο Ζάγκρεμπ, που πάντα έχει μάτια σε όλα τα γήπεδα της πρωτεύουσας, τον εντόπισε πολύ γρήγορα. Σε ηλικία μόλις 8 ετών, το 2006, ο Λόβρο εντάχθηκε στις ακαδημίες της «μεγάλης» ομάδας του κροατικού ποδοσφαίρου, όπως πολλά από τα μεγάλα ταλέντα της χώρας. Όμως η πρώτη του σχέση με το ποδόσφαιρο δεν ήταν τόσο ρομαντική όσο θα περίμενε κανείς. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2010, αποχώρησε από την ακαδημία της Ντιναμό, όχι επειδή δεν είχε ταλέντο, αλλά επειδή είπε ότι «είχε αρχίσει να χάνει τη χαρά του παιχνιδιού».

Για ένα διάστημα το ποδόσφαιρο πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Έπαιζε μεν στη Ντουμπράβα, ένα ακόμα συνοικιακό σωματείο του Ζάγκρεμπ, αλλά ο μικρός Λόβρο άρχισε να παίζει χάντμπολ, ένα άθλημα με μεγάλη παράδοση στην Κροατία! Τη σεζόν 2011-12 δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ποδόσφαιρο. Την επόμενη σεζόν δοκίμασε παράλληλα ποδόσφαιρο και χάντμπολ στην Τρίνιε. Ήταν μια περίοδος που ίσως του έκανε καλό, γιατί του επέτρεψε να αποφασίσει χωρίς δεσμεύσεις, και τον ώθησε να επιστρέψει στη μπάλα πολύ πιο ώριμος.

Η νέα του αρχή έγινε στα 15 του, το 2013, στη Λοκομοτίβα Ζάγκρεμπ. Έναν σύλλογο που έχει λειτουργήσει για χρόνια ως θερμοκήπιο ταλέντων για το κροατικό ποδόσφαιρο. Εκεί άρχισε να φαίνεται το ιδιαίτερο χάρισμά του. Δεν ήταν ο παίκτης που εντυπωσίαζε μόνο με ντρίμπλες ή ταχύτητα. Ήταν ένας ποδοσφαιριστής που έβλεπε το γήπεδο διαφορετικά. Η πρώτη επαφή, η πάσα ανάμεσα στις γραμμές, η σκέψη μισό δευτερόλεπτο πριν από όλους τους άλλους έγιναν τα χαρακτηριστικά του.

Στα 18 του είχε ήδη γίνει βασικό στέλεχος της Λοκομοτίβα. Με τη φανέλα της κατέγραψε τις πρώτες του εμφανίσεις και στο κροατικό πρωτάθλημα, αλλά και στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Σύντομα η Ντιναμό Ζάγκρεμπ κατάλαβε ότι είχε αφήσει να φύγει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παιδιά της γενιάς του. Πλήρωσε και 2,5 εκατομμύρια ευρώ το 2018 για να τον φέρει πίσω, και έδειξε να τον πιστεύει τόσο πολύ, που του έδωσε τη φανέλα με το νούμερο 10. Ήταν μια κίνηση με μεγάλο συμβολισμό, και στην Κροατία το συγκεκριμένο νούμερο δίνεται στον πιο ταλαντούχο της ομάδας.

Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πιο δύσκολη από τις προσδοκίες. Στην πρώτη του σεζόν στη Ντιναμό τραυματίστηκε σοβαρά στον αστράγαλο και χρειάστηκε χειρουργείο. Παράλληλα έπρεπε να ανταγωνιστεί έναν άλλο εξαιρετικό δημιουργό, τον Ντάνι Όλμο, ο οποίος τότε αποτελούσε το μεγάλο αστέρι της ομάδας. Για ένα σημαντικό διάστημα ο Μάγερ έμοιαζε να ψάχνει τη θέση του και το ρόλο του.

Ίσως όμως εκεί να φάνηκε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του. Δεν είναι ποδοσφαιριστής που αντιδρά με θόρυβο. Οι άνθρωποι που τον έχουν γνωρίσει μιλούν για έναν ήρεμο, σχεδόν εσωστρεφή χαρακτήρα, έναν παίκτη που προτιμά να δουλεύει παρά να μιλά. Μετά τις προπονήσεις και τα παιχνίδια κάθεται στο βίντεο και… αναλύει τον εαυτό του, παρακολουθεί φάσεις, ψάχνει τι θα μπορούσε να κάνει καλύτερα.

Οι συμπαίκτες του έχουν περιγράψει πολλές φορές το ίδιο μοτίβο. Ένα εξαιρετικά καλό παιδί, ίσως υπερβολικά καλό μερικές φορές για το σκληρό περιβάλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Το ταλέντο υπήρχε, αυτό που χρειαζόταν ήταν να αποκτήσει περισσότερη αυτοπεποίθηση και αγωνιστική σκληράδα. Φαινόταν κι από τα νούμερα: Τη σεζόν 2020-21 έκλεισε με 49 ματς, 14 γκολ και 15 ασίστ.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στη Ρεν. Η μεταγραφή του στη γαλλική ομάδα το 2021, κι ενώ είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά κυρίως τις ευρωπαϊκές του υποχρτεώσεις με τη Ντινάμο (ως το Σεπτέμβριο είχε 5 γκολ και 4 ασίστ στα πρώτα 13 ματς) ήταν το σημείο όπου ο Μάγερ ένιωσε πραγματικά ότι μπορεί να παίξει χωρίς το βάρος της σύγκρισης. Στη γαλλική Λιγκ 1 βρήκε ένα περιβάλλον που ταίριαζε στο ποδόσφαιρό του. Η Ρεν ήταν μια ομάδα που αγαπούσε την κατοχή, την επιθετική δημιουργία, τους τεχνικούς παίκτες.

Εκεί ο Μάγερ έδειξε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Στις δύο σεζόν με την γαλλική ομάδα έπαιξε 79 ματς με 9 γκολ και 16 ασίστ, κυρίως όμως με κυριαρχικό τρόπο παιχνιδιού, σε σημείο που να… αποφασίζει για τα πάντα. Εκεί αναπτύχθηκε σοβαρά και η σύγκριση με τον Λούκα Μόντριτς. Στην Κροατία ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Ένας δημιουργικός μέσος από το Ζάγκρεμπ, με τεχνική ποιότητα και παρόμοια αισθητική στο παιχνίδι. Ο ίδιος όμως πάντα προσπαθούσε να απομακρυνθεί από αυτή την ταμπέλα. Είπε ότι δεν ήθελε να γίνει ο νέος Μόντριτς, αλλά να μείνει ο Μάγιερ.

Το 2022 έζησε την κορυφαία στιγμή ενός Κροάτη ποδοσφαιριστή: το Παγκόσμιο Κύπελλο. Στο Κατάρ ήταν μέλος της εθνικής ομάδας που κατέκτησε την τρίτη θέση και στον μικρό τελικό απέναντι στο Μαρόκο πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα γκολ της καριέρας του.

Η μετακίνησε στη Βόλφσμπουργκ το καλοκαίρι του 2023, έναντι περίπου 25 εκατομμυρίων ευρώ, ήταν το το επόμενο βήμα. Όμως η Γερμανία αποδείχθηκε πιο δύσκολη, παρά την παρουσία του συμπατριώτη του Νίκο Κόβατς στην τεχνική ηγεσία. Ο Μάγερ δεν απέτυχε, αλλά δεν έγινε ποτέ ο απόλυτος ηγέτης που περίμενε η ομάδα. Ο Κόβατς, ένας προπονητής που απαιτεί ένταση και πειθαρχία, ζητούσε περισσότερη σταθερότητα κι έφτασε στο σημείο να τον επικρίνει και δημόσια, έπειτα από ένα ματς με τη Χαϊντενχάιμ, όταν και τον αντικατέστησε στο ημίχρονο.

Στις τρεις σεζόν που συμπλήρωσε στη Βόλφσμπουργκ έπαιξε 75 ματς, με απολογισμό 10 γκολ και 11 ασίστ. Δεν ήταν αυτό που λέμε… πέρασε και δεν ακούμπησε, αλλά οπωσδήποτε για παίκτη αυτού του βεληνεκούς οι «λύκοι» περίμεναν περισσότερα. Όπως είναι φυσικό και η χρηματιστηριακή του αξία, που είχε εκτοξευθεί στα 27 εκ. ευρώ τη χρονιά της μεταγραφής του στη Γερμανία, υποχώρησε στα 8 εκ. ευρώ, εκεί που βρισκόταν πριν ξεκινήσει η ευρωπαϊκή του περιπέτεια.

Αυτό είναι το στοίχημα που συνοδεύει πλέον την παρουσία του στην ΑΕΚ. Η Ένωση δεν αποκτά έναν άγνωστο ποδοσφαιριστή, αλλά έναν παίκτη που έχει ήδη γνωρίσει την κορυφή, έχει νιώσει την πίεση των μεγάλων προσδοκιών και έχει μάθει ότι το ταλέντο από μόνο του δεν αρκεί. Αν χρειάζεται δύο πράγματα, αυτά έχει αποδειχτεί ότι είναι ελευθερία και εμπιστοσύνη. Αν τα βρει στο σχήμα του Νίκολιτς, θα δούμε στο ελληνικό πρωτάθλημα τον Μάγερ της Ρεν και όχι της Βόλφσμπουργκ.

Λόβρο Μάγερ: Ο καλλιτέχνης που αναλύει τον εαυτό του (vids)