MENU

Έμοιαζε με στοίχημα χαμένο από χέρι. Σαν να φέρνεις τον Μικ Τζάγκερ, στην Ελλάδα, όχι για μία συναυλία, αλλά για να τραγουδήσει σεζόν στα μπουζούκια. Με μουσικούς που δεν έχει διαλέξει. Με μπάντα άλλων ακουσμάτων από τα δικά του. Με κοινό που είχε συνηθίσει ένα τελείως διαφορετικό ηχόχρωμα στα αυτιά του. Η απόλυτη συνταγή καταστροφής.

Η επιλογή του Ρικ Πιτίνο, ενός θρύλου του κολεγιακού μπάσκετ, να αφήσει για πρώτη φορά στα 66 του τις Ηνωμένες Πολιτείες και να τρέχει στην μπασκετική κουκκίδα στον χάρτη που λέγεται Ελλάδα για να σώσει μία ομάδα που βούλιαζε χωρίς σανίδα σωτηρίας από πουθενά, έμοιαζε ακατανόητη. Το ίδιο ακατανόητο έμοιαζε και το τηλεφώνημα προς το πρόσωπο του.

Πως θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα ένας τύπος που δεν είχε ιδέα από το ευρωπαϊκό μπάσκετ;

Τι κίνητρο μπορεί να είχε ένας εγνωσμένης αξίας κόουτς που από την πρώτη στιγμή έλεγε: «εγώ το καλοκαίρι θα φύγω»;

Τι όρεξη να μάθει νέα πράγματα άραγε μπορεί να ήταν ένα 66χρονο σκυλί, που δύσκολα μαθαίνει νέα κόλπα;

Πως θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε αυτή την ελληνική παράνοια που ακολουθεί τον ομαδικό αθλητισμό από την Ελλάδα;

Η επιλογή του Νεοϋορκέζου θρύλου έμοιαζε με τον τέλειο αντιπερισπασμό σε αυτό που φαινόταν μία χαμένη χρονιά. Τουλάχιστον το υπόλοιπο της σεζόν θα μετατρεπόταν σε μία ευρωπαϊκή περιοδεία, όπου όλα τα φώτα θα έπεφταν στον θρύλο του αμερικανικού μπάσκετ και όχι στα αποτελέσματα του τριφυλλιού, με το ελλειμματικό ρόστερ.

Άλλωστε, ποιος διάσημος Αμερικανός κόουτς είχε πιάσει στην Ευρώπη, για να κάνει την διαφορά ετούτος; Ο ανάλογου διαμετρήματος Λάρι Μπράουν έφυγε περίπου με τις κλωτσιές από την Τορίνο, λερώνοντας την υστεροφημία του, γιατί να γίνει κάτι διαφορετικό με τον Ρικ Πιτίνο, ο οποίος ουδέποτε στην καριέρα του ανέλαβε ομάδα στα μέσα της σεζόν;

Κι όμως, μέσα σε 88 ημέρες συνέβη μία μικρή κοσμογονία στον μπασκετικό Παναθηναϊκό. Ένα μικρό θαύμα. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζετε όλοι. Το 6-0, τα τέσσερα σερί διπλά, την σχεδόν εξασφαλισμένη θέση στα πλέι-οφ της Euroleague, την μετάλλαξη της ομάδας, την βελτίωση σχεδόν όλων των παικτών, το ξεμπλοκάρισμα τους. Είναι μόνο θέμα δουλειάς ή κυρίως θέμα αύρας;

Είναι άγνωστο που θα φτάσει ο Παναθηναϊκός με τον Πιτίνο στον πάγκο του, μπορεί να μην πάει καν στο Final-4, μπορεί να φτάσει μέχρι την Βιτόρια και να ράψει το 7ο αστέρι στην φανέλα του. Μπορεί να μείνει για καμιά δεκαετία, μπορεί να φύγει το καλοκαίρι. Το θέμα είναι πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έχει δημιουργήσει μία περίεργη αυθυποβολή στους παίκτες του που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτή που δημιουργούσε ο Ότο Ρεχάγκελ στους παίκτες της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου.

Συμπτωματικά και ο «Ρεχακλής» -όπως έχει αποκαλύψει σε συνέντευξη του- έκανε διακοπές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν δέχθηκε ένα τηλεφώνημα με τον περίεργο κωδικό 0030 στα πρώτα ψηφία. Ο Πιτίνο ήρθε στα 66 του, ο Χερ Ότο στα 63 του. Αμφότεροι για πρώτη φορά εκτός των συνόρων τους. Ώριμοι, κατασταλαγμένοι, φτασμένοι στην χώρα τους, αλλά με όρεξη να αποδείξουν πολλά πράγματα.

Ο Πιτίνο ως έκπτωτος από το κολεγιακό μπάσκετ των Η.Π.Α. μετά τα σκάνδαλα στο Λούιβιλ, ο Γερμανός μετά τους ατελείωτους καυγάδες με την διοίκηση της Καϊζερσλάουτερν, που τον έδιωξε ως έναν εμμονικό, γερό-ξεκούτη, που δεν μπορούσε να συμβαδίσει με το μοντέρνο ποδόσφαιρο.

Δύο αυθεντίες, δύο εκρηκτικοί διδάσκαλοι, που ήταν μάστορες στην δημιουργία εκπληκτικών συνεκτικών δεσμών στις ομάδες τους. Δύο προπονητές που λάτρευαν να είναι underdogs και να κατασπαράζουν τα φαβορί, κάτι που έγινε με την Βέρντερ Βρέμης, την Καϊζερσλάουτερν, το Λούιβιλ.

Συμπτωματικά, την πρώτη φορά που αποφάσισαν να βγουν από την comfort zone τους και να δοκιμάσουν σε κάτι πιο λαμπερό, άμαθοι σε κάτι τέτοιο, έφαγαν τα μούτρα τους. Ο Πιτίνο έχοντας μάθει σε παίκτες - στρατιωτάκια τα θαλάσσωσε στο ΝΒΑ και τους καλομαθημένους επαγγελματίες των Celtics, ο Ρεχάγκελ άντεξε μόνο μία χρονιά στην F.C. Holywood και την παράνοια της Μπάγερν Μονάχου.

Επίσης συμπτωματικά και οι δυο τους άφησαν τις γυναίκες σπίτι. Η Μπεάτε δεν άφηνε με τίποτα την βόλεψη της στο Έσεν, η κυρία Τζοάν Μινάρντι έδωσε ελευθέρας στον αντρούλη της μέχρι το καλοκαίρι και έμεινε πίσω στο… Αμέρικα, για να προσέχει τα 5 τους παιδιά. Ότι πρέπει για δύο αποδεδειγμένους μποέμ, που δίχως κρεβατομουρμούρα, απολάμβαναν την dolce vita της Ελλάδας, που έδωσε οξυγόνο στα κύτταρα τους.

Οι ελληνικές ομάδες, οι Έλληνες παίκτες, το ελληνικό κοινό θέλουν να βρεις το κουμπί τους. Να τους «ψήσεις». Να βρεις και να αγγίξεις ευαίσθητες χορδές. Να τους πιάσεις στο φιλότιμο. Ενιότε, να τους καλοπιάσεις με κομπλιμέντα, αλλά και συνάμα να τους φοβερίζεις με φωνές. Χρειάζονται μία μαγική ισορροπία ανάμεσα στο μαστίγιο και το καρότο. Αμφισβητούν τα πάντα, αλλά την ίδια ώρα έχουν απελπιστική ανάγκη από τις αυθεντίες. Αν βρεθεί η μαγική χημεία, τότε το αποτέλεσμα είναι τρομακτικό.

Ο Ρικ Πιτίνο και ο Ότο Ρεχάγκελ είναι φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά. Σε πουλάν και σε αγοράζουν δίχως να πάρεις χαμπάρι. Ξέρουν να διεισδύουν μέσα σου και να καταλαβαίνουν αν χρειάζεσαι λίγη κολακεία ή λίγο μπινελίκι για να πάρεις μπροστά. Μπορούν να σε μαγεύουν όταν διηγούνται άσχετες ιστορίες για ώρες, να σε ψήνουν ότι έξω ο ήλιος λάμπει κι ας είναι αργά το βράδυ. Ξέρουν να τσαλακώνονται μπροστά τους, αλλά είναι ατσαλάκωτοι σε κοινή θέα. Έχουν αυτή την περίεργη αύρα που διακρίνει μόνο τους μεγάλους ηγέτες, αυτούς που μαγεύουν τα πλήθη με την ρητορική τους.

Μέσα σε 88 ημέρες ο Ρικ Πιτίνο παρομοίασε την ικανότητα του Νικ Καλάθη στην πάσα με αυτή του Μάτζικ Τζόνσον, εξήγησε ότι διορθώνει τον Γιώργο Παπαγιάννη όπως τον Πάτρικ Γιούιν και κάνει την ομάδα του με το τριφύλλι να θυμίζει Celtics στα καλά του. Εδώ έπεισε τον σεσημασμένο σκόρερ και χρόνια δεινό λουφαδόρο στα μετόπισθεν Κιθ Λάνγκφορντ να παίζει σκυλίσια άμυνα, τι λέμε τώρα;

Ο Τσάβι Πασκουάλ μπορεί να έχει μία λίστα με 200 διαφορετικά plays για κάθε περίσταση, αλλά από ότι φαίνεται η δουλειά γίνεται και με 5-10 απλές βασικές αρχές. Αρκεί να σκαλίσεις βαθιά στις ψυχές των παικτών τους και να τους πείσεις ότι δεν χρειάζεται να λειτουργούν ως ρομπότ ή υπολογιστές, αλλά ως παιδιά που χαίρονται το παιχνίδι. Back to basics που λένε και στο… Αμέρικα.

Σύμφωνα με την ψυχολογική επιστήμη: Υποβολή είναι η σκέψη, η ιδέα, η εντύπωση ή κατάσταση που υποδόρια, ασυναίσθητα και αποτελεσματικά επιβάλλεται στον άνθρωπο από μια εξωτερική ή εσωτερική πηγή και γίνεται μηχανισμός ελέγχου, χειραγώγησης αλλά και βελτίωσης ή απελευθέρωσης αν χρησιμοποιηθεί με τον κατάλληλο τρόπο. Είναι το πρώτο στάδιο στην πορεία για την αυθυποβολή όπου η θετική σκέψη έχει εντυπωθεί για τα καλά και έχει γίνει βίωμα.

Είναι αυτή η μαγική δύναμη που έκανε τον Άγγελο Χαριστέα πιο παραγωγικό από τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Τον Θοδωρή Ζαγοράκη να σκάει καλύτερες ντρίμπλες από τον Ζινεντίν Ζιντάν. Τον Μιχάλη Καψή να παίρνει κεφαλιές από τον δίμετρο Γιάν Κόλερ. Τον Αντώνη Νικοπολίδη να αλλάζει με το βλέμμα την πορεία των σουτ των αντιπάλων. Τον Νικ Καλάθη να αγγίζει το triple-double σχεδόν σε κάθε παιχνίδι. Τον Ιωάννη Παπαπέτρου να είναι all-around. Τον Γιώργο Παπαγιάννη να νιώθει Γιούιν. Τον Τζέιμς Γκιστ να ξαναβγάζει ελατήρια στα πόδια. Τον ΝτεΣόν Τόμας να νιώθει Χάρντεν σε κάθε σουτ.

Δεν εξηγείται. Απλά συμβαίνει…

Πιτίνο, όπως… Ρεχάγκελ!