Όταν ψάχνεις ιστορίες ποδοσφαιριστών ανακαλύπτεις συχνά ότι στα πρώτα βήματά τους υπήρξαν απρόσμενα εμπόδια και αρνητικό κλίμα. Ο Ρικ Φαν Ντρόγκελεν, ο Ολλανδός αμυντικός της Σαμσούνσπορ που βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με τον Παναθηναϊκό, υπέστη πίεση να σταματήσει τη μπάλα όταν ήταν μικρός. Όχι γιατί δεν ήταν καλός, ούτε γιατί είχε κάποιον σοβαρό τραυματισμό. Αλλά επειδή δεν μπορούσε να διαχειριστεί την ήττα!
Όταν η ομάδα του έχανε, ακόμα και σε εκπαιδευτικό διπλό στις ακαδημίες Jeugd Voetbal Opleiding Zeeland («Ακαδημία Νεανικού Ποδοσφαίρου Ζηλανδίας») στο Φλίσινγκεν, στο σπίτι είχε… κηδεία. Φώναζε στους συμπαίκτες του, έτρεχε πανικόβλητος στο γήπεδο κουνώντας τα χέρια του μετά τη λήξη, γινόταν τόσο έξαλλος που κάποιες φορές δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει! Αυτή η αντιπάθειά του για την ήττα μπορεί να ήταν ενοχλητική αυτά τα χρόνια, αλλά τον βοήθησε να αναπτύξει ηγετική φυσιογνωμία. Με τα χρόνια, κατάφερε να το τιθασεύσει το συναίσθημα, αλλά να μην το διώξει εντελώς. Σε συνέντευξή του παραδέχτηκε γελώντας ότι χρειάστηκε χρόνο για να καταλάβει πως το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και πως δεν σκέφτονται όλοι με την ίδια ένταση.
Ο 28χρονος Φαν Ντρόγκελεν είναι ποδοσφαιρικά αυτό που λέμε «παιδί του μπαμπά». Ο πατέρας του δεν ήταν μόνο ο πρώτος του προπονητής, αλλά και ο άνθρωπος που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του. Είχε αγωνιστεί στις υψηλές ερασιτεχνικές κατηγορίες της Ολλανδίας και απαιτούσε από τον γιο του να αντιμετωπίζει κάθε προπόνηση και κάθε αγώνα σαν να ήταν ο σημαντικότερος της ζωής του. «Ποτέ δεν εγκαταλείπεις. Ποτέ δεν σταματάς να παλεύεις. Πρέπει πάντα να θέλεις να κερδίζεις», ήταν οι τρεις φράσεις που άκουγε συνεχώς.
Στην ανεξάρτητη ακαδημία έμεινε μέχρι τα 15 του χρόνια, το 2013. Τότε παρουσιάστηκε η ευκαιρία για μια πραγματικά ποιοτική αναβάθμιση: Ένας από τους σκάουτς της Τβέντε του ζήτησε όχι μόνο να δοκιμαστεί στην ομάδα, αλλά να μετακομίσει και στην ακαδημία της. Κάτι που σήμαινε… μετακόμιση στο Ένσεντε, μακριά από το σπίτι του. Προτίμησε να μείνει στο οικογενειακό περιβάλλον και αντί της Τβέντε επέλεξε την ακαδημία της Σπάρτα Ρότερνταμ. Ήταν μια απόφαση που ίσως να μην έμοιαζε ιδιαίτερα φιλόδοξη εκείνη την εποχή, αλλά φανέρωνε έναν χαρακτήρα που δεν βιαζόταν να κάνει βήματα.
Στη Σπάρτα έζησε από μικρός την ένταση των ντέρμπι απέναντι στη Φέγενορντ. Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές των δύο συλλόγων πήγαιναν στα ίδια σχολεία και έβλεπαν ο ένας τον άλλον καθημερινά. Όποιος κέρδιζε το ντέρμπι είχε το δικαίωμα να... πειράζει τους υπόλοιπους για μέρες. Ο ίδιος έχει πει ότι εκεί έμαθε τι σημαίνει πραγματική ποδοσφαιρική αντιπαλότητα και πως αυτές οι εμπειρίες τον προετοίμασαν ιδανικά για την συνέχεια. Στη Σπάρτα ήδη λογιζόταν ως βασικός πριν καν συμπληρώσει τα 17 του χρόνια!
Το καλοκαίρι του 2017 η μεταγραφή του στο Αμβούργο αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο άλμα της καριέρας του. Ήταν μόλις 18 ετών και ούτε ο ίδιος δεν περίμενε ότι θα έπαιρνε τόσο γρήγορα φανέλα βασικού στη Μπουντεσλίγκα. Όταν πραγματοποίησε το ντεμπούτο του, παραδέχθηκε ότι λίγες εβδομάδες νωρίτερα δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί πως όλα θα εξελίσσονταν τόσο γρήγορα. Το πιο σημαντικό εκτός από τις 88 συμμετοχές που κατέγραψε στο Αμβούργο ήταν ότι, σε ηλικία 20 ετών μόλις, οι συμπαίκτες του τον επέλεξαν ως έναν από τους αρχηγούς της ομάδας. Έδειξε ικανότητα όχι μόνο να οργανώνει την άμυνα, αλλά και να μιλά συνεχώς μέσα στο παιχνίδι και να μεταδίδει αυτοπεποίθηση στους γύρω του. Παράλληλα, βέβαια, «έγραφε» και συμμετοχές στις μικρές εθνικές της Ολλανδίας.
Ως κεντρικός αμυντικός, ποτέ δεν έκρυψε πως απολαμβάνει τη σκληρή πλευρά του παιχνιδιού. Έχει πει ότι για έναν αμυντικό ένα σωστό τάκλιν ισοδυναμεί με γκολ. Η στιγμή που σταματά έναν αντίπαλο την ώρα που ετοιμάζεται να βγει τετ α τετ προσφέρει, σύμφωνα με τον ίδιο, την ίδια ικανοποίηση που νιώθει ένας επιθετικός όταν σκοράρει. Το ίδιο ειλικρινής εμφανίστηκε όταν ρωτήθηκε αν προσπαθεί να εκνευρίζει τους αντιπάλους του. Αντί να το αρνηθεί, το παραδέχθηκε ανοιχτά. Θεωρεί ότι ο ψυχολογικός πόλεμος αποτελεί μέρος του ποδοσφαίρου, όσο εξελίσσεται ο αγώνας. Όταν αυτός λήγει, «όλα σβήνουν», ήταν η χαρακτηριστική του φράση.
Υπήρξαν, όμως, και στιγμές που τον έκαναν να δει το ποδόσφαιρο διαφορετικά. Η κατάρρευση του Αμπντελχάκ Νουρί το 2017 συγκλόνισε ολόκληρη την Ολλανδία. Ο Φαν Ντρόνγκελεν δεν ήταν στενός φίλος του, όμως ανήκαν στην ίδια γενιά και γνωρίζονταν καλά. Το περιστατικό τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ζωή μέσα σε λίγα λεπτά. «Όλα μπορούν να τελειώσουν τόσο γρήγορα. Πρέπει να απολαμβάνεις κάθε στιγμή», είπε τότε, σε μια από τις πιο ώριμες δηλώσεις της καριέρας του.
Σαν να μην έφτανε αυτό, λίγα χρόνια αργότερα ήρθαν οι σοβαροί τραυματισμοί. Η περίοδος στην Ουνιόν Βερολίνου δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελε, καθώς το σώμα του δεν του επέτρεψε να βρει ποτέ πραγματικό ρυθμό. Ο ίδιος έχει πει ότι οι τραυματισμοί τον ανάγκασαν να ωριμάσει πιο γρήγορα. Στην Ουνιόν ουσιαστικά δεν έπαιξε καθόλου, πέρασε ως δανεικός την πρώτη σεζόν στην βελγική Μαλίν και την δεύτερη σεζόν στη Χάνσα Ροστόκ, όπου προσπάθησε χωρίς επιτυχία να βρει ρυθμό.
Η νέα αρχή ήρθε στην Τουρκία με τη φανέλα της Σαμσούνσπορ. Εκεί βρήκε ένα πρωτάθλημα πολύ πιο απαιτητικό απ' όσο περίμενε. Παραδέχτηκε ότι εντυπωσιάστηκε από την ατομική ποιότητα πολλών ποδοσφαιριστών και από το υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού. Στη Σαμψούντα έκλεισε τρεις σεζόν με 95 εμφανίσεις και 8 γκολ, αλλά κυρίως άρχισε να σκαρφαλώνει στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο. Η αξία του σύμφωνα με το transfermarkt βρισκόταν στα 8 εκ. ευρώ όταν έγινε αρχηγός στο Αμβούργο στα 21 του χρόνια κι έπεσε στις 800.000 ευρώ όταν μετακινήθηκε στο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Τώρα βρίσκεται στα 6 εκ. ευρώ. Κι ανεβαίνει.