MENU

«Να πάρεις το τραίνο, να είσαι ασφαλής να μην οδηγήσετε βραδιάτικα...». Να περάσεις την πόρτα του πατρικού σου, να μυρίσεις το φαγητό της μαμάς σου και να ξαπλώσεις στο παιδικό κρεβάτι που φιλοξένησε τα όνειρα σου και περιμένει να του τα ψιθυρίσεις, όποτε γυρνάς από αυτά.

Να ξυπνήσεις να δεις τον πατέρα σου στην ίδια θέση, να διαβάζει την εφημερίδα του σταυροπόδι, να πίνει τον ζεστό καφέ του και να σε κοιτάει με βλέμμα νοσταλγικό και λαμπερό, επειδή τίποτα δεν είναι ίδιο από τότε που έφυγες για σπουδές. 

Επειδή τώρα αναπολεί την εποχή που ήσουν μικρός, που σε έπαιρνε από το χέρι και σε προστάτευε, αλλά ξέρει πλέον πως δεν είναι στο χέρι του να σε προστατέψει απ' όλα...

Σε μια χώρα αλλεργική στην ανάληψη της ευθύνης, που η μια τραγωδία διαδέχεται την άλλη και αποτελεί προσωρινό ξυπνητήρι έως ότου η οργή φανεί στο πρόσωπο μίας ακόμη μάνας, απλά δεν έχεις ανακαλύψει ακόμα τον τρόπο που θα αποχωρήσεις. 

Και αν κάτι φταίει, η λάθος (χ)ώρα. Γιατί ακριβώς σε αυτή βρίσκεσαι... Οργή, θυμός και θλίψη.

Και αν κάποιος μίλησε: Όσοι βρίσκονταν στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα για να αποτελέσουν φωνή για όλους. Εκείνους που έτρεξαν εθελοντικά να δώσουν αίμα, όσοι ξενύχτησαν και ξεχύθηκαν στον δρόμο: «Στείλε όταν φτάσεις, δεν έφτασε ποτέ, εκδίκηση θα πάρουμε για σένανε μικρέ».

Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για κανένα, σε καμία ξεκληρισμένη οικογένεια, σε καμία γειτονία. Στο μυαλό κανενός γονιού που θα κληθεί να αποχαιρετήσει και πάλι το παιδί του ελπίζοντας πως δεν θα ξανασυμβεί και πως το μήνυμα δεν θα μείνει στο παραδόθηκε και η κλήση στις αναπάντητες.

Και το σπίτι δεν φωτίζεται πλέον. Δεν λάμπει κανενός το βλέμμα. Είμαι 23 και φταίω (που γεννήθηκα εδώ)...

Είμαι 23 και φταίω (που γεννήθηκα εδώ)