MENU

Το θυμάστε, έτσι; Είμαστε σίγουροι πως ναι- κι αυτό διότι οι καθηγητές σας στο γυμνάσιο επέμεναν να το αποστηθίσετε λες και θα κρινόταν η ζωή σας από αυτό: «ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.» 

Αυτός είναι ο ορισμός της τραγωδίας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Και μπορεί στην «καρδιά» του να είναι 100% εύστοχος, όμως έχει ένα μειονέκτημα: πολλές λέξεις. 

Τι θα πει, λοιπόν, «τραγωδία»; Ο φετινός μπασκετικός Άρης. Δείχνεις μια εικόνα της σεζόν 2024-2025 και καθάρισες (και έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο σα να ξεστόμισες, ας πούμε, 1000 λέξεις). 

Οι Θεσσαλονικείς μετά από μία εκπληκτική- τηρουμένων, πάντα, των αναλογιών- περσινή χρονιά θέλησαν να συνεχίσουν φέτος από εκεί που σταμάτησαν, μπαίνοντας με το μαχαίρι στα δόντια. Μαχαίρι υπήρχε διαθέσιμο, στην πράξη, όμως, η στοματική κοιλότητα του αλλοτινού Αυτοκράτορα είχε λιγότερους γομφίους και τραπεζίτες κι από τον Γιώργο Γεωργίου. 

Το να πει κανείς πως οι επιλογές των ξένων «δεν βγήκαν» αποτελεί ευφημισμό του καλλίστου είδους- αν, δηλαδή, έχεις βάλει τα πάντα μέσα σ’ ένα παραμορφωτικό καλειδοσκόπιο και βλέπεις, μαγεμένος, το χείριστο ως κάτι θετικό. 

Από εκεί που πέρυσι, με τον Καστρίτη στον πάγκο, η ομάδα είχε μία αγωνιστική ταυτότητα, φέτος την έχασε με το «καλημέρα». Τώρα, στο ύστατο (αν και όχι «επισήμως», μιας και μεσολαβούν τα playouts) «καληνύχτα» της τρέχουσας σεζόν, ο Άρης όχι απλά δεν ξέρει ποιος είναι αλλά έχει πάθει τέτοια κρίση ταυτότητας που μπροστά του ο Τζέιμς ΜακΑβόι στο «Διχασμένος» μοιάζει με υπόδειγμα σταθερότητας. 

Η αγωνιστική τρικυμία εν μπασκετικώ κρανίω που επικράτησε στους Κιτρινόμαυρους καταδεικνύεται και από το πώς έπαιξε στα δύο παιχνίδια των play in: με τον Πανιώνιο στη Γλυφάδα αγνοείτο από το τζάμπολ μέχρι τις χειραψίες στο φινάλε σε βαθμό που πέρασαν- στιγμιαίες, εν τέλει- σκέψεις για έκδοση “Silver Alert”. 

Και το βράδυ της Τρίτης, στο “Nick Galis Hall”, στο πρώτο ημίχρονο απέναντι στο Περιστέρι οι γηπεδούχοι έδωσαν νέο νόημα στο «είμαι αλλού», μιας και μπορεί τα σώματά τους να πατούσαν το ιστορικό παρκέ του γηπέδου, αλλά το μυαλό τους έμοιαζε να ταξιδεύει σε κάποιο άλλο αστρικό σύμπαν. 

Στο δεύτερο, με τον κόσμο στις εξέδρες να δοκιμάζει την αντοχή των φωνητικών του χορδών, γύρισαν στο ματς όχι ακριβώς με σκεπτόμενο μπάσκετ αλλά με αυτό που οι analytics guys ονομάζουν «γιουρούσια». Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, ισοφάρισαν σε 78-78. Κι έπειτα…

Κι έπειτα κατέβηκε ο γενικός. Παρά τη δεδομένη φόρα που είχαν οι Θεσσαλονικείς και αν και είχαν στριμώξει την ομάδα του Λιμνιάτη (που, ειρήσθω εν παρόδω, κάνει φοβερή δουλειά φέτος…) στα σχοινιά, αποφάσισαν να πέσουν οι ίδιοι στο καναβάτσο και να μετρήσουν οικειοθελώς έως το 10: μηδέν πόντοι σε ένα δίλεπτο, 78-83 και αντίο πορτοκαλί ζωή. 

Κάπως έτσι η ομάδα του coach Βετούλα όχι απλά δε θα μπει ως 8η- που σημαίνει… αποκλεισμός από τον Παναθηναϊκό στον πρώτο γύρο- στα playoffs, αλλά κατέληξε στα playouts. Διόλου τιμητικό, δε νομίζετε; 

Και, εντάξει, αν κανείς ψάχνει να βρει ελαφρυντικά υπάρχει πληθώρα τέτοιων: φέτος στον Άρη οι μόνοι που δεν τραυματίστηκαν ήταν οι κύριοι και οι κοπέλες στα κυλικεία του «Αλεξανδρείου», ενώ υπήρξε μεσούσης της χρονιάς και μια διοικητική αποσταθεροποίηση που άφησε τα σημάδια της στο σώμα της ομάδας. 

Επίσης, είναι κάτι παραπάνω από προφανές πως όταν αλλάζεις κάθε φορά τα 4/5 του ρόστερ σου (με μικρό, μάλιστα, πορτοφόλι) οι πιθανότητες να πετυχαίνεις επανειλημμένως διάνα είναι λιγότερες κι από το να τιμηθεί με το “Humanitarian Award” ο Έλον Μασκ για τη συνολική του προσφορά στην εξαθλίωση των εργαζομένων. 

Κάπως έτσι, το περσινό limit up αντικαταστάθηκε από εκκωφαντικό limit down- με μοναδική σταθερά στο τεναγώδες τοπίο τον κόσμο της ομάδας που συνεχίζει να γεμίζει πεισματικά το Παλέ.  

Και μπορεί να μην είμαστε ο Αριστοτέλης, όμως άπαντες, έχουμε την αίσθηση, ξέρουμε πως οι (καθ’ υπερβολήν) τραγωδίες τελειώνουν με κάποιου είδους λύτρωση. Αυτή, για τον φετινό Άρη, δεν μπορεί παρά να είναι η ολοκλήρωση της σεζόν. Μιας χρονιάς που, σαν χαιρέκακη λεχώνα, γεννούσε τον έναν εφιάλτη μετά τον άλλον. 

Όταν θ’ ανοίξει το καλοκαίρι τα μάτια του ο «Αυτοκράτορας» θα προσπαθήσει να δει κατάματα την αλήθεια και να κάνει αυτό που πριν από κάθε παιχνίδι του ζητάνε οι πιστοί του οπαδοί: να θυμηθεί. Πριν λίγα χρόνια. 

Που πλέον γίνανε αρκετά. 

Πολλά. 

Πάρα πολλά. 

Τι κρίμα, αλήθεια, που πρέπει να γεράσουμε σε τέτοιο βαθμό που η μνήμη μας να μας προδίδει ξανά και ξανά.  

Άραγε, να θυμάται κανείς; 

Ρε Άρη…