MENU

Ήταν δύο πρόσωπα που συζητήθηκαν και απασχόλησαν έντονα τη σεζόν που μας πέρασε. Όχι καθαρά και μόνο για μπασκετικούς λόγους. Και γι’ αυτούς, αλλά περισσότερο για μη αγωνιστικούς. Νεμάνια Νέντοβιτς απ’ τη μία πλευρά, Τάιλερ Ντόρσεϊ απ’ την άλλη.

Παίκτες που οι οπαδοί Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, τους μετέτρεψαν σε σύμβολα της ομάδας τους. Ήταν οι «αλήτες», οι «μάγκες», οι «τυπάδες» που έκαναν τους αντιπάλους οπαδούς να το βουλώνουν με κάθε τους κίνηση. Προσφέροντας σημαντική «τροφή» για καζούρα των κόκκινων στους πράσινους και το ανάποδο.

Για χάρη του Νέντοβιτς οι Παναθηναϊκοί την «έπεσαν» στον Νικολαϊδη, μετά τον τραυματισμό του Σέρβου στο ματς με το Λαύριο. Τον έβλεπαν να απαντά στα social media, μέχρι και με αρκετά προσβλητικό τρόπο σε υποστηρικτές του Ολυμπιακού. Τον έβλεπαν να ποστάρει συχνά αναφορικά με το γεγονός πως από το επόμενο ματς όλα θα πάνε καλά, που δεν πήγαν ποτέ. Πάντα τον δικαιολογούσαν όμως.

Ακόμη πιο ισχυροί οι οπαδικοί δεσμοί που έφτιαξε ο Ντόρσεϊ με τους Ολυμπιακούς. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς πως βοήθησε και η σεζόν της ομάδας του λιμανιού. Επιστροφή στους τίτλους, Final 4, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα. Ήταν μικροπρέπεια, όμως, η συμπεριφορά του Ντόρσεϊ προς τον Μποχωρίδη όταν μιλούσε για «παγκίτες παίκτες» προκειμένου να μειώσει συναθλητή του. Ήταν οι αναφορές για τις διακοπές που θέλει να κάνει, οπότε πρέπει να τελειώσει 3-0 η σειρά. Ήταν το «δεύτερο σπίτι μου» που έγραψε για το ΟΑΚΑ, ή η εμφάνισή του με σκούπα στη φιέστα.

Κινήσεις που γούσταραν οι οπαδοί, τους «έδεσαν» με τον ομογενή γκαρντ που ουσιαστικά είχε γίνει το κεντρικό πρόσωπο στον Ολυμπιακό, ειδικά τον τελευταίο καιρό.

Κι όμως. Αυτοί οι παίκτες που φαινομενικά «δέθηκαν» με τις ομάδες, «δέθηκαν» με τον κόσμο τους, χωρίς δεύτερη σκέψη και με χαρακτηριστική ευκολία τις άφησαν. Ο Νέντοβιτς εκμεταλλευόμενος έναν όρο στο συμβόλαιό του, πριν το καταλάβει κανείς καλά-καλά, ανακοινώθηκε απ’ τον Ερυθρό Αστέρα. Ο Ντόρσεϊ που φαινόταν έτοιμος να ανανεώσει με τον Ολυμπιακό, ξαφνικά απομακρύνθηκε μέχρι που αποφάσισε με άνεση να γίνει ρολίστας στο ΝΒΑ κυνηγώντας μία ακόμη ευκαιρία εκεί, πετώντας στα σκουπίδια τη δυνατότητα να είναι εκ των ηγετών του Ολυμπιακού και ένας απ’ τους κορυφαίους σουτέρ στην Ευρώπη.

Την ίδια μέρα, ήρθαν δύο ηχηρά «χαστούκια» επαγγελματισμού απ’ τους δύο μπασκετμπολίστες. Προφανώς καλά έκαναν αφού αυτή ήταν η επιθυμία τους. Ούτε γεννημένοι δίπλα σε Λεωφόρο και «Καραϊσκάκης» είναι, ούτε μεγαλωμένοι με πράσινο και κόκκινο κασκόλ. Απλά είχαν ανεβάσει μόνοι τους τον πήχη του «δεσίματος» με την ομάδα που έπαιζαν, με τον κόσμο που τους αποθέωνε, που ίσως να περίμενε κανείς να το σκεφτούν έστω λίγο περισσότερο.

Περπατάμε το 2022 όμως. Χώρος και χρόνος για ρομαντισμούς και οπαδικές αγάπες στον επαγγελματικό αθλητισμό, δε χωρούν. Ειδικά από παίκτες που είτε είναι ξένοι είτε μεγαλωμένοι στο εξωτερικό κι έχοντας την εκεί νοοτροπία. Οι σημαίες ήταν αυτές του παρελθόντος και δύσκολα θα μπορέσουν να βρουν νέες για να τις συντροφεύσουν στον ιστό. Κυρίως αυτό που έχει σημασία πλέον, είναι το χρώμα της σημαίας και το έμβλημα. Όχι το πρόσωπο που σήμερα είναι στη μία, αύριο στην απέναντι πλευρά…  

Τα σκληρά μαθήματα του επαγγελματισμού προς οπαδούς κάθε απόχρωσης