MENU

Είναι γύρω στις 4:30 το πρωί. Λίγες ώρες μετά τη λήξη. Η δουλειά έχει τελειώσει. Κυκλοφορείς στους δρόμους με τη μηχανή. Ένα κασκόλ δεμένο στον καθρέφτη. ΤΟ κασκόλ. Ηλικίας 28 ετών. Αυτό που σου είχε πάρει ο Μήτσος -ο πατέρας σου- στο πρώτο -ή τουλάχιστον στο πρώτο που θυμάσαι τα πάντα- ευρωπαϊκό ματς που είδες στα τσιμέντα του παλιού Καραϊσκάκη. Σεπτέμβρης του '95, πριν ακόμη κλείσεις τα 12. Ολυμπιακός – Μάριμπορ 2-0. Το κοιτάς να ανεμίζει. Δεξιά-αριστερά, ακούς κόρνες. Βλέπεις γροθιές στον αέρα. Ένας τυπάκος -είναι δεν θα 'ναι, 20 χρονών- σε κάποιο φανάρι της Μεσογείων, κατεβάζει το παράθυρο: «Πας κάτω μωρή αρρώστια;». Μια ακόμη γροθιά ψηλά. Πλησιάζοντας προς Πειραιά, η πραγματικότητα μπλέκει με τη φαντασία. Τίποτα απ' όσα ζεις εδώ και λίγες ώρες δεν φαντάζει πραγματικό. Βλέπεις εικόνες. Ακούς ήχους. Ο εγκέφαλός σου τα καταγράφει, όμως ακόμη δεν βγάζουν νόημα. Θυμάσαι εικόνες. Θυμάσαι περιστατικά. Θυμάσαι συναισθήματα. Θυμάσαι όνειρα, θυμάσαι εφιάλτες. Όλα περνούν μπροστά σου σαν ταινία του Νόλαν ή του Ταραντίνο ή και των δύο ταυτόχρονα. Μπλεγμένα. Η αίσθηση του χρόνου είναι αυθαίρετη.

Ονειρεύεσαι;

Βλέπεις μπροστά σου τίτλους: «Δεν θα ξαναφάω γκολ στο 89'»: Λιόν – Ολυμπιακός 2-1. «Να κλείσουν τα σύνορα»: Γιουβέντους – Ολυμπιακός 7-0. «Πότε; Ποτέ...»: Μακάμπι Χάιφα – Ολυμπιακός 3-0. «Βάλε λεφτά»: Ολυμπιακός – Λιόν 1-4. «Και τώρα Κυρία μου, περάστε στο ΟΑΚΑ»: Γιουβέντους – Ολυμπιακός 2-1. Γιατί θυμάσαι τι ακολούθησε. Ποιος ακολούθησε. Ακούς ονόματα που ακολουθούνται από ουσιαστικά και ο συνδυασμός τους έχει καταγραφεί στο ασυνείδητο αρκετά ώστε να τα μισείς χωρίς λόγο πια: Μόλντε. Ξυλοκόποι. Χέρενφεϊν. Καρδούλες. Το ίδιο για ονόματα και χώρες. Μακάμπι. Ισραήλ. Ανόρθωση. Κύπρος. Ακούς στο τάβλι «πεντάρες» και θυμάσαι ματς της εφηβείας σου. Ρεάλ, Ρόζενμποργκ. Ακούς «ντόρτια» και εμφανίζονται Λιόν, Βαλένθια, Ατλέτικο, Μακάμπι. Μετατραυματικό στρες.

Εφιάλτης.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, κάπου στο βάθος βλέπεις ένα καπνογόνο να ανάβει. Ακούς μια κόρνα.

Ξυπνάς.

Τώρα φαντάζεσαι τίτλους από το μέλλον. Πόσους τίτλους μπορείς να χωρέσεις στο κείμενο της ζωής σου. Αυτό που περίμενες 22-23 χρόνια να γράψεις; Απ' όταν ξεκίνησες αυτή τη δουλειά.

  • Θρύλος και πάσης Ευρώπης!
  • Πάντα άρρωστοι μ' ένα ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ!
  • Το ζήσαμε κι αυτό, ο Θρύλος μας με τρόπαιο ευρωπαϊκό!
  • Η νύχτα που τα άλλαξε όλα!

Δε σε ικανοποιεί τίποτα. Ξέρεις ότι τίποτα δεν θα βγάλει νόημα από αυτό το κείμενο. Δεν θα υπάρχει καμία συνοχή, καμία σειρά. Θα γράφεις, θα σβήνεις. Θα θυμάσαι. Θα κλαις, θα γελάς. Θα θυμάσαι.

Αυτό το «Η νύχτα που τα άλλαξε όλα», σου αρέσει. Τι άλλαξε; Τα πάντα. Και τίποτα. Το ίδιο άρρωστοι και αύριο το πρωί. Το έγραψες και στα social. Από την άλλη, έγραψε και δεν ξεγράφει. Ο Θρύλος σου. Είναι η πιο πετυχημένη ελληνική ομάδα στην Ευρώπη. Τελεία και παύλα, η όποια αντιπαράθεση ολοκληρώθηκε μέχρι νεοτέρας. Ορκίζεσαι ότι δεν θα ξαναδιαφωνήσεις ποτέ με κανέναν. Θα δείχνεις απλά «1». Ο Βαγγέλης Μαρινάκης. Είναι ο πιο πετυχημένος, ο σπουδαιότερος πρόεδρος στην Ιστορία του συλλόγου. Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ. Είναι ο πιο επιδραστικός προπονητής στην Ιστορία του συλλόγου. Τα συνθήματα. Ποια συνθήματα; Ποια όνειρα τρελά; Πάνε κι αυτά, άλλαξαν οι καταστάσεις, η πραγματικότητα τα έβαλε στο χρονοντούλαπο!

Αυτός ο Χρόνος. Μπορεί να προσπαθείς, να μοχθείς, να παλεύεις για κάτι 30 χρόνια και να έρθει τελικά σχεδόν αβασάνιστα, σχεδόν νομοτελειακά, σαν να έχει προγραμματιστεί από το σύμπαν στην τελευταία του λεπτομέρεια, μέσα σε 3 μήνες. Έχει την πλάκα του ο χρόνος. Το σίγουρο είναι ότι αυτή τη στιγμή που προσπαθείς να πιστέψεις τι έχει συμβεί, να καταλάβεις αν ονειρεύεσαι ή αν ζεις, ο χρόνος δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα. Σε αυτό βοηθάει ότι την Τρίτη δεν κοιμήθηκες. Άυπνος όλη την Τετάρτη. Η ώρα πάει 6. Δεν θα κοιμηθείς ούτε την Πέμπτη, το έχεις πάρει απόφαση. Γυρνάς σιγά σιγά σπίτι, όμως όλα είναι ακόμη εκεί...

Οι αναμνήσεις. Οι εφιάλτες. Οι οδυνηροί αποκλεισμοί. Οι βαριές ήττες. Οι σφαγιαστικές διαιτησίες. Χωράνε μέσα σε 120 λεπτά, 99 χρόνια Ιστορίας, 65 χρόνια στα γήπεδα της Ευρώπης, μια ζωή ποδοσφαίρου σε μια εξέδρα, μπροστά σε μια τηλεόραση, δίπλα σε ένα ράδιο; Μπορεί ένα ματς να αλλάξει την ιστορία ενός ολόκληρου συλλόγου; Μπορεί ένα ματς να σου αλλάξει τη ζωή; Υπό την έννοια ότι θα ξορκίσει για πάντα όλους τους δαίμονες;

Είναι δυνατόν αυτή την ώρα να θυμάσαι τα άσχημα; Να παραγκωνίζει ο νους όλες αυτές τις τεράστιες στιγμές που έχουν περάσει; Νίκες, θρίαμβοι, προκρίσεις; Ρεάλ, Πόρτο, Άγιαξ, Λεβερκούζεν, Λίβερπουλ, Μίλαν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ντόρτμουντ, Λάτσιο, Βέρντερ, Γιουβέντους, Άρσεναλ, Μπενφίκα, Άντερλεχτ, Βαλένθια, Ατλέτικο, Άστον Βίλα. Χωράνε όλα μαζί, ανάκατα, σε ένα μόνο όνειρο;

Ονειρεύεσαι.

Βλέπεις τις τρεις επεμβάσεις του Τζολάκη στα πέναλτι. Όνειρο. Για κάθε μια από αυτές, βλέπεις μια κακή έξοδο του Ελευθερόπουλου. Ο Μπαμπούλας είναι πάντα εκεί, παραμονεύει. Εφιάλτης. Για κάθε μεγάλη νίκη, κάθε πρόκριση, βλέπεις κάθε χρονιά που περνούσε χωρίς «διπλό» στην Ευρώπη και κάθε αποκλεισμό με 9 και 10 βαθμούς την ώρα που έπρεπε να ακούς για πορείες και προκρίσεις με 7 και 8. Για κάθε γκολάρα του Τζόλε, για κάθε ένα του Τζιοβάνι, του Γκόγκιτς, του Στολτίδη, του Γιαννακόπουλου, του Ριβάλντο, του Μήτρογλου, του Ελ Αραμπί, του Φορτούνη, του Ελ Κααμπί, βλέπεις ένα γκολ στο 89' και το 90'. Βλέπεις ένα γκολ-μαχαιριά. Ο Σίντνεϊ Γκοβού στο 89', στο Ζερλάν. Ο Ρομπέρτο Σολδάδο στο 85', στο Μπερναμπέου. Ο Στίβεν Τζέραρντ στο 86', στο Άνφιλντ. Κάποιος Ντέβιτς και κάποια Μέταλιστ, στο 87', στο Καραϊσκάκη. Ο Χουάν Κάρλος Βαλερόν, στο 94', στο Ριαθόρ.

Ο Μπαμπούλας με το «8» στην πλάτη, να σου κάνει «σους» με το δάχτυλο στο στόμα, στο 85', στο ΟΑΚΑ.

Κάποια στιγμή φτάνεις σπίτι. Προσπαθείς να κοιμηθείς. Μάταια. Όλα είναι εκεί. Οι λέξεις. Οι αναμνήσεις. Τα συναισθήματα. Οι δαίμονες. Σημειώνεις, σημειώνεις, σημειώνεις. Διαβάζεις τα πάντα. Όλα τα κείμενα, όλες τις αναρτήσεις. Βλέπεις όλα τα βίντεο. Σηκώνεσαι. «Η φάση σηκώνει περίπτερο και καφέ».

Ξυπνάς.

Τίτλοι. Όλα κόκκινα. «Μεγαλείο». «Το σήκωσε η Ολυμπιακάρα». «Άξιος». «Το πρώτο ευρωπαϊκό το σήκωσε ο Θρύλος». Είναι όλα ένα όνειρο, είσαι σχεδόν σίγουρος. Σίγουρος ότι θα ξυπνήσεις και στο τέλος θα σου μείνει στη μνήμη ένας ακόμη εφιάλτης, για κάτι που δεν έζησες.

Ρουφάς μια τζούρα καφέ και βλέπεις ξανά, για νιοστή φορά, το βίντεο. ΤΟ βίντεο. ΤΟ γκολ. Σέντρα ο Έσε, κεφαλιά ο Ελ Κααμπί, η μπάλα στα δίχτυα. Ο ήχος. Το βουητό. Σεισμός παντού γύρω σου, σε όλη την Αθήνα, όλο τον Πειραιά, όλη την Ελλάδα. Όπου υπάρχει Ολυμπιακός.

Όνειρο.

Ακόμη δεν είσαι σίγουρος... Είναι πραγματικότητα; Είναι όνειρο; Είναι εφιάλτης; Είναι... inception; Όνειρο μέσα σε όνειρο; Γιατί όλα εξακολουθούν να περνούν μπροστά σου, χωρίς να έχεις επιλογή.

Βλέπεις τον Ολυμπιακό να αποκλείεται από όμιλο Champions League 3 φορές με 9 βαθμούς και μία με 10. Βλέπεις τη μπάλα να στρώνεται στον Τζέραρντ και να φεύγει από το δεξί του σαν κομήτης...

Εφιάλτης.

Βλέπεις να περνάει από μπροστά σου, βασανιστικά, μια δεκαετία ολόκληρη μέχρι να πανηγυρίσεις το πρώτο «διπλό» στο Champions League. Στολτίδης, Πατσατζόγλου, Κοβάσεβιτς. Βέρντερ – Ολυμπιακός 1-3. Δώρο 24ων γενεθλίων, 3 Οκτωβρίου 2007.

Όνειρο.

Βλέπεις πράγματα που δεν έζησες, αλλά τα διάβασες τόσες φορές, σου τα διηγήθηκαν τόσες φορές που είναι σαν να ήσουν εκεί. Το Ολυμπιακός – Άντερλεχτ 3-0 και τον αποκλεισμό με τη μεγαλύτερη ίσως διαιτητική σφαγή στην ιστορία των ευρωπαϊκών κυπέλλων, από τον Ούγγρο χασάπη, Κάρολι Παλοτάι.

Εφιάλτης.

Βλέπεις το πρώτο ευρωπαϊκό ματς ματς ελληνικής ομάδας στην Ευρώπη, το Ολυμπιακός – Μίλαν 2-2, με ένα μυθικό γκολ του Ηλία Υφαντή, όπως το περιγράφουν όσοι το έζησαν. Στην κυριολεξία μύθο, αφού παρότι υπήρχε κάμερα στο γήπεδο, ο θρυλικός πρώτος κινηματογραφιστής ποδοσφαιρικών αγώνων στη χώρα μας, Γιάννης Βώκος, «έχασε» τη φάση!

Όνειρο.

Βλέπεις κι άλλες διαιτησίες. Χέλμουντ Κρουγκ με Ρεάλ. Πέναλτι στον Γιαννακόπουλο και αποβολή του Κανιθάρεθ στο 5', κανένα σφύριγμα. Μάρκους Μερκ με Ρεάλ. Στο 1-0, χέρι του Ρομπέρτο Κάρλος στην περιοχή, πέναλτι, αποβολή. Κανένα σφύριγμα. Γκούντερ Μπένκο με Λιόν. Ο Ολυμπιακός θέλει αποτέλεσμα για να προκριθεί, χάνει 1-0. Καθαρό γκολ του Ζιοβάνι, δίνεται οφσάιντ, καθαρό πέναλτι πάνω στον Άλβες, κανένα σφύριγμα. Αρτούρο Ιμπάνιεθ, με Νιούκασλ, τον οποίο οι Άγγλοι δημοσιογράφοι, ψηφίζουν ως Man of the Match! Ένα πέναλτι και δύο ανύπαρκτες αποβολές, ήττα 1-3 στο πρώτο ματς των «16» του UEFA και ένας ακόμη... πρόωρος αποκλεισμός. Ζεσούς Μανθάνο, με Μαρσέιγ. Εν ψυχρώ εκτέλεση και στην εποχή του VAR. Και πόσες και πόσες άλλες, τις οποίες δεν «έπρεπε» να αναφέρεις γιατί «δεν έχεις περάσει ποτέ τους 8».

Εφιάλτες.

Βλέπεις το 6-2 με τη Λεβερκούζεν, φιναλίστ του Champions League, τη μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία της ομάδας στη διοργάνωση. Βλέπεις το 3-3 με τη Ρεάλ, το 1-0 με τη Λίβερπουλ, το 3-1 με τη Ντόρτμουντ, το 2-0 με τη Μάντσεστερ, το 3-1 με τη Μίλαν, το 2-1 με την Κροάσια, το 1-0 με τον Άγιαξ, το 2-1 με την Άρσεναλ, το 3-2 με την Ατλέτικο, το 2-1 με τη Γιουβέντους. Βλέπεις την φετινή πορεία στο Conference. Φερεντσβάρος, Μακάμπι Τελ Αβίβ, Φενέρμπαχτσε, Άστον Βίλα, Φιορεντίνα.

Όνειρο.

Βλέπεις 65 χρόνια, 355 παιχνίδια και 469 γκολ στην Ευρώπη, αμφότερα τα περισσότερα που χρειάστηκε μέχρι το βράδυ της Τετάρτης μια ευρωπαϊκή ομάδα για να φτάσει σε έναν τελικό. Πλέον το ρεκόρ πέρασε στη Σπάρτα Πράγας, όπως κάποτε είχε περάσει και στη Μπεσίκτας το ρεκόρ βαρύτερης ήττας στο Champions League μετά το 8-0 από τη Λίβερπουλ, ξεπερνώντας τα 11 προηγούμενα 7-0. Με πρώτο εκείνο του Τορίνο στις 10 Δεκέμβρη του 2003. Βλέπεις εκείνο το ματς. Θυμάσαι ότι είσαι σπίτι και άρρωστος. Δεν αντέχεις να μείνεις ξύπνιος. Λαγοκοιμάσαι στον καναπέ. Ξυπνάς στο 1-0. Κοιμάσαι. Ξυπνάς. 3-0. Κοιμάσαι. Ξυπνάς μετά το τέλος, στο post game. 7-0.

Εφιάλτης.

Βλέπεις εκείνο το ταπεινό 2-0 με τη Μάριμπορ Μπράνικ στο παλιό Καραϊσκάκη. Πέτρινα χρόνια, άλλες εποχές. Θυμάσαι τα συνθήματα, τον όχλο. Τους προβολείς. Μέχρι τότε ο μπαρμπα-Μήτσος σε πήγαινε μόνο στα κυριακάτικα ματς που ήταν νωρίς. Θυμάσαι το κασκόλ. Το πασατέμπο. Το φελιζόλ για να μην γίνει ο κώλος σου μαύρος από το τσιμέντο. Βλέπεις το Ολυμπιακός – Λιόν 2-1 στο ΟΑΚΑ, το 2000. Έχεις πάει με τον φίλο σου, 17 χρονών. Έχετε ξεροσταλιάσει για ώρες στην ουρά για ένα εισιτήριο, όμως δεν ξέρεις ακόμη ότι στο γήπεδο έχουν μπει αυτοί που έχουν εισιτήριο και ακόμη... κάμποσες χιλιάδες. Κόσμος κρέμεται από παντού. Στα σκαλιά. Στα κάγκελα, στους διαδρόμους. Στο ίδιο σου το κάθισμα. Ναι, η μέση σου έχει γίνει σαν κεφαλαίο Γ, γιατί έχεις βγάλει δύο ώρες καθιστός σε μισό κάθισμα, μαζί με κάποιον άλλο, ο οποίος είχε το δίπλα εισιτήριο, ο οποίος είχε βρει στη θέση του τον παραδίπλα που είχε βρει στην θέση του τον αντιπαραδίπλα, που, που, που... Βλέπεις το Ολυμπιακός – Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ 0-2, με ακόμη περισσότερο κόσμο, την πρώτη σου εντός έδρας ήττα στο Champions League, στην 5η σεζόν συμμετοχής. Θυμάσαι την στεναχώρια που... «έπρεπε» να ζήσεις το πρώτο «διπλό» αντιπάλου στην έδρα της ομάδας σου, αλλά fast forward στο σήμερα, θυμάσαι ότι ο Ολυμπιακός κόντραρε τους πάντες, θυμάσαι και την ενδεκάδα εκείνης της Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον και... κλαις: Μπαρτέζ, Έργουϊν, Γιόνσεν, Μπλαν, Γκ. Νέβιλ, Κιν, Βερόν, Σκόουλς, Γκιγκς, Μπέκαμ, Φαν Νίστελροϊ.

Όνειρα.

Βλέπεις το χατ τρικ του τούρμπο-Μπεντ Κρίστενσεν αλλά και το καταδικαστικό αυτογκόλ του Αμανατίδη με την Τενερίφη, το '94. Βλέπεις το φάουλ-μαχαιριά του Σούκερ στην παράταση, με τη Σεβίλλη το 95'. Βλέπεις το χατ-τρικ... κάποιου Αγιεγκμπένι με τη Χάιφα στην Κύπρο, το 2002 και όλους τους οδυνηρούς αποκλεισμούς από όλες τις... Μακάμπι της γης, τα επόμενα χρόνια. Βλέπεις την εξ' επαφής χαμένη κεφαλιά του Αμανατίδη το '99, με τη Γιουβέντους. Βλέπεις το ΓΣΠ να γέρνει και τον Ολυμπιακό σκιά του εαυτού του στο 3-0 από την Ανόρθωση το '09. Βλέπεις τον Θρύλο να καθαρίζει 3-1 την Άρσεναλ το '12 και την ίδια ώρα βλέπεις και το Ντόρτμουντ – Μαρσέιγ. Θέλεις να μην νικήσουν οι Γάλλοι για να περάσεις στους «16», βλέπεις τους Γερμανούς να νικούν 2-1 στο 85' και μετά να... φεύγουν από το γήπεδο: 2-3. Από τότε, όποτε τους βλέπεις, εύχεσαι και όλα τα «μακάρι». Μετά, βλέπεις το χαμένο τετ-α-τετ του Τζιμπούρ, το δοκάρι του Τοροσίδη και τα δύο «μανταλάκια» του Μέγερι, στον αποκλεισμό από τη Μέταλιστ. Βλέπεις κάποιον τερματοφύλακα Αλέν που για κάποιο λόγο παίζει στον Ολυμπιακό, να κάνει τη γκάφα και το πιο φτηνό πέναλτι στα χρονικά κόντρα στη Γουλβς και τον αγκώνα του Ελ Αραμπί να είναι οφσάιντ, το 2020.

Μετά από όλα αυτά, μετά από κάθε τέτοιο γ@#$%ένο ματς, εξακολουθείς να βλέπεις μπροστά σου τον Μπαμπούλα με το «8» στην πλάτη, να σου κάνει «σους» με το δάχτυλο στο στόμα, στο 85', στο ΟΑΚΑ.

Εφιάλτες.

Βλέπεις τον Ποντένσε να κάνει το 0-1 με τη Μακάμπι. Τον Φορτούνη το 0-2. Τον Ελ Κααμπί το 0-3 και το 1-4. Τον Γιόβετιτς το 1-5 και τον Ελ Αραμπί το 1-6. Βλέπεις τον Κωνσταντή να τα πιάνει όλα στην Πόλη και να πανηγυρίζεις τον πρώτο ημιτελικό της Ιστορίας σου. Εκεί, βλέπεις την μυθική τεσσάρα επί της Βίλα στο Μπέρμιγχαμ και αρχίζεις να τσιμπιέσαι. Το ζεις ή ονειρεύεσαι; Βλέπεις τον λαό σου να νικά επί της ουσίας τους Άγγλους στη ρεβάνς και τον Ελ Κααμπί να γράφει τυπικά το σκορ της νίκης-πρόκρισης για το 2-0. Βλέπεις τον κόσμο να ξεχύνεται στους δρόμους για πρώτη αλλά όχι και τελευταία φορά στη σεζόν. Βλέπεις το όνομα της Φιορεντίνα, της αντιπάλου σου στον μεγάλο τελικό. Βλέπεις και τον εαυτό σου να γράφει τα εξής, λίγο μετά την πρόκριση σε αυτόν:

Όνειρο.

Περασμένα μεσάνυχτα Τετάρτης και ο Χρόνος εμφανίζεται πάλι για να παίξει μαζί σου. Μετά τα τρία μεγαλύτερα σε διάρκεια λεπτά της ζωής σου, βλέπεις τον διαιτητή να γυρνάει, να σφυρίζει και να δείχνει σέντρα.

ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ!

Βλέπεις για πρώτη φορά την ταυτόχρονη έκρηξη συναισθημάτων εκατομμυρίων ανθρώπων, με κοινές με εσένα μνήμες. Σίγουρα όνειρο, έτσι;

Δευτερόλεπτα μετά, βλέπεις τη μπάλα να πλησιάζει την περιοχή σου. Μια πάσα, δεύτερη πάσα, τρίτη, τέταρτη. Ο Μπελτράν για τον Ντάβιντς, ο Ζιντάν στον Ντάνκαν. Η μπάλα πάει δεξιά. Όχι εκεί. Όχι πάλι. Γίνεται το γύρισμα, ο Μπιριντέλι παίζει το «1-2» με τον Ικονέ. Ο Ιντσάγκι προσπαθεί να χωθεί, σπρώχνεται με τον Ρέτσο. Η μπάλα μένει «ζωντανή» στην περιοχή. Ο Ελευθερόπουλος κάνει να βγει, ο αέρας λυσσομανάει. Ο Τζολάκης τον κρατάει και ετοιμάζεται. Ο Κίνι πέφτει για τάκλιν, ο Ιμπόρα το ίδιο. Ο Κάρμο είναι αυτός που έχει ψιλιαστεί τι πάει να γίνει και δεν πέφτει. Κάνει στην πάντα τον Ανατολάκη και παίρνει θέση. Ο Ικονέ ετοιμάζεται να πυροβολήσει, όμως δεν τα καταφέρνει. Ο Κόντε έχει τρυπώσει και πάει να το ξανακάνει, να το κλέψει και αυτό. Να προκαλέσει έναν ακόμη διαρκή εφιάλτη, από τον οποίο δεν θα ξυπνήσει κανείς ποτέ. Η μπάλα φεύγει, περνάει ανάμεσα από τέσσερα πόδια, εκατομμύρια ανάσες περιμένουν να βγουν και... πουφ.

Ξυπνάς.

Είσαι ιδρωμένος. Τι έχει συμβεί; Ένας εφιάλτης; Διάολε, είσαι σίγουρος ότι ήταν εφιάλτης. Ο Κόντε... ο Κόντε έχει σταματήσει. Έτσι; Είσαι σίγουρος ότι η Φιορεντίνα ήταν η αντίπαλός σου, όχι η Γιουβέντους. Έτσι; Που σταματάει ο εφιάλτης και που αρχίζει το όνειρο; Πόσες ώρες κοιμάσαι; Τι έχει συμβεί; Έχεις σίγουρα ξυπνήσει; Ήταν ένας εφιάλτης μέσα σε όνειρο, ή ένα όνειρο μέσα σε εφιάλτη, από αυτούς που σε βασανίζουν μια ζωή ολόκληρη;

Πιάνεις γρήγορα το κινητό από το κομοδίνο. Τσεκάρεις αν όντως έχουν συμβεί όσα θυμάσαι. Τελευταία συνομιλία, 2 και κάτι το πρωί: «Δημήτρης Στρατόπουλος».

-Το πήραμε Μήτσο, μια ζωή ολόκληρη...

-Το πήραμε λεβέντη μου, μια ζωή ολόκληρη...

Θυμάσαι να κλαίτε και να γελάτε μαζί για περίπου 5 λεπτά... Μετά τσεκάρεις τους τίτλους. Ακόμη όλα κόκκινα. Η Ολυμπιακάρα σου. Πουθενά ο Κόντε. Πουθενά η Γιουβέντους. Πουθενά ο Ικονέ και η Φιορεντίνα. Θες να συνεχίσεις τον ύπνο, όμως θες και να γράψεις. Ξεκινάς να σημειώνεις στο κινητό. Τίποτα δεν βγάζει νόημα. Αχταρμάς κανονικός. Άλλωστε έχεις κοιμηθεί 4-5 ώρες σε διάστημα τριών ημερών. Παλεύεις να βάλεις τα πάντα σε μια σειρά, τον καταιγισμό λέξεων και εικόνων. Προσπαθείς να τα προλάβεις όλα, αλλά μάταια. Είναι τόσα πολλά! Μια ζωή ολόκληρη.

Νυστάζεις γαμώτο. Το αφήνεις πάλι δίπλα το ρημάδι και σκέφτεσαι «αύριο». Ναι γαμώτο. Αύριο θα γράψεις το κείμενο που περίμενες όλη σου τη ζωή. Ξέρεις ότι δεν θα είναι καλό, δεν θα βγάζει νόημα. Όμως δεν σε νοιάζει. Γιατί εκεί μέσα, σε αυτό το χάος, θα αποτυπωθούν τα συναισθήματα σου. Οι αναμνήσεις σου. Αυτό το κείμενο θα είναι η ονειροπαγίδα σου. Το μέρος που θα καταχωνιάσεις μια για πάντα όλους τους εφιάλτες.

Το ξαναπιάνεις. Σκέφτεσαι «μια τελευταία σημείωση». Το φως του κινητού σε τυφλώνει μέσα στο σκοτάδι. Πληκτρολογείς βιαστικά: Αντόνιο Κόντε. Ο κορέκτορας όμως παρεμβαίνει: Αντίο Κόντε.

-Χμ! Δεν είναι κακή ιδέα αυτή!

Γυρνάς πλευρό, σίγουρος πια ότι μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, χωρίς τον φόβο του Αντόνιο Κόντε. Ήσουν παιδί, μεγάλωσες. Ο Μπαμπούλας με το «8» στην πλάτη δεν σε τρομάζει πια. Μέσα στο σκοτάδι, απλώνεις το χέρι πίσω σου και αφήνεις το τηλέφωνο. Μαζί και όλους τους εφιάλτες μιας ζωής. Χαμογελώντας, κλείνεις τα μάτια και τον αποχαιρετάς.

«Αντίο για πάντα, Αντόνιο».

Αντίο για πάντα, Αντόνιο