MENU

Το πρώτο παιχνίδι των τελικών της Stoiximan GBL άφησε πίσω του πολύ «θόρυβο» και λιγότερο (ή ελάχιστο) μπάσκετ. Βλέπετε, η Βάσω Τσαρούχα, μαζί με τους Τσιμπούρη και Κατραχούρα, θέλησαν να γίνουν πρωταγωνιστές της βραδιάς, αλλά και της σειράς των πρωταθλητών Ευρώπης με τους Κυπελλούχους Ελλάδας και να... κάνουν το 1-0.

Από την άλλη, το δεύτερο ματς είχε πολύ περισσότερο μπάσκετ και σαφώς λιγότερα παράπονα σε ό,τι αφορά τη διαιτησία. Η πλευρά του Ολυμπιακού, βέβαια, θέλησε να σηκώσει τους τόνους σε ό,τι αφορούσε τη συμπεριφορά του Δημήτρη Γιαννακόπουλου, όμως αυτό το σκέλος δεν επηρέασε το αγωνιστικό ή το αποτέλεσμα της αναμέτρησης. 

Και κάπως έτσι η σειρά πήγε στο 1-1, με τον Παναθηναϊκό Aktor να αποδεικνύει ότι η διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει εύκολες προβλέψεις και... σκούπες, που πολλοί μπορεί να φαντάζονταν.

Προφανώς, η διαιτησία και στο Game 2 δεν ήταν καλή. Τα λάθη ήταν αρκετά και από τις δύο πλευρές, με το μεγαλύτερο να είναι εκτός glass floor: στον «μαεστρικό» χειρισμό του διαιτητή Παπαπέτρου στο πώς γράφτηκε το φύλλο αγώνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο εν λόγω διαιτητής κάνει κάτι τέτοιο, στο ίδιο γήπεδο, με τις δύο ομάδες αντίπαλες...

Υπήρχε, όμως, μια σημαντική διαφορά σε σχέση με όσα είδαμε στην πρεμιέρα των τελικών στο ΣΕΦ. Αυτή τη φορά τα σφυρίγματα έμοιαζαν περισσότερο προϊόν χαμηλού επιπέδου και λιγότερο με... αποτέλεσμα διαφορετικών κριτηρίων για τις δύο ομάδες ή -φανερής τουλάχιστον- πρόθεσης από τους ρέφερι.

Οι αριθμοί το αποτυπώνουν ξεκάθαρα. Το πάρτι βολών του πρώτου αγώνα, στον οποίον (για όποιον ξεχνάει) ο Ολυμπιακός εκτέλεσε 29β. και ο Παναθηναϊκός μόλις 5β., δεν επαναλήφθηκε. Στο δεύτερο παιχνίδι η εικόνα ήταν πολύ πιο ισορροπημένη (14-9 βολές), χωρίς να εξαφανιστούν τα λάθη των διαιτητών, όπως αναφέραμε νωρίτερα. Όταν όμως οι συνθήκες πλησιάζουν έστω και στοιχειωδώς το 50-50, τότε η συζήτηση επιστρέφει εκεί που πρέπει: στο παρκέ ή εν προκειμένω στο glass floor.

Εκεί ο Παναθηναϊκός ήταν καλύτερος, ανώτερος. Η ομάδα του Εργκίν Αταμάν επέστρεψε από το -10 της 2ης περιόδου, έλεγξε απόλυτα τον ρυθμό μετά την ανάπαυλα και κράτησε τον πρωταθλητή Ευρώπης στους 58 πόντους. Αυτό από μόνο του... λέει πολλά. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να θυμηθεί κανείς την ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα να ολοκληρώνει παιχνίδι με 58 πόντους, 6/23 τρίποντα και σχεδόν ισορροπημένη αναλογία ασίστ - λαθών (16-14).

Το μεγαλύτερο παράσημο της βραδιάς, λοιπόν, ανήκει στον Αταμάν και το επιτελείο του. Το αμυντικό πλάνο λειτούργησε σχεδόν στην εντέλεια. Ο Σάσα Βεζένκοφ έμεινε στους 9 πόντους, οι Άλεκ Πίτερς και Νίκολα Μιλουτίνοφ είχαν ελάχιστη επιρροή, ενώ ο Ολυμπιακός οδηγήθηκε σε πολλές επιθέσεις έξω από τις συνήθειές του (βλ. τα 1/7 3π. του Τόμας Ουόκαπ). Οι «πράσινοι» κατάφεραν επίσης να καλύψουν τη διαφορά ποιότητας που σίγουρα υπάρχει στη γραμμή των ψηλών και παρουσιάστηκαν πολύ πιο ανταγωνιστικοί στα ριμπάουντ (32-35ρ.).

Παράλληλα, ο Τούρκος τεχνικός εμφανίστηκε ξανά πιο έτοιμος από τον αντίπαλό του σε επίπεδο προετοιμασίας αγώνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει σε τελικό τη φετινή σεζόν. Είχε γίνει και στο Game 1 του ΣΕΦ, όταν οι Πειραιώτες... βιάστηκαν να πανηγυρίσουν, έγινε και στον τελικό του Κυπέλλου. Η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά αποτυπώθηκε και στο αποτέλεσμα, σε αντίθεση με τον πρώτο αγώνα, που οι ρέφερι δεν άφησαν το «τριφύλλι» να κάνει το break.

Φυσικά, για να υλοποιηθεί το πλάνο χρειαζόταν και ένας πρωταγωνιστής μέσα στις τέσσερις γραμμές. Αυτός ήταν ο Νάιτζελ Χέις - Ντέιβις. Ο Αμερικανός άφησε πίσω του το καταστροφικό 1/13 σουτ του πρώτου τελικού και απάντησε με εμφάνιση ηγέτη. Ή, αν προτιμάτε, με εμφάνιση παίκτη που αμοίβεται με 4 εκατ. δολ. ετησίως. Οι 23 πόντοι με 5/8 τρίποντα δεν λένε ολόκληρη την ιστορία. Ο Χέις - Ντέιβις έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην αμυντική λειτουργία της ομάδας του, αποτελώντας τον άνθρωπο που άλλαξε πλήρως την εικόνα του αγώνα.

Δίπλα του στάθηκαν ξανά ο σταθερά κομβικός Τζέντι Όσμαν, ο Τζέριαν Γκραντ, ο Βασίλης Τολιόπουλος που έδωσε πολύτιμες λύσεις από τον πάγκο και ο Νίκος Ρογκαβόπουλος, ο οποίος αγωνίστηκε παρά το πρόβλημα τραυματισμού και πέτυχε ένα από τα μεγαλύτερα σουτ του αγώνα. Η αυταπάρνηση του «Ρόγκα» λέει πολλά περισσότερα από το καθοριστικό τρίποντο που σημείωσε στο φινάλε...

Μετά το τέλος της αναμέτρησης ο Αταμάν δεν έκρυψε τις σκέψεις του. «Κερδίσαμε αλλά και πάλι δεν κερδίσαμε βολές. Ο Ολυμπιακός είχε 14, εμείς 9. Υπάρχει ισορροπία. Είδαμε ότι όταν όλα είναι δίκαια στο παρκέ έχουμε τη δύναμη», δήλωσε χαρακτηριστικά, πριν προσθέσει πως ο ίδιος χρειάζεται τον ίδιο σεβασμό από τους διαιτητές που απολαμβάνει ο Γιώργος Μπαρτζώκας. Πρόκειται για άλλη μια τοποθέτηση που αναμφίβολα θα συζητηθεί. Όμως, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του, το μήνυμα που βγήκε από το Game 2 είναι σαφές.

Ο Ολυμπιακός παραμένει το φαβορί της σειράς. Είναι ο πρωταθλητής Ευρώπης, διαθέτει ποιότητα, βάθος και το πλεονέκτημα έδρας. Αν χρειαστεί, μπορεί να έχει κι άλλες, «πολυεπίπεδες» βοήθειες. Ο Παναθηναϊκός, όμως, απέδειξε πως δεν βρίσκεται τόσο μακριά όσο έδειχνε η εικόνα πριν από το τζάμπολ των τελικών.

Ουσιαστικά, το 1-1 δεν άλλαξε τον τίτλο του φαβορί. Δημιούργησε, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό, που το αναφέραμε και στην "Magic Euroleague": την αίσθηση ότι οι τελικοί έχουν... ζωή, αν δεν προσπαθήσει κάποιος να τους «πνίξει» με τη σφυρίχτρα του. Αν οι επόμενοι αγώνες παιχτούν με τα ίδια κριτήρια για όλους, τότε η σειρά έχει δρόμο. Όταν όλα κρίνονται στο 50-50, μεταξύ τόσο ποιοτικών ομάδων, τότε κάθε σενάριο είναι «ανοιχτό».

Με 50-50 όλα είναι ανοιχτά